Book review, movie criticism

Tuesday, July 6, 2010

Νένα Κοκκινάκη, Δώρο γενεθλίων

Νένα Κοκκινάκη, Δώρο γενεθλίων, Αθήνα 1997, Πατάκης, σελ. 163.

Κρητικά Επίκαιρα, Νοέμβρης 1997

Με το τελευταίο της μυθιστόρημα με τίτλο «Δώρο γενεθλίων» η Νένα Κοκκινάκη πειραματίζεται με νέες αφηγηματικές τεχνικές. Η πρωτοπρόσωπη αφηγηματική φωνή μοιράζεται στα δυο, ανάμεσα σε ένα άνδρα και μια γυναίκα αφηγητή, που είχαν μια ερωτική σχέση. Έτσι αμβλύνεται το μειονέκτημα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης με τον μη παντογνώστη αφηγητή, καθώς ο αναγνώστης δέχεται πληροφορίες για τη σχέση τους και από τους δυο.
Η ύπαρξη δυο αφηγητών συναντάται παραδοσιακά στο επιστολογραφικό μυθιστόρημα. Και ενώ σ’ αυτό αποδέκτες της αφήγησης είναι οι παραλήπτες, στο έργο της Κοκκινάκη ο αποδέκτης της αφήγησης είναι άγνωστος, εντελώς συμβατικός. Κάνει μια μόνο φορά την εμφάνισή του, στην αφήγηση του άντρα, που κάποια στιγμή λέει «μεταξύ μας: το περίμενα...» (σελ. 100) Το «μας» αυτό αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο αποδέκτης να μην είναι ένας, αλλά πολλοί.
Ένα υφολογικό χαρακτηριστικό της Κοκκινάκη στα τελευταία της έργα είναι μεγάλες περίοδοι με συχνές λεκτικές επαναλήψεις, που δημιουργούν την αίσθηση ενός ασθματικού εσωτερικού μονόλογου, στον οποίο φυσικά ο αποδέκτης δεν έχει θέση, ή δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον εαυτό εκείνου που μονολογεί. Το χαρακτηριστικό αυτό γίνεται σταδιακά λιγότερο έντονο σ’ αυτό της το έργο, πράγμα που επιτρέπει κάποια στιγμή την εμφάνιση του αποδέκτη, που παρ’ όλ’ αυτά εμφανίζεται μόνο μια φορά, στη σελίδα 100.
Τελικά το έργο αυτό είναι ένα έργο των «άπαξ». Μια φορά συναντήσαμε τον αποδέκτη, μια φορά ένα «ψευδομοναδικό» γεγονός («Κάπως έτσι τέλειωναν αυτές οι κουβέντες στο τραπέζι της κουζίνας», σελ. 68), βρήκαμε μόνο ένα εφέ δισημίας («Την περιμένω εδώ με το φόβο όλο κουβαριασμένο στην καρδιά, να προλάβω να σώσω ό,τι μπορώ πριν γίνει κατολίσθηση... Έχει ξαναγίνει κατολίσθηση βράχων σ’ αυτό το σημείο την εθνικής...» (σελ. 158), ένα νεολογισμό («Η Έλλη ήταν ανακοινωτική» σελ. 91), και ένα όνειρο (σελ. 95).
Η διπλή φωνή δημιουργεί προβλήματα ως προς την «προτιθέμενη προοπτική πρόσληψης». Ο αναγνώστης αναπόφευκτα έχει την τάση να ανιχνεύει κάτω από τη φωνή της γυναίκας - αφηγήτριας τη φωνή της γυναίκας - συγγραφέως, τείνει δηλαδή να ταυτισθεί με την οπτική της. Ταυτίζεται όμως σημαντικά και με τον άντρα - αφηγητή. Η αφηγηματική προσδοκία είναι ότι στο τέλος, αφού της κάνει το «δώρο γενεθλίων», θα τα ξαναβρούν. Οι αφηγηματικοί κώδικες, δημιουργημένοι στη βάση της επανάληψης παρόμοιων μοτίβων, σχηματίζουν ένα τέτοιο ορίζοντα προσδοκιών, που ενισχύεται και από τον τίτλο του έργου. Έτσι ο αναγνώστης απογοητεύεται όταν στο τέλος δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί στην καρδιά της Έλλης έχει ήδη αντικατασταθεί από κάποιον άλλο. Και μια και ψυχολογικά έχουμε την τάση να ταυτιζόμαστε με τα θύματα, ο αναγνώστης παίρνει το μέρος του Τάκη. Σ’ αυτό βοηθά και η συγγραφέας, που αποδίδει με πολύ γλαφυρό τρόπο τον σπαραγμό του από την εγκατάλειψη.
Μήπως όμως τελικά η εντύπωσή μου αυτή είναι η εντύπωση ενός άνδρα αναγνώστη, ενώ οι γυναίκες το τέλος αυτό το δέχονται διαφορετικά, δικαιώνοντας τη γυναίκα;
Εδώ μπαίνουμε σε προβλήματα θεωρίας της πρόσληψης, που δεν μπορούν να συζητηθούν στα πλαίσια ενός απλού βιβλιοκριτικού σημειώματος. Ένα γκάλοπ όμως, που θα μπορούσε να το κάνει η συγγραφέας ξεκινώντας από τον φιλικό της περίγυρο, θα είχε πολύ ενδιαφέρον.
Post a Comment