Book review, movie criticism

Thursday, September 10, 2015

Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας



Κωστή Παπαγιώργη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, Καστανιώτης 1998, σελ. 225

  Πριν λίγες βδομάδες γράψαμε για το «Κέντρο δηλητηριάσεων». Σήμερα έχει σειρά το «Σύνδρομο αγοραφοβίας», ένα από τα βιβλία που κουβάλησα από την Κρήτη.
  Το βιβλίο πρέπει να το ξαναδιάβασα, γιατί βρήκα μια υπογράμμιση. Δεν είχα γράψει όμως την ημερομηνία που συνήθως γράφω όταν τελειώνω ένα βιβλίο βάζοντας την υπογραφή μου.
Εξομολογητικός, αυτοσαρκαστικός, με άφθονο χιούμορ, ο Παπαγιώργης αφηγείται τις περιπέτειες της υγείας του, περιπέτειες που άφησαν το στίγμα τους και, υποπτεύομαι, είναι αυτές που τον οδήγησαν σε έναν πρόωρο θάνατο, πέρυσι το χειμώνα. Δεν νομίζω ότι το σύνδρομο της αγοραφοβίας θα το βρει κανείς πιο παραστατικά δοσμένο, ακόμη και στο καλύτερο εγχειρίδιο ψυχιατρικής, από ό,τι στο βιβλίο αυτό. Και ο Παπαγιώργης δεν μιλάει μόνο για την αγοραφοβία του αλλά και για την κλειστοφοβία του (την οποία βρίσκει πιο ανώδυνη), για τον τραυλισμό του, για την περίοδο της «κραιπάλης» (μαθαίνω και την ετυμολογία της λέξης: κάρα+πάλω), το πρόβλημα του διαβήτη, και την θεραπεία του, όμως μόνο από τα ψυχολογικά σύνδρομα και τον αλκοολισμό, όχι από τον διαβήτη, που να τον πάρει ο διάβολος δεν θεραπεύεται.
 Μόλις έφτασα στις σχετικές σελίδες παράτησα το διάβασμα και πήγα να μετρήσω το ζάχαρό μου. Ένας ενδοκρινολόγος με προειδοποίησε, αν δεν χάσω κιλά θα καταντήσω διαβητικός. Τώρα είμαι σε προδιαβητικό στάδιο. Το καλοκαίρι στο νοσοκομείο έχασα κιλά, αλλά από τότε δεν είχα ξανατσεκάρει το ζάχαρό μου.
Έκανα κάποιο λάθος στη χρήση του μηχανήματος. Αφού σπατάλησα όλες τις ταινίες από το διαφημιστικό μηχάνημα που μου έδωσε ο φίλος μου ο Νίκος ο Παναγιώτου, ο φαρμακοποιός, τον πήρα τηλέφωνο να τον ρωτήσω αν ξέρει να μετράει το ζάχαρο. –Καλά, μου λέει, τόσες γλώσσες ξέρεις, δεν διάβασες τις οδηγίες;
Ναι, δεν τις είχα διαβάσει. Τις διάβασα και είδα πού είχα κάνει το λάθος. Πήγα στο φαρμακείο, πήρα ένα κουτί με ταινίες και βελονάκια, και μέτρησα το ζάχαρό μου. 111. Καλή τιμή. Σήμερα το πρωί το ξαναμέτρησα. 88. Για να μην ξαναξεχάσω τη χρήση του θα ακολουθήσω τώρα τη συμβουλή του ενδοκρινολόγου, μια φορά το μήνα να μετρώ το ζάχαρό μου. Το είχα μετρήσει μια φορά πριν δυο χρόνια και γι’ αυτό είχα επαναπαυθεί, νομίζοντας ότι θυμόμουν τη χρήση του μηχανήματος, αλλά την είχα ξεχάσει. Τώρα ας μην αρχίσω να ψάχνομαι και για αλτσχάιμερ –χθες είδα το Still Alice – η συνειρμική μου μνήμη, γράφοντας τις κριτικές μου, βλέπω ότι λειτουργεί μια χαρά.
 Έκανα αρκετές υπογραμμίσεις σε διάφορα αποσπάσματα. Θα παραθέσω μερικά σχολιάζοντας.
Ξεκινάμε με ένα εφέ παράφρασης: «Κάτι τέτοιες στιγμές ζούσα αλκυονίδες αυταπάτες» (σελ. 47). Οι αλκυονίδες ημέρες, που τις θυμάμαι πολύ καθαρά στο χωριό μου όπου έζησα μέχρι τα δεκαοχτώ μου χρόνια, τέλος Γενάρη και αρχές Φλεβάρη, έχουν εξαφανιστεί. Ίσως να τις κατάπιαν οι τρύπες του όζοντος.
«Οι κρητικοί αρέσκονται στα κουβαρνταλίκια» (σελ. 60).
Το αφήνω ασχολίαστο. Όποιος διαφωνεί ας σχολιάσει.
«Το μυστικό δεν είναι η φοβία, αλλά η σκέψη ότι φοβάσαι μήπως φοβηθείς…» (σελ. 76).
Μας τα ’παν κι άλλοι. Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες… 
«Τότε μου ξεφούρνισε το περίφημο παράδειγμα του Παράκελσου ο οποίος θεράπευσε έναν υδροφοβικό από την ασθένειά του με μια απλή σπρωξιά. Μόλις ο ασθενής βρέθηκε στο νερό, του πέρασαν όλα. Το ζήτημα βέβαια είναι ν’ αντέξει κανείς το σοκ, γιατί αν μείνει επιτόπου…» (σελ. 77).
Γιατί έχω την εντύπωση ότι η θεραπεία πέτυχε στον 17ο ασθενή, ενώ οι υπόλοιποι έμειναν επί τόπου;
Είναι όπως στα προφητικά όνειρα, μαθαίνουμε μόνο γι’ αυτά που επαληθεύτηκαν και όχι για αυτά που δεν επαληθεύτηκαν, και που θα είναι κατά πολύ περισσότερα. Όπως είδηση είναι αν άνθρωπος δαγκώσει σκύλο, και όχι αν σκύλος δαγκώσει άνθρωπο.
Στο κεφάλαιο για τον τραυλισμό μαθαίνω ότι εκτός από τον Δημοσθένη, τραυλοί ήταν και ο Ρουσώ και ο Σόμερσετ Μομ (τελικά το βιβλίο του The moon and six pence, μια μυθιστορηματική βιογραφία του Γκωγκέν που αγόρασα μαθητής, δεν κατάφερα να το διαβάσω).
Θυμήθηκα και ένα ανέκδοτο.
-Το όνομά σας;
-Κωκωστής Παπαγιώργης.
-Θέλετε να πείτε Κωστής Παπαγιώργης.
-Όχι, Κωκωστής Παπαγιώργης.
-Μα πώς γίνεται αυτό;
-Να, ο πατέρας μου ήταν τραυλός και ο γραμματικός που εκτελούσε και χρέη ληξίαρχου στο χωριό μου ήταν μ…άκας.
Το βιβλίο δεν μπορούσε να έχει πιο αίσιο τέλος: με ατομική προσπάθεια ο Παπαγιώργης ξεπέρασε την αγοραφοβία του, προς επιβεβαίωση της λαϊκής παροιμίας: (ο ναυαγός) -Άγιε Νικόλα βοήθα με. –Αλλά κούνα κι εσύ τα χέρια σου.
Η Παπαγιώργης τα κούνησε.
Απολαυστικός ο Παπαγιώργης, κρίμα που έφυγε νωρίς, θα διαβάζω κάθε βιβλίο του που θα πέφτει στα χέρια μου.
Post a Comment