Book review, movie criticism

Monday, March 23, 2009

Γιώργος Ρωμανός, Καζαμπλάνκα καφέ

Γιώργος Ρωμανός, Καζαμπλάνκα καφέ, Άγκυρα 2008, σελ. 203

Έρωτας πάνω σε ένα κρουαζιερόπλοιο, με ένα απρόοπτο τέλος

Μετά από πέντε συλλογές διηγημάτων ο Γιώργος Ρωμανός, εκδότης του περιοδικού Πανδώρα, εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Καζαμπλάνκα καφέ». Ελκυστικός για μένα τίτλος, όχι γιατί πίνω καφέ, αλλά γιατί μου αρέσει η Καζαμπλάνκα. Φανταζόμουν ένα καφέ σε κάποια μεγαλούπολη στην Ευρώπη, ίσως και στο Μαρόκο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για το καφέ ενός πλοίου. Εκεί διαδραματίζεται η υπόθεση του μυθιστορήματος, πάνω σε ένα κρουαζιερόπλοιο, που περιφέρεται στα διεθνή ύδατα αράζοντας από καιρό σε καιρό και σε κάποιο εξωτικό λιμάνι της Ασίας.
Δεν θα εκπλησσόμουν αν μάθαινα ότι ο συγγραφέας έχει δουλέψει ως ναυτικός και το έργο του είναι αποκρυστάλλωμα των ταξιδιωτικών του εμπειριών, όπως είναι π.χ. πολλά από τα έργα του Joseph Conrad (The heart of darkness, Lord Jim κ.ά) αν και δεν χρειάζεται να είσαι ναυτικός για να γράψεις ένα έργο που η υπόθεσή του διαδραματίζεται στη θάλασσα. Ο Jack London για παράδειγμα δεν υπήρξε ναυτικός αλλά έγραψε τον θαυμάσιο «Θαλασσόλυκο», έργο το οποίο έχουμε παρουσιάσει από το blog μας.
Το έργο στην κυριολεξία είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο πάνω στον έρωτα, το σεξ και τη μοναξιά, και κυρίως στο σεξ σαν αντίβαρο στη μοναξιά. «Εγώ σου μίλησα γενικά… πως μπορεί μια γυναίκα να γαντζωθεί στο σεξ από απελπισία» (σελ. 128). Σε ένα άλλο απόσπασμα που δυστυχώς δεν τσεκάρισα γράφεται κάτι που είχα διαβάσει πριν χρόνια. Πολλές γυναίκες κάνουν απεγνωσμένα σεξ όχι για την ηδονή του οργασμού που μπορεί και να μην τον νιώθουν, αλλά γιατί αυτές τις στιγμές ένας άντρας τις κρατάει στην αγκαλιά του και δεν νιώθουν μόνες.
Ο Ρωμανός βάζει τον μοναχικό ήρωά του να ζει διάφορες ερωτικές καταστάσεις, ενώ άλλες καταστάσεις παρουσιάζονται σε δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, με τους ήρωες να τις διηγούνται στις μεταξύ τους συζητήσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο ολοκληρώνεται η εικόνα του «σεξ και μοναξιά».
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό του Ρωμανού μας ήλθε στο νου η παροιμία που λέει «δεν μπορείς να έχεις και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο». Η πίττα έμεινε σωστή. Η γκάμα των σεξουαλικών σχέσεων που περιγράφονται στο βιβλίο είναι πολύ πλατιά. Όμως αυτό βαίνει εις βάρος της πλοκής. Είναι δύσκολο να υπάρξει ταυτόχρονα μια συναρπαστική πλοκή και μια διεξοδική παρουσίαση μιας σειράς σεξουαλικών καταστάσεων. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει για παράδειγμα η Μάρω Βαμβουνάκη, που με προσχηματικές ιστορίες αναπτύσσει το ευρύ φάσμα των ερωτικών αισθημάτων και καταστάσεων που βιώνουν οι ηρωίδες της, με τον δοκιμιακό λόγο –καλύτερα το telling κατά Henry James - του αφηγητή και τον εσωτερικό μονόλογο των ηρωίδων της.
Ενώ όμως η Βαμβουνάκη παραιτείται, ο Ρωμανός δεν παραιτείται. Υπόσχεται μια συναρπαστική πλοκή ξεκινώντας με σασπένς, αλλά η υπόσχεση μόνο εν μέρει υλοποιείται. Ο ήρωας-αφηγητής στην αρχή του μυθιστορήματος γίνεται ακούσιος μάρτυρας της ερωτικής συνεύρεσης μιας γυναίκας. Θα ανακαλύψει αργότερα, κι εμείς μαζί του, ποια είναι αυτή η γυναίκα. Ακόμη υπάρχει ένα νεαρό αγόρι που ρίχνουν στα κρυφά το πτώμα του στη θάλασσα. Θα περιμέναμε μια πιο συναρπαστική πλοκή γύρω από αυτό το επεισόδιο. Το μόνο που μαθαίνουμε είναι η αποθάρρυνση του ήρωα από ένα άλλο πρόσωπο του έργου να ψάξει για περισσότερα.
Και μια και μιλάμε για παροιμίες, υπάρχει και η παροιμία που λέει «Τέλος καλό, όλα καλά». Το τέλος του έργου είναι ολότελα εντυπωσιακό. Η αφηγηματική ανατροπή που συντελείται είναι ειδολογικής φύσης: από τη ρεαλιστική αφήγηση περνάμε στη σουρεαλιστική. Το πλοίο έχει χάσει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Ο ήρωας από την καμπίνα του όπου έχει καταφύγει με την αγαπημένη του, καταφέρνει να πιάσει στο ραδιόφωνό του έναν σταθμό που μεταδίδει:
«Στις οκτώ και μισή ακριβώς, το υπερωκεάνιο που κατευθυνόταν στις νήσους Ορούρα, από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία, χάθηκε από το ραντάρ. Τα σωστικά που προσέτρεξαν μετά τη μετάδοση του σήματος κινδύνου δεν βρήκαν κανένα ίχνος του. Υπάρχουν φόβοι πως το πλοίο έπεσε σε μαγνητική θύελλα και βυθίστηκε από αιφνίδια δίνη. Οι έρευνες μέχρις στιγμής δεν απέδωσαν. Στο σημείο που χάθηκαν τα ίχνη του πλοίου δεν ανευρέθησαν επιζώντες. Οι έρευνες θα συνεχιστούν με την ελπίδα ότι το πλοίο εξόκειλε…» (σελ. 202).
Όχι, το πλοίο δεν είχε εξοκείλει. Είχε βυθιστεί.
«…εκείνη όμως ήταν ακόμη δίπλα μου. Όμορφη από έναν άφατο έρωτα. Μόνο που η φιγούρα της λίγο λίγο ξεθώριαζε. Σιγόσβηνε, όπως ένα αχνό φως σε ομίχλη. Χανόταν, και με καλούσε να περάσω μαζί της στην άλλη μεριά!... Λίγο ακόμη και θα την έχανα εντελώς. Την είδα που μου χαμογελούσε και τέντωνε το χέρι της προς το μέρος μου. Θα πήγαινα μαζί της. Δεν θα την άφηνα με τίποτε. Άγγιξα τα λεπτά δάκτυλά της και τα κράτησα σφιχτά». Έτσι τελειώνει το έργο. Μας θύμισε το μυθιστόρημα της Γιασμίνα Χαντρά «Τρομοκρατικό κτύπημα», όπου και εδώ ο ήρωας -αφηγητής είναι νεκρός.
Ο Ρωμανός διαθέτει λογοτεχνικές ικανότητες που δεν τις εκμεταλλεύτηκε όσο ήταν δυνατό στο έργο αυτό. Με λιτό και νευρώδες ύφος, αφηγηματικός στο έπακρο, με ήρωες που αποφεύγουν την πλατειαστική ομφαλοσκόπηση, εξαντλείται σε επιμέρους επεισόδια, σαν να μην μπορεί να ξεκόψει από το παρελθόν του ως διηγηματογράφος. Πιστεύουμε όμως ότι διαθέτει το ταλέντο για κάτι πολύ καλύτερο.
Post a Comment