Book review, movie criticism

Saturday, March 7, 2009

Ελένη Στασινού, Νύχτες υποταγής

Ελένη Στασινού, Νύχτες υποταγής, Άγκυρα 2008, σελ. 450

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μιλώντας για το προηγούμενο έργο της Ελένης Στασινού, την «Οντισιόν», επισημάναμε δυο πράγματα: τη φεμινιστική της οπτική και την επινοητικότητα στη σύνθεση των ιστοριών της, που κρατάει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Την ίδια επισήμανση κάναμε και τώρα, διαβάζοντας το τελευταίο της μυθιστόρημα, τις «Νύχτες υποταγής».
Της γης οι κολασμένοι είναι σήμερα οι λαθρομετανάστες, και κυρίως οι γυναίκες, και μάλιστα οι γυναίκες που εμπορεύονται τη σάρκα τους, υπό την προστασία πάντα του κυρίαρχου αρσενικού. Η Αναστάζια ή Στάσα είναι μια τέτοια περίπτωση. Αλλά ακραία. Γνωρίζει το σεξ από την παιδική της ηλικία, από τον πατέρα της. Αυτός στη συνέχεια την εκδίδει. Θα τον διαδεχθεί ο «αδελφός» της, ένα παιδί που περιμάζεψε ο πατέρας της και ο οποίος θα την φέρει στην Ελλάδα. Εδώ θα του ξεφύγει, γνωρίζοντας έναν απατηλό έρωτα. Θα πουλάει το κορμί της για να σπουδάσει τον αγαπημένο της φοιτητή. Αυτός θα παντρευτεί μια πλουσιοκόρη, διατηρώντας βέβαια τη σχέση με την Αναστάζια. Όταν όμως μαθαίνει ότι η Αναστάζια γνωρίζεται με τη γυναίκα του, και έντρομος μην της αποκαλύψει τη σχέση τους, την κτυπάει αφήνοντάς την αναίσθητη και στη συνέχεια τη μεταφέρει και τη φυλακίζει σε ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο, μην έχοντας ξεκαθαρίσει τι θα την κάνει. Όμως ο «αδελφός» τον έχει ανακαλύψει. Του έκλεψε το εμπόρευμα. Τον παρακολουθεί στο ορυχείο. Στη συμπλοκή που ακολουθεί σκοτώνεται, ενώ ο δικηγόρος τραυματίζεται θανάσιμα. Η Ναστάζια καταφέρνει να ξεφύγει και, επί τέλους ελεύθερη από τα αντρικά νύχια, φεύγει για την Ιταλία.
Το θέμα του λαθρομετανάστη έχει αναπτυχθεί τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στον κινηματογράφο. Αναφέρουμε ενδεικτικά το μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» και την κινηματογραφική ταινία Lilian4ever, που πραγματεύεται το trafficking. Η Στασινού χειρίζεται αυτό το θέμα αριστουργηματικά.
Είχαμε γράψει ήδη τις πρώτες γραμμές αυτής της παρουσίασης όπου μιλήσαμε για την επινοητικότητα της Ελένης στη σύνθεση των ιστοριών της, όταν τη συναντήσαμε σε μια βιβλιοπαρουσίαση. Μας είπε ότι η ιστορία είναι εντελώς πραγματική. Έτσι με έκπληξη διαπιστώσαμε για μια ακόμη φορά πως η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνάει τη φαντασία.
Η Στασινού την αληθινή αυτή ιστορία που πραγματεύεται την αφηγείται με καταπληκτική ενάργεια και ζωντάνια. Από τις πιο ωραίες σελίδες σ’ αυτό το βιβλίο είναι εκείνες που αναφέρονται στο πέρασμα των συνόρων από τους λαθρομετανάστες. Ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι, έχοντας να αντιμετωπίσουν αφενός το κρύο και το χιόνι και αφετέρου τις περιπόλους των συνόρων, πραγματοποιούν πραγματικό άθλο μέχρι να καταφέρουν να περάσουν στη γη της Επαγγελίας. Φαίνεται αστείο, αλλά η Ελλάδα γι αυτούς φαντάζει σαν γη της Επαγγελίας, τουλάχιστον για όσους δεν την θεωρούν σαν ένα προσωρινό σταθμό μέχρι να φτάσουν σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Στο ταξίδι τους δεν είναι όλοι τυχεροί, δεν καταφέρνουν όλοι να φτάσουν στην Ιθάκη τους. Και το ποίημα του Καβάφη, στην περίπτωσή τους φαντάζει σαν σαρδόνια παρωδία. Και το ταξίδι αυτό δεν πραγματοποιείται χωρίς θυσίες. Είναι ανατριχιαστικό το επεισόδιο όπου η μάνα αναγκάζεται να πνίξει το μωρό της για να μην προδοθούν.
Τη μοίρα του μωρού θα μπορούσε να έχει και ο ποιητής και ψυχίατρος Μανώλης Πρατικάκης. Όταν οι γερμανοί έκαψαν τα χωριά τους (τα χωριά τους Βιάννου, στην Κρήτη, και το δικό του χωριό, το Μύρτος), ο Μανώλης ήταν μωρό ολίγων ημερών. Κάποιοι από τους χωριανούς τους, μεταξύ των οποίων και οι γονείς του, είχαν καταφύγει σε μια ρεματιά για να σωθούν. Ο Μανώλης έκλαιγε, και οι υπόλοιποι έλεγαν στην μητέρα του να τον πνίξει για να μη προδοθούν. Ευτυχώς ο Μανώλης σταμάτησε το κλάμα, και έτσι τη γλύτωσε. Βέβαια αν η μητέρα του αρνιόταν να τον πνίξει θα πήγαινε πάλι από σφαίρες των γερμανών.
Κοινωνικοί ανθρωπολόγοι όπως ο Λεβί Στρως έχουν επισημάνει το γεγονός ότι έχουμε την τάση να βλέπουμε με απόλυτες αντιθέσεις, και κυρίως την μανιχαϊστική αντίθεση καλού και κακού. Το έργο αυτό της Στασινού μας κάνει να αναλογισθούμε πόσο σύνθετη είναι τελικά η πραγματικότητα και ότι πολλές περιοχές της δεν είναι άσπρες ή μαύρες, αλλά γκρίζες. Όταν ακούμε για τους «προστάτες» σκεφτόμαστε τη λέξη σαν συνώνυμη του νταβατζή. Δεν ξέρω τι συνδηλώσεις μπορεί να έχει στα τούρκικα η λέξη «νταβατζής», αλλά η λέξη «προστάτης» με τη σημασία του νταβατζή διατηρεί τις συνδηλωτικές αποχρώσεις που έχει η κύρια σημασία της λέξης. Οι προστάτες εκμεταλλεύονται τις γυναίκες, αλλά τους προσφέρουν ταυτόχρονα και προστασία, όχι μόνο πραγματική (στέγη, τροφή κ.λπ.) αλλά και συναισθηματική. Φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Τα αμφιθυμικά αισθήματα της ηρωίδας απέναντι στους προστάτες της φαίνονται σε αρκετά σημεία στο βιβλίο. Οι ενοχές που νιώθει ίσως έχουν εκεί την προέλευσή τους.
«Κι ανακαλύπτει με φρίκη πως δεν είναι ικανή να δικάσει κανέναν. Δεν είναι ικανή να κρίνει ούτε ποιος από τους δυο της έκανε το μεγαλύτερο κακό. Και το χειρότερο απ’ όλα; Η ερώτηση. Σε τι υπήρξε καλύτερή τους; Μήπως σε κάθε περίπτωση δεν κάλυπτε προσωπικές της ανάγκες; Μήπως ακόμη και τότε που πρόσφερε, μέσα από τη «δουλειά» της, την άνεση να σπουδάσει ο φοιτητάκος της, κρυβόταν η υπεροχή του ανθρώπου που εξαρτά τους άλλους μέσα από την προσφορά;» (σελ. 446).
Η παράγραφος αυτή είναι χαρακτηριστική μιας άλλης πλευράς της συγγραφέως: είναι ιδιαίτερα διεισδυτική στα μύχια της ψυχής της ηρωίδας της, περιγράφοντας ανάγλυφα και την παραμικρότερη συναισθηματική της απόχρωση. Ο συνδυασμός αυτός, γλαφυρότητα στην αφήγηση των γεγονότων και ακρίβεια στην έκφραση του ψυχικού κόσμου των ηρώων είναι η κύρια αφηγηματική αρετή της Στασινού, και κάνει το έργο της αυτό ιδιαίτερα συναρπαστικό.
Post a Comment