Book review, movie criticism

Thursday, March 12, 2009

Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη.

Το είδαμε σήμερα (Κυριακή 8-3-2009) σε avant premier. O OTE, η πιο σταθερή μας σχέση, έγινε ασταθής, και σήμερα μόλις σταθεροποιήθηκε πάλι, και έτσι κάνουμε τώρα την ανάρτηση.
Ένας έλληνας μετανάστης, στο ταξίδι του στην Αμερική, το 1929, συναντά στο υπερωκεάνιο με το οποίο ταξιδεύει τον Πεσσόα και τον Καβάφη. Συζητάνε και οι τρεις τους πίνοντας τσίπουρο. Ο μετανάστης Καπόπουλος, δεν θυμάμαι το μικρό του, καταγράφει τα της συνάντησης.
Η ταινία προβλήθηκε ως ντοκιμαντέρ. Νομίζω είδα και διαφήμισή της στο facebook.
Η λέξη ντοκιμαντέρ είναι δάνεια, από το γαλλικό documentaire που σημαίνει, όπως διαβάζουμε στο λεξικό, αποδεικτικός, βασιζόμενος σε έγγραφα, τεκμηριωμένος. Το λεξικό Φυτράκη ορίζει τη λέξη ντοκιμαντέρ ως «ταινία κινηματογραφική, μικρού ή μεσαίου μήκους, βασισμένη αποκλειστικά σε ντοκουμέντα, σε στοιχεία της πραγματικότητας». Το προηγούμενο ντοκιμαντέρ που είδα ήταν της Αλίντας Δημητρίου «Πουλιά στο βάλτο: οι γυναίκες της αντίστασης». Ήταν μια σειρά συνεντεύξεων που έδωσαν αγωνίστριες της κατοχής.
Το γύρισμα της ταινίας κράτησε πέντε χρόνια, από το 2002 μέχρι το 2007, όπως μας ειπώθηκε. Βέβαια, ένα τέτοιο λαυράκι θέλει χρόνο να το πετύχει κανείς, δηλαδή να βρει ένα μάρτυρα της συνάντησης Καβάφη-Πεσσόα.
Ο Κώστας ο Μαυρουδής που καθόμασταν μαζί, μου λέει ότι η συνάντηση αυτή είναι φανταστική, και το πρόσωπο φανταστικό. –Δεν είμαστε καλά, του λέω, και τότε τι σόι ντοκιμαντέρ είναι;
Είχε δίκιο. Στη συζήτηση που επακολούθησε - Τίτος Πατρίκιος, Μένης Κουμανταρέας και άλλοι δύο από το χώρο του σινεμά που δεν συγκράτησα τα ονόματά τους – λέχθηκαν αρκετά πάνω σ’ αυτό, ότι δηλαδή η συνάντηση ήταν φανταστική και το πρόσωπο-μάρτυρας της συνάντησης φανταστικό, ενώ εμείς νομίζαμε…
Βγήκα έξω από τα ρούχα μου. Δηλαδή όλο αυτό το πράγμα ήταν στημένο; Δηλαδή η ταινία δεν ήταν ντοκιμαντέρ, και ας είχε κάποια ντοκιμαντερίστικα στοιχεία όπως οι πόλεις που έζησαν οι δυο ποιητές και κάποια χειρόγραφά τους που πήρε ο φακός; Τελικά όλο αυτό το πράγμα δεν ήταν προϊόν έρευνας αλλά μια επινοημένη ιστορία; Μια ταινία δηλαδή από αυτές που ο γιος μου αποκαλεί χλευαστικά «χαμηλού προϋπολογισμού», αν και κράτησε πέντε ολόκληρα χρόνια το γύρισμά της; Καλά, εγώ έμαθα ότι τελικά δεν ήταν ντοκιμαντέρ όπως εννοούμε τη λέξη χάρις στη συζήτηση που ακολούθησε, γιατί τον Μαυρουδή δεν τον πίστεψα, τι θα γίνει όμως με τους θεατές εκείνους που θα δουν την ταινία στις αίθουσες; Δεν θα πιστέψουν, όπως και κάποιοι από τους θεατές που πήραν το λόγο στη συζήτηση, ότι η ιστορία ήταν απόλυτα αληθινή;
Νοιώθω ότι με κορόιδεψαν. Γιατί, η ταινία τελικά δεν ήταν τίποτα. Ένα μεγάλο μέρος της ήταν ανάγνωση ποιημάτων, που υποτίθεται ότι είχαν κοινά στοιχεία. Θα μπορούσαν να βρεθούνε άλλα τόσα ποιήματα από ένα σωρό άλλους ποιητές που να έχουν επίσης κοινά στοιχεία με την ποίηση του Πεσσόα και του Καβάφη. Υπάρχουν και άλλοι ποιητές που έζησαν μια μοναξιασμένη ζωή. Το μόνο που θα δυσκολευόμασταν ίσως να βρούμε είναι ποιητές του διαμετρήματός τους. Αλλά, θα πουν, εμείς αυτούς διαλέξαμε. Όμως η ομοιότητα αυτή, την οποία μόνο επιφανειακά μπορεί να θίξει μια ταινία σε σχέση με ένα μελέτημα, δικαιολογεί το όλο εγχείρημα; Ο Κουμανταρέας είπε ότι ένα κείμενο δικό του για τον Καβάφη και τον Δημήτρη Μητρόπουλο στηρίζεται στην πραγματική σχέση των δυο αυτών ανδρών. Φαντάζομαι ότι το πραγματικό της σχέσης αυτής ήταν που τον οδήγησε να γράψει το κείμενό του. Στην ταινία όμως;
Έτσι γίνεται η παραχάραξη της ιστορίας. Οι περισσότεροι από εμάς θα έχουν διαβάσει την περίφημη επιστολή ενός ινδιάνου αρχηγού στον πρόεδρο των ΗΠΑ. Εγώ σαν οικολόγος την ξέρω για πάνω από τριάντα χρόνια. Και μόλις πριν δυο χρόνια έμαθα ότι ήταν ψεύτικη, ότι ήταν ξεσηκωμένη από μια ταινία των αρχών του προηγούμενου αιώνα και θεωρήθηκε αληθινή, ενώ δεν ήταν παρά επινόηση του σεναριογράφου.
Το πρόβλημα με αυτή την ταινία είναι πιο σοβαρό. Είναι πρόβλημα ειδολογικό. Πώς μπορεί να χαρακτηριστεί μια ταινία που κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και στο ντοκουμέντο; Σίγουρα όχι ντοκιμαντέρ. Πρέπει όμως να επινοηθεί ένας χαρακτηρισμός ο οποίος θα εκτρέφει και τις αντίστοιχες αναμονές χωρίς να τις διαψεύδει.
Αλλά και πάλι υπάρχει το πρόβλημα. Ο θεατής θα ήθελε να ξέρει ποιο είναι το μυθοπλαστικό στοιχείο και ποιο το πραγματικό. Καλύτερα λοιπόν οι τέτοιου είδους ταινίες να χαρακτηρίζονται ως μυθοποιημένες βιογραφίες. Λύνεται όμως το πρόβλημα; Στην «Τροία» είδαμε αρκετές ανακρίβειες. Εμείς οι έλληνες. Οι αμερικάνοι όμως;
Χθες τέλειωσα την «Πολιτεία των ληστών» του Ντέηβιντ Μπενιόφ. Στηρίχτηκε στις αναμνήσεις του παππού του από την πολιορκία του Λένινγκραντ. Το έργο όμως χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας, με αυτό τον χαρακτηρισμό, είναι σαν να σου λέει πως τα επεισόδια που αφηγείται εκεί μέσα δεν είναι όλα πραγματικά. Δεν σε ξεγελάει να πιστέψεις πως είναι ακριβώς η ιστορία του παππού του την οποία ο ίδιος παρουσιάζει λογοτεχνικά.
Τα κάθε είδους ντοκιμαντέρ πάνω σε συγγραφείς δεν προσφέρουν τη γνώση που προσφέρει η γραπτή μελέτη. Βλέπεις εικόνες του συγγραφέα, τα μέρη που έζησε, αντικείμενα που χρησιμοποίησε, κ.λπ. Είναι κάτι ανάλογο με τις επισκέψεις στο σπίτι που γεννήθηκε, στο σπίτι που έγραψε τα περισσότερα έργα του, στον τάφο του κ.ά. Τα ντοκιμαντέρ αυτά προσφέρουν καθαρή συγκίνηση. Η γνώση που αντλείται από εκεί είναι ελάχιστη, σε σχέση με τις βιογραφίες και τις μελέτες για το έργο των συγγραφέων. Σαν συγκριτολόγο εξ ιδιοσυγκρασίας θα με ενδιέφερε μια συγκριτολογική μελέτη Πεσσόα – Καβάφη. Να αγοράσω άραγε το έργο «Φερνάντο Πεσσόα, Κ.Π.Καβάφης», με εισαγωγή, μετάφραση και ανθολόγηση του Γιάννη Σουλιώτη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο; Είμαι σίγουρος ότι θα με ικανοποιήσει περισσότερο από την ταινία, η οποία ξεγελώντας με μου σκότωσε τη συγκίνηση.
Post a Comment