Στην αρχή νόμιζα ότι το θέμα ήταν το ίζημα που άφησαν οι Ταλιμπάν μετά την ανατροπή τους στις νοοτροπίες των παιδιών. Είχα διαβάσει βέβαια ότι και πριν τους Ταλιμπάν τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά, και ξέρω επίσης ότι και μετά δεν άλλαξαν πολύ (την ιστορία την έχω αφηγηθεί αλλού, να μην την επαναλαμβάνω. Δείτε το cause μου στο facebook, Sayed Pervez Kambaksh, Afgan student condemned to death http://www.facebook.com/pages/Sayed-Pervez-Kambaksh/140940872599546). Όμως η Hana διευρύνει το θέμα περισσότερο: εδώ δεν πρόκειται απλά για τον φονταμενταλισμό των Ταλιμπάν που δεν άφηναν τις γυναίκες να πηγαίνουν σχολείο, αλλά γενικά για την καταπίεση που υφίσταται το γυναικείο φύλο από το ανδρικό (τα ίδια παιδιά αργότερα παίζουν τους αμερικάνους), και που ξεκινάει από την παιδική ηλικία. Η Hana Makhmalbaf ίσως καταδικάζει και τα πολεμοχαρή παιχνίδια των αγοριών. Υπάρχει μια έντονη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Δεν θέλω να πάρω θέση. Πάντως τα παιδιά αυτά μου θύμισαν την παιδική μου ηλικία, όταν και εμείς, στην πλαγιά του προφήτη Ηλία, στις πρόποδες του οποίου βρίσκεται το χωριό μου, παίζαμε πόλεμο, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Πάντως δεν προπηλακίζαμε περαστικά παιδιά, ήταν μια υπόθεση μεταξύ μας, μεταξύ των δυο ομάδων δηλαδή στις οποίες χωριζόμασταν.
Book review, movie criticism
Monday, December 5, 2011
Hana Makhmalbaf, Buddha collapsed out of shame
Στην αρχή νόμιζα ότι το θέμα ήταν το ίζημα που άφησαν οι Ταλιμπάν μετά την ανατροπή τους στις νοοτροπίες των παιδιών. Είχα διαβάσει βέβαια ότι και πριν τους Ταλιμπάν τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά, και ξέρω επίσης ότι και μετά δεν άλλαξαν πολύ (την ιστορία την έχω αφηγηθεί αλλού, να μην την επαναλαμβάνω. Δείτε το cause μου στο facebook, Sayed Pervez Kambaksh, Afgan student condemned to death http://www.facebook.com/pages/Sayed-Pervez-Kambaksh/140940872599546). Όμως η Hana διευρύνει το θέμα περισσότερο: εδώ δεν πρόκειται απλά για τον φονταμενταλισμό των Ταλιμπάν που δεν άφηναν τις γυναίκες να πηγαίνουν σχολείο, αλλά γενικά για την καταπίεση που υφίσταται το γυναικείο φύλο από το ανδρικό (τα ίδια παιδιά αργότερα παίζουν τους αμερικάνους), και που ξεκινάει από την παιδική ηλικία. Η Hana Makhmalbaf ίσως καταδικάζει και τα πολεμοχαρή παιχνίδια των αγοριών. Υπάρχει μια έντονη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Δεν θέλω να πάρω θέση. Πάντως τα παιδιά αυτά μου θύμισαν την παιδική μου ηλικία, όταν και εμείς, στην πλαγιά του προφήτη Ηλία, στις πρόποδες του οποίου βρίσκεται το χωριό μου, παίζαμε πόλεμο, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Πάντως δεν προπηλακίζαμε περαστικά παιδιά, ήταν μια υπόθεση μεταξύ μας, μεταξύ των δυο ομάδων δηλαδή στις οποίες χωριζόμασταν.
Sunday, December 4, 2011
Αριστοτέλης Ράπτης, Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού
Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε και στο Λέξημα
Μια συναρπαστική αυτοβιογραφία με φόντο τις πιο συνταρακτικές στιγμές της νεότερης ιστορίας μας.
Πριν λίγους μήνες γράψαμε για την αυτοβιογραφία του Τζην Γουάιλντερ («Φίλα με σαν ξένος», ΑΛΔΕ 2011). Ήταν μια θαυμάσια αυτοβιογραφία στην οποία αποκαλύφθηκε το λογοτεχνικό του ταλέντο. Και φυσικά συνέχισε με τρία ακόμη βιβλία, το ένα από τα οποία έχει επίσης μεταφραστεί στα ελληνικά («Η γυναίκα που δεν ήθελε»). Τώρα, διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του Αριστοτέλη Ράπτη (τον ευχαριστούμε που μας την εμπιστεύθηκε πριν εκδοθεί), ομότιμου καθηγητή πληροφορικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, βρισκόμαστε μπροστά σε μια παρόμοια περίπτωση: Την αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου, που όχι μόνο έχει να αφηγηθεί καταπληκτικά πράγματα, αλλά τα αφηγείται και με ένα τρόπο που κυριολεκτικά συναρπάζει. Δεν θα ήταν έκπληξη για μας αν τον βλέπαμε να συνεχίζει όπως ο Γουάιλντερ.
Ο Ράπτης γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες της νεότερης ιστορίας μας. Ο πατέρας του, καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο καπετάν Τσάκαλος, ήταν πάντοτε απών, είτε στο βουνό είτε στην εξορία. Ο Αριστοτέλης μεγάλωσε κάτω από τις φτερούγες μιας μάνας που τον υπεραγαπούσε, μιας μάνας που οι κακουχίες, οι στερήσεις και οι στενοχώριες δεν την άφησαν να καμαρώσει το γιο της, μεγαλωμένο και φτασμένο, όχι μόνο σαν καταξιωμένο διεθνώς επιστήμονα, αλλά ούτε καν ως πτυχιούχο της πανεπιστημιακής σχολής που διάλεξε, και την οποία τέλειωσε μέσα σε απίστευτες δυσκολίες και στερήσεις.
Ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου μάς αποκαλύπτεται η αφηγηματική του άνεση, στο τέλος θαυμάζουμε και την οξυδέρκεια της σκέψης του, σε δοκιμιακά τμήματα όπου αναπτύσσει τις αντιλήψεις του για προβλήματα που μας απασχόλησαν και μας απασχολούν. Μιλάει κυρίως για τρία πράγματα: την αριστερά, τη σύγχρονη κρίση και την κατάσταση στα πανεπιστήμια. Μάλιστα για το πρώτο είναι ιδιαίτερα επινοητικός: χρησιμοποιεί τον πλατωνικό διάλογο. Ο Ράπτης-γιόγκι συζητάει με τον κομισάριο φίλο του, σε μια διαλεκτική αντιμετώπιση της τελευταίας ίσως «αφήγησης» της ιστορίας της ανθρωπότητας, τον σοσιαλισμό. Θα υπάρξει άλλη αφήγηση; O Lyotard μας λέει όχι. Δεν είναι φονταμενταλιστές στις αντιλήψεις τους οι δυο φίλοι, τις αντιμετωπίζουν κριτικά. Ο κομισάριος είναι που λέει: «…δεν θα έλεγα όχι στην ιδέα ενός δημοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος με ανθρώπινο πρόσωπο». (σελ. 365).
Και θυμήθηκα, σε μια ταβέρνα το 1989, πριν την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού (αυτή συνέβη λίγους μήνες μετά), που, μετά από μια οξεία κριτική για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, με ρώτησε αγανακτισμένος κάποιος από την παρέα. –Καλά, εσύ σε τι πιστεύεις; -Σε ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, απαντώ εγώ παραφράζοντας τη γνωστή ρήση. Τώρα αν με ρωτήσετε αν εξακολουθώ να το πιστεύω και σήμερα, θα απαντούσα ότι η λέξη «πιστεύω» έχει σχέση με τις εποχές των αφηγήσεων. Για σήμερα θα έλεγα ότι δεν ελπίζω σε ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά απλά σε ένα καπιταλισμό που θα φοράει μια μάσκα λιγότερο αποτρόπαια.
Επειδή έχω μια ιδεοληψία με τις συμπτώσεις, θα παραθέσω ένα από τα πολλά σχετικά αποσπάσματα: «Και δεν είναι το μόνο περιστατικό αυτό που συνέβη με το Θανάση, να με σώσει κυριολεκτικά δυο φορές και μάλιστα να συναντηθούμε στο ίδιο ακριβώς σημείο. Τέτοιου είδους συμπτώσεις σε δύσκολες στιγμές στη ζωή μου υπήρξαν αρκετές και ήταν αξιοσημείωτες. Και, όσο και αν ήξερα πως η τύχη δεν είναι παρά μια τυφλή στατιστική, πάλι με έβαζαν σε σκέψεις και τις εξιστορούσα στους φίλους μου» (σελ. 286).
Έτσι και μένα, κάποιες συμπτώσεις στη ζωή μου με βάζουν σε σκέψεις.
Διαβάζουμε: «Αφού έτρωγα την μακαρονάδα μου, ένα μέρος του ψωμιού από το κουβέρ που μας δίνανε το έβαζα κρυφά στη δεξιά τσέπη και έφευγα. Μετά περνούσα κοντά στον ψήστη, κι αυτός ταχυδακτυλουργικά μου έριχνε κρυφά δυο μπιφτέκια στην αριστερή τσέπη, μερικές φορές, καθώς έβγαινα έξω και περνούσα δίπλα από την ψησταριά» (σελ. 193).
Κάτι ανάλογο έζησε και ο φίλος μου ο Γιώργος ο Βοϊκλής, από τους πρωτοπόρους οικολόγους στον ελληνικό χώρο, ο αρχιτέκτονας του μετασχηματισμού του αριστερού μας γκρουπούσκουλου σε οικολογική οργάνωση, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο πατέρας του ήταν επίσης εξορία. Ένας μάγειρας του έχωνε κάτω από τη μακαρονάδα του και μια μεγάλη μερίδα κρέας.
Ο Τέλης είναι φοβερός ανεκδοτάς, μια κυριολεκτικά αστείρευτη πηγή. Συμμεριζόμαστε την ίδια αγάπη για τα ανέκδοτα. Θα αντισταθώ όμως στον πειρασμό να αντιγράψω κάποια από αυτά που υπάρχουν στο βιβλίο του, για να το αγοράσετε και να τα διαβάσετε εκεί. Είναι ένα βιβλίο ιδιαίτερα συναρπαστικό, βαθιά συγκινητικό, πολύ ανθρώπινο, θα σας γοητεύσει.
Μπάμπης Δερμιτζάκης
Saturday, December 3, 2011
Ebrahim Forouzesh, some of his films
Ebrahim Forouzesh, some of his films
Ένας φιλμογραφικός κατάλογος υπάρχει εδώ:
http://www.fandango.com/ebrahimforouzesh/filmography/p271233
Το κλειδί, 1987
Το κλειδί το είδα πριν χρόνια, χωρίς το τέλος. Δεν είχα προγραμματίσει σωστά, και δεν έφτασε η βιντεοκασέτα. Το ξαναείδα τώρα όλο, για να γράψω για τον Ebrahim Forouzesh. Ήταν η πρώτη μου επιλογή μετά τον Κιαροστάμι, να δω και να γράψω δηλαδή για όποιο έργο του δεν είχα δει, αλλά και γι’ αυτά που είχα δει. Ο λόγος; Το «Κλειδί» είναι σε σενάριο Κιαροστάμι.
Αυτό που κυριαρχεί στο έργο είναι το σασπένς. Μια μητέρα κλειδώνει τον μικρό γιο της και το μωρό της στο σπίτι και φεύγει. Νόμιζε ότι έτσι τα είχε ασφαλίσει. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο: το φαγητό καίγεται στην κουζίνα, μια γυναίκα που μένει στην ίδια πολυκατοικία φεύγει για να βρει τη μητέρα, δεν τα καταφέρνει, και γυρνάει προσπαθώντας να καθοδηγήσει τον μικρό, ο οποίος πρέπει να έχει συνεχώς το νου του στο μωρό. Το ταῒζει, το αλλάζει, του δίνει να παίξει. Όμως δεν ξέρει πώς να κλείσει την κουζίνα, ούτε μπορεί να κλείσει την μπουκάλα με το υγραέριο. Καταφτάνει στο μεταξύ και η γιαγιά, που ξέρει πού υπάρχει ένα άλλο κλειδί του σπιτιού: σε μια κρεμάστρα. Η κρεμάστρα όμως αυτή βρίσκεται πολύ ψηλά για να μπορέσει να τη φτάσει ο μικρός. Το τελευταίο μέρος της ταινίας μας δείχνει τις προσπάθειές του, αλλά και την επινοητικότητά του, για να πιάσει το κλειδί. Τελικά θα τα καταφέρει.
Khomreh (Το πιθάρι), 1992
Σε ένα σχολείο υπάρχει ένα πιθάρι με νερό, από όπου πίνουν οι μαθητές. Όμως ραγίζει, το νερό φεύγει, και οι μαθητές δεν έχουν από πού να πιουν νερό. Χρειάζονται επειγόντως ένα πιθάρι. Οι υπεύθυνες αρχές δεν ενδιαφέρονται να το αντικαταστήσουν, έτσι η μόνη λύση είναι να το επιδιορθώσουν. Όμως και εδώ ο δάσκαλος συναντά μεγάλες δυσκολίες: ο πατέρας ενός μαθητή που ξέρει, δεν δείχνει πρόθυμος να το φτιάξει δωρεάν παρά μόνο όταν βλέπει ότι ο γιος του αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας της άρνησής του. Θέλει όμως υλικά: αυγά και στάχτες. Οι γονείς των παιδιών πρόθυμα συνεισφέρουν στάχτες, όχι όμως και αυγά. Οι χωρικοί είναι δύσπιστοι και κουτσομπόληδες, τον συκοφαντούν. Ετοιμάζεται να φύγει, με δυσκολία τον μεταπείθουν. Και να που έρχεται από μακριά και το γαϊδουράκι με το καινούριο πιθάρι. Δύσκολο το έργο των εκπαιδευτικών, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
Το έργο κέρδισε τα παρακάτω βραβεία: Golden Leopard at Locarno International Film Festival 1992, International Jury Award at Sao Paulo International Film Festival 1992.
Mard e koochak (Ο μικρός άνθρωπος), 1998
Μετά την επιτυχία που είχε το «Πιθάρι», ο Forouzesh καταπιάνεται πάλι με μαθητές. Αυτή τη φορά όχι με το δάσκαλο, αλλά με ένα μαθητή. Ο πατέρας του λείπει, ζουν με στερήσεις. Ο παππούς του προσπαθεί να καλλιεργήσει μια χέρσα γη, και ο μικρός, καταλαβαίνοντας την ανάγκη της οικογένειας, πηγαίνει καθημερινά και τον βοηθάει. Όμως θα μείνει πίσω στα μαθήματά του, με αποτέλεσμα να τον μαλώνει και ο δάσκαλος και η μητέρα του. Στο τέλος ο δάσκαλος και οι συμμαθητές του μαθαίνουν το λόγο που ο μαθητής αυτός καθυστερεί τόσο συχνά να έλθει στο σχολείο. Μια μέρα που πάλι απουσιάζει, ο δάσκαλος με τους συμμαθητές του επισκέπτονται το χωράφι, όπου έχει καλλιεργήσει καρπούζια. Βλέπουν και θαυμάζουν. Ο δάσκαλος, σε μια πινακίδα πάνω σε ένα στύλο, γράφει «άριστα» και τα παιδιά χειροκροτούν. Από μακριά βλέπουμε τον μαθητή να έρχεται, και να τους βλέπει συγκινημένος. Συγκινητική ταινία, που δείχνει μια παρεξήγηση να λύνεται.
Και θυμήθηκα μια ιστορία μιας ανάλογης παρεξήγησης, όταν ήμουν σχολικός σύμβουλος. Είχα ασχοληθεί με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν δυο κορίτσια, κατόπιν ενημέρωσης και παράκλησης από μια κοινωνική λειτουργό. Η φτώχια ήταν ένα μόνο πρόβλημα. Ενημέρωσα τους συναδέλφους. Σε μια συνάντηση, νομίζω η φιλόλογος, μου είπε αγανακτισμένη για το πόσο αγκάλιασε το ένα από τα δυο κορίτσια που το είχε μαθήτρια, και πώς της την κοπάνησε σε μια εκδρομή. Σε μια συνάντηση με την κοινωνική λειτουργό και το κορίτσι έμαθα το γιατί: το κορίτσι προτίμησε να μην πάει εκδρομή, για να αγοράσει με τα 10 ευρώ της συμμετοχής ένα φόρεμα που ήταν σε προσφορά. Είπαμε, ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια. Ενημέρωσα την καθηγήτρια και η παρεξήγηση λύθηκε.
Bacheh haye naft (Τα παιδιά του πετρελαίου), 2001
Για αυτό το έργο έχουμε γράψει ξεχωριστά. Η ανάρτηση βρίσκεται στο blog μου, στον παρακάτω σύνδεσμο: http://hdermi.blogspot.com/2009/06/2001-ebrahim-forouzesh.html
Hamoon and Daria (2008)
Friday, December 2, 2011
Ο χορός της βροχής: Παρουσίαση στο δημαρχείο της Ηλιούπολης το 1998
Tuesday, November 29, 2011
Με αφορμή τον Κιαροστάμι
Είδα πακέτο όσες ταινίες είχα του Κιαροστάμι και δεν τις είχα δει, και έγραψα δυο λογάκια για αυτές. Την ανάρτηση την έκανα χθες. Και είδα ότι ταινίες όπως το Ten και το Abc Africa γυρίστηκαν με βιντεοκάμερα, και, αν θυμάμαι καλά, και το The wind will carry us. Είχα την εντύπωση ότι η ποιότητα μιας ταινίας γυρισμένη με βιντεοκάμερα είναι πολύ κατώτερη από την ποιότητα μιας ταινίας γυρισμένη με κανονική κινηματογραφική μηχανή λήψης. Και να που δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αυτό μου έδωσε καινούριες ιδέες.
Βιντεοκάμερα αγόρασα νομίζω το 1998. Απαίτηση του γιου μου. Πανάκριβη, πολύ βαριά, με κασέτα. Ο γιος μου έκανε μερικές λήψεις, τις οποίες αργότερα μετέτρεψα σε ψηφιακές. Επίσης τη χρησιμοποίησα για να γράψω ένα κινέζικο θίασο που έπαιζε όπερα του Πεκίνου, στα πλαίσια πολιτιστικών εκδηλώσεων του δήμου Αμαρουσίου. Δεν είχα καμιά ιδέα πώς παιζόταν η όπερα του Πεκίνου, και τότε δεν υπήρχε (νομίζω) το youtube όπου μπορείς να αποκτήσεις οπτική εμπειρία για τα πάντα. Και φλερτάριζα βέβαια με την ιδέα να γράψω για το θέατρο της Κίνας. Άρχισα να γράφω δυο χρόνια αργότερα, ξεκινώντας όμως από το θέατρο της Ιαπωνίας. Ο γιαπωνέζος φίλος μου Οτάνι Τοσινόρι, που ξέρει ελληνικά και αλληλογραφούμε στα ελληνικά, μου έστειλε κασέτες με θέατρο Νο. Είχα πετύχει και κάτι εκπομπές στην τηλεόραση και τις είχα γράψει. Το βιβλίο βγήκε τελικά πέρυσι, από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ, με τον τίτλο «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας».
Η λήψη που έκανα ήταν πανάθλια. Δεν είχα ρυθμίσει σωστά το φωτισμό, ήταν νύχτα, αλλά πήρα μια ιδέα για το πώς είναι η όπερα του Πεκίνου. Τότε ήταν που αποφάσισα να βάλω δορυφορική τηλεόραση. Έπρεπε όμως να είμαι σίγουρος ότι θα έπιανα κινέζικο κανάλι. Ρώτησα έναν τεχνικό, και αφού μου έδειξε στην τηλεόρασή του το cctv 4, πήρα την απόφαση. Βάλαμε και στην Κρήτη δορυφορική, για το γιο μου, αφού μας έκανε κανονικό εκβιασμό. Ήθελε και αυτός να βλέπει τα δικά του.
Από τότε την βιντεοκάμερα την ξεχάσαμε. Έμεινε πεταμένη σε μια γωνιά, στην ντουλάπα. Πήρα όμως κάποια μικρά βίντεο με την φωτογραφική μου μηχανή. Και ανάρτησα και κάποια στο youtube, όχι όλα δικά μου. Το ένα ήταν της δασκάλας μου στα ρώσικα, της Σβετλάνας. Η λήψη έγινε το 1996. Μιλάμε μαζί, ενώ σε μια καρέκλα κάθεται και μας παρακολουθεί ο γιος μου, δέκα χρονών τότε.
Το άλλο είναι από το πανηγύρι του χωριού μου, του προφήτη Ηλία, το 2001. Πάρθηκε από έναν συμφοιτητή μου, τον Τόμη, που είχε έλθει στο χωριό μου με έναν άλλο συμφοιτητή μας και έμεναν στο σπίτι του θείου του. Μόλις είχε αγοράσει τη βιντεοκάμερα, και ήταν ορεξάτος. Ανέβασα το κομμάτι όπου χορεύει μια πολύ όμορφη κοπέλα, και που χορεύει επίσης καταπληκτικά, μαλεβιζιώτη. Σ’ αυτήν ζουμάριζε συνέχεια. Κάπου φαίνομαι να χορεύω κι εγώ. Το κομμάτι το ανέβασα πρόπερσι, μετά πάλι από το πανηγύρι του προφήτη Ηλία. Με την ίδια κοπελιά να χορεύει, πάλι μαλεβιζιώτη, και εγώ δίπλα της. Όταν τέλειωσε ο χορός και πήγαινα να καθίσω, μου λέει ένας χωριανός «Μπαγάσα, έπιασες δίπλα στην πιο ωραία». Δυο άλλα μίνι βίντεο που ανέβασα, από κάμερα υπολογιστή, με δείχνουν να παίζω λύρα, στο ένα να λέω τα κρητικά κάλαντα και στο άλλο να λέω δυο μαντινιάδες.
Κοιτάζω στο youtube και βλέπω ότι τα βίντεο αυτά τα είδαν κάπου τετρακόσια άτομα. Και αναρωτιέμαι: τις αναρτήσεις με τις βιβλιοκριτικές που κάνω, πόσοι τις διαβάζουν; Πόσο χρόνο αφιερώνει ένας έλληνας να δει ταινίες και πόσο για να διαβάσει κάποια βιβλία;
Έχω γράψει ένα βιβλίο για το χωριό μου. Εκδόθηκε χωρίς εικόνες, γιατί θα ανέβαζαν φοβερά το κόστος. Εκεί έγραφα ότι ένα κατωχωριτάκι (Κάτω Χωριό λέγεται το χωριό μου), μετά από 100 χρόνια, θα διαβάζει ίσως με συγκίνηση πώς ζούσαν οι προπαππούδες του. Αργότερα σκέφτηκα τι ωραία που θα ήταν αυτό το κατωχωριτάκι να έβλεπε πώς ήταν το χωριό τότε. Σίγουρα κάποιοι χωριανοί θα έχουν φωτογραφίες. Έχω κι εγώ. Αλλά ένα βίντεο δεν θα ήταν καλύτερο;
Φλερτάριζα για καιρό με την ιδέα να αγοράσω ένα βίντεο και να πάρω το χωριό μου. Μετά θα το ανέβαζα στο youtube. Όμως δεν το αποφάσιζα. Είχα την εντύπωση ότι τη βιντεοκάμερα τη χρησιμοποιεί κανείς για να πάρει ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές (γάμους, βαφτίσια, ταξίδια, κ.λπ), και ότι μόνο οι επαγγελματίες τη χρησιμοποιούν για τέτοιου είδους δουλειές.
Έβλεπα την ταινία Ten on ten, όπου ο Κιαροστάμι μιλούσε για το Ten, που γυρίστηκε ολόκληρο με βιντεοκάμερα, δίνοντας ταυτόχρονα μαθήματα σκηνοθεσίας. Βρισκόμουν στα μισά της ταινίας και τη σταμάτησα. Κάθισα στον υπολογιστή και παράγγειλα μια βιντεοκάμερα στο e-shop. Συνεχίζοντας να βλέπω την ταινία σκεφτόμουν ότι έκανα πολύ καλά.
Γιατί γράφω αυτές τις γραμμές.
Κάνοντας αυτή την ανάρτηση θέλω να δεσμευτώ ψυχολογικά, να μην υπαναχωρήσω. Με αυτή τη βιντεοκάμερα θέλω να κάνω τουλάχιστον ένα ντοκιμαντέρ, για το χωριό μου. Τα κείμενά μου ποτέ δεν τα διαβάζω. Βλέπω όμως παλιές φωτογραφίες, εκείνα τα παλιά βίντεο, και με συγκίνηση ξαναείδα το μονόλεπτο φιλμ όπου μιλάω για το βιβλίο μου «Οικολογικά παραμύθια και διηγήματα», στην εκπομπή του Νίκου Λαγκαδινού «Με τη φωνή του συγγραφέα» στη ΝΕΤ, πριν από περισσότερο από δέκα χρόνια, και που ανάρτησα προχθές. Αν γυρίσω αυτό το φιλμ, θα το βλέπω αργότερα με την ίδια συγκίνηση. Αυτό για μένα είναι το πιο μεγάλο κίνητρο.
Monday, November 28, 2011
Abbas kiarostami, Όσα είδαμε
http://en.wikipedia.org/wiki/Abbas_Kiarostami_filmography
Οι ταινίες του, όσες είχαμε και είδαμε.
The bread and Alley (Noon va Koucheh) 1970
Είναι η πρώτη ταινία του Κιαροστάμι, δεκάλεπτη. Σ’ αυτήν φαίνεται καθαρά ο ταλαντούχος σκηνοθέτης. Θεματικά, η παιδική ηλικία, που θα τον απασχολήσει και σε μεταγενέστερα έργα του. Υφολογικά, ένα παιγνίδι σκιάς και φωτός στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Και η πλοκή; Μια χιουμοριστική, γλυκόπικρη ιστορία, ενός σκυλιού και ενός παιδιού.
Breaktime (Zang-e Tafrih) 1972
Η δεύτερη, μικρού μήκους ταινία του, κάπου 9 λεπτά, είναι περίπου μια συνέχεια της πρώτης. Ήρωας της ταινίας είναι πάλι ένας πιτσιρίκος. Τον βλέπουμε να φουσκώνει ένα μπαλόνι, μετά να παρακολουθεί μια ομάδα παιδιών που παίζουν μπάλα. Τους κλέβει την μπάλα, και ακολουθεί και εδώ η καταδίωξη (στην προηγούμενη ταινία το σκυλί καταδιώκει τον πιτσιρικά). Τους ξεφεύγει, και περιπλανιέται εδώ και εκεί με την μπάλα στην αγκαλιά. Στο τέλος τον βλέπουμε να απομακρύνεται στο βάθος ενός δρόμου, με την εικόνα του να χλομιάζει κάτω από ένα εκτυφλωτικό φως. Πουθενά δεν υπάρχει λόγος, μόνο μουσική, όπως και στην προηγούμενη.
The experience (1973)
Φαίνεται πώς ο Κιαροστάμι αναπαράγει οντογενετικά τη φυλογένεση του κινηματογράφου. Από τον ασπρόμαυρο βουβό με τις δυο πρώτες του ταινίες πηγαίνει στον ασπρόμαυρο ομιλούντα, για να πάει αργότερα στον έγχρωμο. Στο έργο αυτό βλέπουμε έναν δεκατετράχρονο Οδυσσέα στην καθημερινότητά του. Δουλεύει σαν παραγιός σε ένα φωτογράφο που είναι ο αδελφός του πατέρα του, φλερτάρει, κλέβει ένα πορτοφόλι, σφουγγαρίζει σκάλες κ.λπ. Η ταινία τελειώνει με το να του κλείνουν κατάμουτρα την πόρτα στο σπίτι της κοπέλας που φλερτάρει. Εμπειρία.
Mosafer (Μουσαφίρης στα κρητικά), 1974.
Και σ’ αυτή την ταινία (επίσης ασπρόμαυρη), ήρωας είναι ένας μαθητής, που ονειρεύεται να παρακολουθήσει έναν αγώνα της εθνικής. Περνάει μια οδύσσεια μέχρι να φτάσει στο γήπεδο. Κουρασμένος, μαζί με άλλους, ξαπλώνει και κοιμάται σε ένα πάρκο απ’ έξω. Ο αγώνας ξεκινάει, οι άλλοι έχουν ξυπνήσει. Αυτός ονειρεύεται. Ξάφνου ξυπνάει και ορμάει στο γήπεδο. Είναι άδειο, δεν υπάρχουν παρά μόνο οι σκουπιδιάρηδες που σκουπίζουν. Unhappy end, όπως και στην «Εμπειρία». Και όμως, αυτός σαν αρσενικός θα μπορούσε να δει τον αγώνα, αντίθετα με τα κορίτσια στο Off-side του Τζαφάρ Παναχί.
Colors (1975)
Πρόκειται για ένα μικρό, δεκαπεντάλεπτο φιλμ, με το οποίο ο Κιαροστάμι, μπαίνοντας στον έγχρωμο κινηματογράφο, αποτίει φόρο τιμής στο χρώμα. Παρουσιάζονται διάφορες σκηνές με διάφορα αντικείμενα, στα οποία συνήθως κυριαρχεί ένα χρώμα το οποίο σχολιάζει ένας αφηγητής. Ο Κιαροστάμι εμφανίζεται πολύ επινοητικός σε κάποιες σκηνές, όπως π.χ. στη σκηνή με τα αυτοκινητάκια, ή στη σκηνή που ο μικρός πυροβολεί και σπάζει διαδοχικά κάποια μπουκάλια που είναι γεμάτα με υγρό διαφόρων χρωμάτων.
Two solutions for one problem (1975)
Αυτό είναι ένα ακόμη πιο μικρό φιλμ, μόλις τεσσάρων λεπτών, έγχρωμο, με τη φιλοσοφία όμως του βωβού κινηματογράφου: οι δυο φίλοι δεν μιλούν, μιλάει ένας αφηγητής. Ένας μαθητής δανείζει σε ένα φίλο του ένα βιβλίο. Αυτός του το επιστρέφει ελαφρά σκισμένο. Η πρώτη λύση: Του ξεσκίζει σε αντίποινα ένα δικό του βιβλίο. Αυτός με τη σειρά του του σπάζει το λουρί της τσάντας του, εκείνος το μολύβι του, κι αυτός το χάρακά του, κ.λπ. κ.λπ. για να καταλήξουν να παίζουν ξύλο στο πάτωμα. Η σκηνή επαναλαμβάνεται. Όμως τώρα δεν του σκίζει σε αντίποινα το δικό του βιβλίο, αλλά του κάνει την παρατήρηση πώς του το έφερε σκισμένο. Αυτός παίρνει κόλλα και το κολλάει. Η άλλη λύση.
The wedding suit 1976
Μια μητέρα παραγγέλνει ένα κοστούμι για το γιο της, και ένας φίλος του παραγιού του ράφτη τον πιέζει να του το δανείσει. Θα τον πείσει τελικά. Πηγαίνει κουστουμαρισμένος σε μια παράσταση ενός θαυματοποιού (είχα δει παρόμοιο στο χωριό μου, μικρός). Επεισοδιακά το κουστούμι επιστρέφει στη θέση του την τελευταία στιγμή.
The report, 1977
Τα θέματα της ταινίας είναι η διαφθορά, οι συζυγικές συγκρούσεις και ο αντίκτυπος στα παιδιά. Η σκηνή που το ζευγάρι τσακώνεται και το μικρό κοριτσάκι κλαίει είναι ιδιαίτερα σκληρή. Η γυναίκα κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, ο άντρας μένει για λίγο στο δωμάτιό της στο νοσοκομείο, και μετά φεύγει. Πάλι unhappy end, πάλι απαισιόδοξος ο Κιαροστάμι. Η διαφθορά θεματοποιείται στο πρόσωπο του άντρα, που εργάζεται στην εφορία και δωροδοκείται – στο συγκεκριμένο επεισόδιο απαιτεί να δωροδοκηθεί, πράγμα που οδηγεί στην καταγγελία του-και σε μια ιστορία που αφηγείται κάποιος σε ένα καφενείο.
The chorus (1982)
Είχε πολύ πλάκα – ή μήπως δεν είχε;- αυτή η δεκαεπτάλεπτη ταινία. Ο παππούς είναι κουφός, φοράει ακουστικό. Όταν ακούει εκνευριστικούς θορύβους το βγάζει. Φθάνοντας σπίτι του βλέπει ένα κομπρεσέρ να δουλεύει στο δρόμο. Βγάζει το ακουστικό. Ανεβαίνει πάνω –μένει στον πάνω όροφο. Τρώει κάτι σαν ραπανάκια, φτιάχνει τσάι, ανάβει τσιγάρο. Στο μεταξύ οι δυο εγγονούλες του τον φωνάζουν από κάτω. Φυσικά δεν ακούει. Έρχονται συμμαθήτριές τους για να τις βοηθήσουν φωνάζοντας κι αυτές. Μαζεύονται όλο και περισσότερες. Στο τέλος ο παππούς σαν να ακούει κάτι και φοράει το ακουστικό. Ακούει τις φωνές των κοριτσιών που φωνάζουν εν χορώ: «παππού, άνοιξε την πόρτα». Πηγαίνει στο παράθυρο και βλέπει το παιδομάνι. Χαμογελάει.
First graders, 1984
Τα πρωτάκια, εικόνες από ένα σχολείο, με το μεγαλύτερο μέρος της τα πρωτάκια να απολογούνται για τις αταξίες τους.
Where is the friend’s home, 1987
Με απλά μέσα δημιουργεί ο Κιαροστάμι ένα σασπένς που κρατεί αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Ο μαθητής πήρε κατά λάθος το τετράδιο εργασιών ενός συμμαθητή του που κάθονται στο ίδιο θρανίο, και πρέπει να του το επιστρέψει γιατί κινδυνεύει να τιμωρηθεί αν δεν κάνει τις εργασίες του. Και αρχίζει η Οδύσσειά του. Ο συμμαθητής του μένει σε μια μακρινή γειτονιά, και δεν ξέρει πού είναι το σπίτι του. Οι μεγάλοι δεν είναι και τόσο πρόθυμοι να τον βοηθήσουν στην αναζήτησή του. Εδώ θεματοποιεί ο Κιαροστάμι το γεγονός ότι και τα παιδιά ανήκουν σε μια λίγο πολύ καταπιεσμένη μειονότητα.
Δεν θα καταφέρει να επιστρέψει το τετράδιο. Τι θα γίνει; Όλα τα παιδιά είναι στα θρανία, αυτός απουσιάζει. Ο δάσκαλος εξετάζει τα τετράδια των μαθητών. Έρχεται καθυστερημένος, και ζητάει την άδεια να μπει. Ο δάσκαλος του τη δίνει. Κάθεται δίπλα στο συμμαθητή του. Του δίνει το τετράδιό του. Συμπληρωμένο. Έκανε ο ίδιος τις ασκήσεις. Ο δάσκαλος κοιτάζει και τα δυο τετράδια, και υπογράφει. Δεν πήρε χαμπάρι.
Θυμάμαι που μαθητής, τρίτη γυμνασίου, έγραψα τρία διαγωνίσματα στα αγγλικά, ένα για μένα και από ένα για δυο φίλους μου. Ο καθηγητής δεν πήρε χαμπάρι. Τώρα σε πόσα παρόμοια εγώ, σαν καθηγητής, δεν πήρα χαμπάρι, δεν ξέρω. Οι μαθητές μου ξέρουνε.
Homework, 1989
Μετά τα «Πρωτάκια» ο Κιαροστάμι γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ, όπου εδώ τα παιδιά αντί να απολογούνται για τις αταξίες τους μιλάνε για την «κατ’ οίκον εργασία», πώς την αντιμετωπίζουν και πώς τα αντιμετωπίζουν οι γονείς τους σε σχέση μ’ αυτήν. Τα τιμωρούν αν δεν την κάνουν, τα βοηθούν ή όχι, τι γίνεται με τα αδέλφια τους κ.λπ. Ένας γονιός παραπονιέται για το φόρτο εργασίας που έχουν τα παιδιά στο σπίτι. Εντύπωση μου έκανε το μεγάλο ποσοστό των αναλφάβητων γονιών. Επίσης, ανθρωπολογικά, πώς εδώ η άρνηση δεν δηλώνεται με στρίψιμο της κεφαλής αριστερά-δεξιά, όπως στη Δύση, αλλά πάνω και πίσω, όπως σε μας, και μάλιστα με τη συνοδεία του «τσου», μια αγένεια που τη διαπράτταμε και εμείς ως μαθητές και οι δάσκαλοί μας μας επέπλητταν λέγοντάς μας πως πρέπει να λέμε «όχι» και όχι «τσου».
Close up, 1990
Για το Close up γράψαμε ξεχωριστά, βρίσκεται στον κατάλογο με τις ταινίες στην ιστοσελίδα μου, καθώς και στο blog μου, σ’ αυτή τη διεύθυνση http://hdermi.blogspot.com/2009/12/close-up.html
Life, and nothing more (1991).
Μισοντοκιμαντερίστικη, η ταινία αποτελεί ένα οδοιπορικό στις σεισμόπληκτες περιοχές. Μου θύμισε το Aftershock του Feng Xiaogang. Ο κεντρικός ήρωας ψάχνει να δει τι απέγιναν οι μικροί πρωταγωνιστές της ταινίας «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου», που είχε γυριστεί πριν 4 χρόνια σ’ αυτές τις περιοχές. Με παρέα το μικρό γιο του περνάει μπροστά από τα χαλάσματα και τους άστεγους. Σταματάει σε ένα χωριό με μισογκρεμισμένα σπίτια, όπου οι κάτοικοι προσπαθούν να στήσουν ένα υποτυπώδες νοικοκυριό για να επιβιώσουν. Πολλοί αφηγούνται πώς επέζησαν, και πώς κάποιοι συγγενείς τους δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί όσο αυτοί. Ένα παιδί τη γλίτωσε γιατί ένοιωθε να ενοχλείται πολύ από τα κουνούπια, και βγήκε έξω να κοιμηθεί. Ο αδελφός του που δεν ένοιωθε να ενοχλείται ιδιαίτερα έμεινε μέσα, με αποτέλεσμα να καταπλακωθεί στο σεισμό.
Έπρεπε να το γράψω μιλώντας για την ταινία «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου», αλλά εδώ είναι πιο εμφανές: το χωριό που γυρίστηκε η ταινία μου θύμισε κρητικό χωριό, στη μεσοχωριά. Τα γαλάζια χρώματα, οι εσοχές στους τοίχους που χρησίμευαν για ντουλάπια, τα δοκάρια στα ταβάνια, μου θύμισαν τα σπίτια της μεσοχωριάς των παιδικών μου χρόνων, το σπίτι του παππού μου, το σπίτι της γιαγιάς μου. Τα εσωτερικά των σπιτιών, με κάποιους από τους τοίχους γκρεμισμένους, βρίσκονταν τώρα πια σε κοινή θέα.
Νομίζω έκανα πολύ καλά να δω όσα έργα του Κιαροστάμι δεν είχα δει μαζεμένα, σε χρονολογική σειρά, τα παλιότερα πρώτα και έπειτα τα νεότερα. Μπορείς να δει κανείς έτσι πιο καθαρά τις υφολογικές και τις θεματικές διαφοροποιήσεις, αλλά προπαντός γίνεται κατανοητή η παραπομπή σε άλλα έργα. Το έργο αυτό, όπως διαβάζω στην Βικιπαίδεια, είναι το μεσαίο της τριλογίας του Κόκερ (το χωριό όπου βρίσκεται το «Σπίτι του φίλου μου», και το οποίο αποτελεί τώρα τον προορισμό του ήρωά μας, ένα από τα χωριά που θρήνησαν τα περισσότερα θύματα αναλογικά με τον πληθυσμό). Εκεί θα γυριστεί το τρίτο μέρος της τριλογίας, το αμέσως επόμενο έργο).
Through the olive trees, 1994.
Την είδα πριν χρόνια, και την ξαναείδα επίσης πριν χρόνια. Η πρωτοτυπία της έγκειται στον εγκιβωτισμό. Γυρίζεται μια ταινία, και ο πρωταγωνιστής ερωτεύεται την πρωταγωνίστρια. Μάταια όμως. Στο τέλος (το ξαναβλέπω γιατί δεν το θυμόμουν καθαρά) η ηρωίδα απομακρύνεται ενώ ο ήρωας την ακολουθεί. Όχι σε δρόμο, σε μονοπάτι. Τους βλέπουμε σε μακρινό πλάνο. Πίσω από τα λιόδεντρα προφανώς θα την προφτάσει. Θα την μεταπείσει; Τον βλέπουμε πάντα σε μακρινό πλάνο να επιστρέφει. Προφανώς άπρακτος.
The taste of cherry, 1997
Χρυσός φοίνικας στις Κάνες, την είδα πριν χρόνια και την ξαναείδα πρόσφατα. Ένας άνθρωπος προσπαθεί να βρει κάποιον να τον βοηθήσει στην αυτοκτονία του. Όχι να τον σκοτώσει, αλλά να σκεπάσει το σώμα του με χώμα. Κάποιοι αρνούνται, κάποιοι προσπαθούν να τον αποτρέψουν. Στο τέλος δεν θα αυτοκτονήσει. Χρησιμοποίησα την ατάκα που δίνει και τον τίτλο, στο διήγημά μου «Να αυτοκτονήσει κανείς ή να μην αυτοκτονήσει» από τη συλλογή «Το Φραγκιό». Ο ήρωάς μου δεν θα αυτοκτονήσει. Αλλά γιατί; Αφήνω ανοικτές διάφορες εκδοχές. Παραθέτω τις δυο σχετικές παραγράφους (για να διαφημίσουμε παρεμπιπτόντως και τα διηγήματά μας, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΑΛΔΕ).
«Θα μπορούσα να τον φανταστώ να θυμάται ξαφνικά τα κεράσια – σε λίγους μήνες είναι η εποχή τους - και να σκέφτεται τρομαγμένος: «Αλήθεια, δεν θα ξαναδοκιμάσω πια κεράσια;»
Όμως αυτό ειδικά δεν γίνεται, γιατί είναι ατάκα από την ταινία «Η γεύση του κερασιού» του ιρανού σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι, που έχει σαν θέμα της την αυτοκτονία. Ο ήρωας έχει σκοπό να αυτοκτονήσει. Ένας άνθρωπος τον οποίο έχει προσλάβει για να τον θάψει μετά, θα προσπαθήσει να τον μεταπείσει. Ο ίδιος είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας στο παρελθόν. Ανάμεσα στα άλλα του λέει: «Θέλεις να εγκαταλείψεις τη γεύση του κερασιού;» Πρέπει να τον έπεισε, γιατί τελικά δεν αυτοκτόνησε. Ο Κριστόφ Κισλόφσκι αντίθετα, ανελέητος, θα αφήσει την ηρωίδα του στο «Δίχως τέλος» να αυτοκτονήσει».
The wind will carry us, 1999
Ένας δημοσιογράφος πηγαίνει σε ένα απομονωμένο χωριό για να τραβήξει φωτογραφίες από την κηδεία μιας ετοιμοθάνατης γριάς. Αυτή αργεί να πεθάνει, και τον βλέπουμε στις σχέσεις του με τους χωρικούς. Η απομόνωση του χωριού τονίζεται συνεχώς με το να μην έχει καλό σήμα για να επικοινωνήσει με το κινητό του, να παίρνει το αυτοκίνητό του και να πηγαίνει στην κορυφή ενός λόφους όπου έχει σήμα, σε ένα εφέ επανάληψης. Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία.
ABC Africa, 2001
Πρόκειται για παραγγελία των Ηνωμένων Εθνών, με στόχο να ευαισθητοποιήσει την παγκόσμια κοινή γνώμη για την πληθώρα των ορφανών στην Ουγκάντα, αποτέλεσμα ενός εμφύλιου πόλεμου και του aids που πλήττει όλη την Αφρική. Οι ανθρωπιστικές καθολικές οργανώσεις προσφέρουν πολλά, αλλά στον τομέα της διαφώτισης υστερούν. Σε μια αφίσα που είδαμε λέει ότι virginity is the best protection against aids. Και αν ο άντρας σου, για τον οποίο έχεις φυλάξει την παρθενιά σου δεν έχει φυλάξει αυτός τη δική του ή αντίστροφα; Δεν θα ήταν καλύτερα να έγραφε ότι η καλύτερη προστασία είναι τα condones, τα προφυλακτικά;
Ο απαισιόδοξος Κιαροστάμι εδώ εγκαταλείπει την απαισιοδοξία του. Δεν έχει σαν στόχο να δείξει μόνο το δράμα ενός λαού, αλλά και τις ευτυχισμένες στιγμές του. Υποφέρει, αλλά διασκεδάζει, χορεύει, τραγουδάει, τα παιδιά παίζουν, μαθαίνουν αγγλικά, και παρακολουθούν με περιέργεια την κάμερα που τους παίρνει.
Σε κάποιο σημείο η κάμερα είναι σκοτεινή για πάνω από πέντε λεπτά. Παρακολουθούμε όμως τον διάλογο. Ο ντόπιος ξεναγεί τον Κιαροστάμι σε ένα σκοτεινό κτίριο. Δεν υπάρχει φως στους διαδρόμους. Εδώ ζουν πολλές οικογένειες, που οι περισσότερες έχουν, εκτός από τα παιδιά τους, και υιοθετημένα ορφανά. Εξάλλου και τα δικά τους παιδιά δεν έχουν επιβιώσει όλα.
Για μεμονωμένα παιδιά, υπάρχουν περισσότερες ελπίδες. Ένα ζευγάρι αυστριακών υιοθετεί ένα μωράκι, κοριτσάκι. Δεν είναι ρατσιστές, δεν ξέρουμε όμως τι θα είναι οι συμμαθητές του στην Αυστρία, όταν θα φτάσει στην ηλικία που πρέπει να πάει σχολείο. Και οι γείτονες και οι φίλοι πώς θα τους αντιμετωπίσουν; Ο Κιαροστάμι δεν κάνει εικασίες, μένει μπροστά σε αυτό το ελπιδοφόρο γεγονός, φιλμογραφώντας το χαριτωμένο κοριτσάκι που ακροβατεί καθώς περπατάει, στα πρώτα του βήματα ασφαλώς. Στο τέλος δεν θα τα καταφέρει, θα πέσει κάτω.
Ten, 2002
Πρόκειται για δέκα επεισόδια που διαδραματίζονται μέσα σε ένα αυτοκίνητο, και στα οποία εκτίθενται μείζονες καταστάσεις που αντιμετωπίζονται στη ζωή. Οδηγός είναι η Mania Akbari. Στο πρώτο επεισόδιο συνομιλεί με το γιο της (που είναι και πραγματικός της γιος). Θέμα είναι το πρόβλημα των παιδιών που οι γονείς τους έχουν χωρίσει, και ο καθένας τους προσπαθεί να τα προσεταιρισθεί. Το παιδί αγανακτεί. Το πλάνο διαρκεί πάρα πολλά λεπτά. Τι διάβολο, απομνημόνευσε ο πιτσιρικάς (δεν πρέπει να είναι πάνω από δέκα χρονών) όλες τις ατάκες του; Ή παίζει εκ του φυσικού; Άλλα θέματα είναι ο χωρισμός, το σεξ, ο έρωτας, η πορνεία. Κάποια επαναλαμβάνονται.
Five, Dedicated to Ozu, 2003
Στο ABC Africa είδαμε για πάνω από πέντε λεπτά μια σκοτεινή οθόνη, και δυο ανθρώπους να συζητάνε. Στο Five ο Κιαροστάμι χρησιμοποιεί περίπου το ίδιο εύρημα, ιδιαίτερα προκλητικό. Μια ακίνητη κάμερα τραβάει σκηνές ενός τοπίου. Αφηγηματικά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, έχει όμως εικαστικά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το έργο αυτό είναι κάτι ενδιάμεσο, μεταξύ φωτογραφίας και κινηματογράφου. Η κάμερα σταθερή παίρνει τη θάλασσα, με ένα μέρος της παραλίας. Υπάρχει η κίνηση των κυμάτων, με την αίσθηση μιας αιώνιας επιστροφής σε μίνι έκδοση-όλοι οι κολυμβητές την ξέρουν καλά-αλλά και το μοναδικό (singulatif) γεγονός, το ότι σπρώχνουν στην ακτή δυο μικρά ξύλα. Το σασπένς: θα τα ξεβράζει το κύμα τελικά ή όχι; Κάποια στιγμή τα ξεβράζει, αλλά ένα μεγαλύτερο κύμα τα ξαναπαίρνει σε λίγο μέσα.
Στη δεύτερη σκηνή βλέπουμε πάλι τη θάλασσα, αλλά από ένα πεζοδρόμιο-νυφοπάζαρο, όπως αυτό στην Ιεράπετρα. Βλέπουμε τη θάλασσα μέσα από κιγκλιδώματα. Η κίνηση εδώ δημιουργείται από ανθρώπους που περνάνε πάνω-κάτω. Στην τρίτη σκηνή βλέπουμε την πρώτη παραλία, με κάτι σκούρα πράγματα κοντά στο κύμα. Η ρυθμικά επαναλαμβανόμενη κίνηση των κυμάτων κάποια στιγμή συμπλέκεται με την μη ρυθμική κίνηση αυτών των πραγμάτων, που καθώς κινούνται βλέπουμε ότι είναι σκυλιά. Η τέταρτη σκηνή, στην ίδια παραλία, είναι αρκετά χιουμοριστική: βλέπουμε πάρα πολλά παπάκια, το ένα πίσω από το άλλο, να κατευθύνονται προς τα δεξιά. Τώρα τι έγινε και άλλαξαν γνώμη; Κάποια στιγμή επιστρέφουν πίσω, εδώ σε πιο μαζικούς σχηματισμούς. Πάμπολα. Πού τα πέτυχε τόσα πολλά ο Κιαροστάμι;
Στην πέμπτη σκηνή κυριαρχεί το σκοτάδι. Είναι νύχτα, ο ουρανός είναι μισοσυννεφιασμένος, και ένα φεγγάρι καθρεφτίζεται στο νερό μιας λιμνούλας, ή ίσως μιας στέρνας. Ακούμε βατραχάκια να κοάζουν επίμονα. Ακούγονται και τσαρφαλίδες (τώρα πώς τις λένε αυτές στην κοινή νεοελληνική δεν μου έρχεται, α, ναι, τριζόνια), ενώ κάπου κοντά γαυγίζουν σκυλιά. Το φεγγάρι κάποιες φορές σκεπάζεται από τα σύννεφα, χάνεται η αντανάκλασή του στο νερό, η οθόνη σκοτεινιάζει, ακούμε μόνο τα βατραχάκια, τα τριζόνια και τα σκυλιά. Ξάφνου ξεσπάει βροχή. Ξανά σκοτάδι. Έπειτα αρχίζει σιγά σιγά να ξημερώνει. Προβάλει η θάλασσα. Εμένα το χωριάτη, που μεγάλωσα σε χωριό, δεν με ξεγελάει. Εδώ έχουμε μοντάζ.
Υπάρχει στο youtube, μπορείτε να τη δείτε, είναι χωρίς υπότιτλους γιατί απλούστατα δεν υπάρχει λόγος.
Σαν φόρο τιμής στον Κιαροστάμι γύρισα κι εγώ, χωρίς να είμαι κινηματογραφιστής, το Five, dedicated to Kiarostami.
Ten on ten, 2004
Με αφορμή το Ten, ο Κιαροστάμι, καθισμένος στο αυτοκίνητό του ενώ τον παίρνει η κάμερα, όπως και την ηρωίδα στο Ten, δίνει δέκα μαθήματα για το σινεμά: για τους ηθοποιούς, για τη σκηνοθεσία, για τη μουσική, για τους χώρους, κ.λπ. Είχα δει το μισό όταν το πήρα απόφαση και έκανα την παραγγελία μου στο e-shop: αγόρασα μια βιντεοκάμερα. Η παλιά που είχα, αγορασμένη πριν 12 χρόνια, με κασέτα, εδώ και πολλά χρόνια είχε περιέλθει σε αχρησία. Ήταν και πολύ βαριά. Αλλά για αυτό σκοπεύω να γράψω ξεχωριστά.
The Roads of Kiarostami 2005
Μικρού μήκους ταινία, 32 λεπτά, την είδα πριν μήνες. Δείχνει δρόμους σε έργα του Κιαροστάμι. Για να γυριστεί τέτοια ταινία φαίνεται πως ο Κιαροστάμι έχει ένα φετίχ με τους δρόμους. Τώρα που το θυμάμαι, το The wind will carry us ξεκινάει δείχνοντας ένα τζιπ να ανεβαίνει έναν οφιοειδή δρόμο σε ένα βουνό, μακρινό πλάνο, ενώ ακούμε τον οδηγό να μιλάει με το κινητό του. Δρόμους πολλούς θυμάμαι και στο The taste of cherry.
Tickets: 2005 (Με τον Ken Loach και τον Ermano Olmi)
Παρακολουθούμε τρεις ιστορίες-επεισόδια σε ένα τραίνο. Στο πρώτο βλέπουμε έναν καθηγητής να αναρωτιέται αν έχει περάσει την ηλικία που του επιτρέπεται να ερωτευθεί. Τον εντυπωσίασε μια νέα γυναίκα σε ένα συνέδριο. Της γράφει στο λάπτοπ ένα email που δεν θα το στείλει τελικά. Στο δεύτερο ένας νεαρός συνοδεύει μια γηραιά κυρία που του βγάζει την πίστη. Φωτεινό διάλλειμα η συνομιλία του με μια χωριανή του πιτσιρίκα. Στο τρίτο βλέπουμε τρεις σκωτσέζους φιλάθλους να προσπαθούν να τα βολέψουν με δυο μόνο εισιτήρια. Το τρίτο τους το έχουν κλέψει.
To each his cinema, 2007
Έργο συλλογικό, έχουμε γράψει παλιά γι’ αυτό. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ: http://hdermi.blogspot.com/2009/07/to-each-his-cinema-2007.html
Shirin, 2008
Το «Πού είναι ο Ρωμαίος μου» στο «To each his cinema» ο Κιαροστάμι το αναπτύσσει στην μεγάλου μήκους Shirin. Το έργο το ακούμε, δεν το βλέπουμε. Αν θυμάμαι καλά την υπόθεση, ήταν ένας Πέρσης βασιλιάς και μια Αρμένια βασιλοπούλα που ερωτεύονται ο ένας τον άλλο, ρομάντζο κανονικό. Αυτό που βλέπουμε είναι τα πρόσωπα των θεατών που υποτίθεται ότι βλέπουν το έργο σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Κάποιες φορές κυλούν δάκρυα από τα μάτια τους. Οι θεατές είναι, αν όχι όλοι αρκετοί τουλάχιστον, ηθοποιοί. H Juliette Binoche που θα πρωταγωνιστήσει στο Certified copy είναι ανάμεσά τους. Πολύ πρωτότυπη σύλληψη, αν και αναρωτιέμαι αν είναι ελκυστική για ένα ευρύτερο κοινό.
Certified copy, 2010
Και για αυτό το έργο έχουμε γράψει ξεχωριστά, και η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:
http://hdermi.blogspot.com/2010/12/abbas-kiarostami-copie-confirme.html
Ο Κιαροστάμι είναι κορυφαίος σκηνοθέτης. Όπου ακούσετε ότι παίζεται έργο του, να τρέξετε να το δείτε. Υπάρχουν έργα του και στα video-club. Ψάχνετε και τα τηλεοπτικά προγράμματα, τα κανάλια όλο και κάποιο έργο του βάζουν.
Σκοπεύω να συνεχίσω με σκηνοθέτες σε έργα των οποίων ο Κιαροστάμι έχει γράψει το σενάριο. Αυτοί είναι οι Ebrahim Forouzesh στο έργο του «Το κλειδί», και ο Τζαφάρ Παναχί στο «Άσπρο μπαλόνι» και στο Grimson gold.
Μεγάλος ο Κιαροστάμι, ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Αιωνία η μνήμη του δεν λέω, γιατί θα είναι αιώνια-δηλαδή όσο γίνεται. Να παραθέσω εδώ τους συνδέσμους για την προ-τελευταία ταινία του και για την τελευταία.