Book review, movie criticism

Tuesday, July 13, 2010

Γιασμίνα Χαντρά, Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα

Γιασμίνα Χαντρά, Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα (μετ. Γιάννης Στρίγγος), Καστανιώτης 2010, σελ. 364.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ιστορία ματαιωμένου έρωτα με φόντο την Αλγερία πριν και κατά τον αγώνα για την εθνική της ανεξαρτησία

Βαρέθηκα να συνοδεύω τη φίλη μου στα μαγαζιά του Mall και έτσι, όταν μπήκαμε σε ένα βιβλιοπωλείο, είπα να αγοράσω ένα βιβλίο και να την περιμένω διαβάζοντας σε κάποια καφετέρια. Μου σύστησε το L’ attentat της Γιασμίνα Χαντρά.
Με μάγεψε. Έτσι, όταν λίγο αργότερα ανακάλυψα ότι είχαν μεταφραστεί τα βιβλία της στα ελληνικά, τα πήρα και τα διάβασα όλα. Το μόνο που μου ξέφυγε, γιατί είχε εξαντληθεί και δεν επανεκδόθηκε, ήταν το «Ο ψυχοπαθής με το νυστέρι».
Το Γιασμίνα Χαντρά είναι ψευδώνυμο. Πίσω από αυτό κρυβόταν ο Μωχάμεντ Μουλεσεχούλ (γ. 1955), αλγερινός στρατιωτικός, μέχρι που πήρε σύνταξη, το 2001 και κατέφυγε αυτοεξόριστος στη Γαλλία, για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Τότε αποκαλύφθηκε με το πραγματικό του όνομα. Διπλή μεταμφίεση: ψευδώνυμο, και μάλιστα γυναικείο.
Διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο της/του προβληματίστηκα πάνω στο ζήτημα της πρόσληψης. Τι ήταν αυτό που με μάγεψε στα βιβλία της Χαντρά, η λογοτεχνικότητα της γραφής ή το θέμα που πραγματεύεται; Ασφαλώς και τα δυο, όμως τι περισσότερο; Το θέμα στο «Τρομοκρατικό χτύπημα», το L’ attentat, ήταν οι παλαιστίνιοι καμικάζι στο Ισραήλ. Στα «Χελιδόνια της Καμπούλ» ήταν οι ταλιμπάν. Στα υπόλοιπα μυθιστορήματα, η κατάσταση στην Αλγερία με την εξέγερση των ισλαμιστών, με εξαίρεση τις «Σειρήνες της Βαγδάτης», που πραγματεύεται την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.
Σε όλα αυτά τα βιβλία το φόντο είναι αυτό που προβάλλει μέσα από τις ιστορίες που πραγματεύεται ο συγγραφέας, και νομίζω ότι είναι αυτό που με τράβηξε περισσότερο. Το συνειδητοποίησα όταν οι «Σειρήνες της Βαγδάτης» με απογοήτευσαν, γιατί δεν με βρήκαν σύμφωνο κάποιες ιδέες που εκφράζονται εδώ. Τώρα, με το «Αυτό που η μέρα οφείλει στη νύχτα» έρχεται η επιβεβαίωση, αλλά με άλλο τρόπο. Το φόντο παύει πια να βρίσκεται σε πρώτο πλάνο (οξύμωρο, ας πούμε καλύτερα ότι ως «βάθος» βρίσκεται πολύ μακριά), απλά αποτελεί τον εκ των ων ουκ άνευ όρο στην αφήγηση μιας ιστορίας.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος που αφηγείται τη ζωή του σε πρώτο πρόσωπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα δείγμα του «ήρωα που βρίσκεται στη μέση του δρόμου» για τον οποίο μιλάει ο Λούκατς στο «Ιστορικό μυθιστόρημα».
Η ιστορία ξεκινάει τη δεκαετία του ’30, στο Αλγέρι. Ο ήρωάς μας είναι ένα από τα δυο παιδιά μιας οικογένειας αγροτών. Όταν καταστρέφεται η σοδειά τους, έχοντας χρεοκοπήσει, εγκαταλείπουν τα χωράφια τους για να βρουν μια καλύτερη ζωή στο Οράν. Ζουν σε συνθήκες απίστευτης αθλιότητας, από τις οποίες δεν μπορούν να ξεφύγουν. Ο μόνος που θα ξεφύγει είναι ο ήρωάς μας, που θα τον υιοθετήσει ο αδελφός του πατέρα του, φαρμακοποιός. Θα φοιτήσει σε σχολείο, θα συναναστραφεί με γάλλους, και θα ζήσει τον ρατσισμό της απόρριψης από μια συμμαθήτριά του όταν αυτή θα μάθει ότι δεν είναι γάλλος αλλά άραβας. Μια γαλλίδα, ως άλλη Mrs Robinson (αναφέρομαι στην ταινία με τον Ντάστιν Χόφμαν) θα τον μυήσει στο σεξ, όμως αυτός δεν θα ενδώσει στον έρωτα της κόρης της, παρόλο που είναι κι αυτός ερωτευμένος μαζί της, αφού έχει υποσχεθεί στη μητέρα. Στο τέλος μάταια θα την αναζητήσει, είναι πια πολύ αργά. Αυτός ο ματαιωμένος έρωτας φαίνεται να είναι και η κύρια θεματική του μυθιστορήματος, στην εξέλιξη του οποίου παρακολουθούμε και τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Σ’ αυτόν τον δεύτερο ο ήρωάς μας, κάθε άλλο παρά ήρωας, θα συμμετάσχει ελάχιστα, και μάλιστα πιεσμένος. Ο ήρωας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα είναι ένας φίλος του τότε που ζούσε στη φτωχογειτονιά. Ο ίδιος, ως θετός γιος ενός ευκατάστατου φαρμακοποιού, ως «βολεμένος», δεν θα ανακατευθεί στην εξέγερση. Θα βρεθεί «ανάμεσα», πράγμα που θα του δημιουργήσει προβλήματα, όχι όμως ιδιαίτερα σοβαρά. Στο τέλος θα τον βρούμε, μετά από χρόνια, να επισκέπτεται τον τάφο εκείνης της κοπέλας στη Γαλλία, καθώς και τους γάλλους φίλους του, που μετά την απελευθέρωση οδηγήθηκαν σε ένα βίαιο εκπατρισμό. Εκπατρισμό, όχι επαναπατρισμό, αφού αυτοί γεννήθηκαν στην Αλγερία, όπως και οι γονείς και οι παππούδες τους, μια και οι Γάλλοι είχαν κατακτήσει την Αλγερία το 1830. Ο προοδευτικός Καμύ, γαλλοαργερινός, είχε φανταστεί αυτή την εξέλιξη, γι αυτό και ήταν ενάντια στην ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας, σε αντίθεση με τον επίσης προοδευτικό Ζαν Πωλ Σαρτρ, που αυτός μόνο ως τουρίστας την είχε επισκεφθεί.
Το τι βιογραφικό στοιχείο υπάρχει στο έργο (αυτοβιογραφικό σίγουρα όχι, αφού ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1955), αν δηλαδή κάποια από τα επεισόδια που αφηγείται συνέβησαν πραγματικά σε γνωστά ή άγνωστά του πρόσωπα, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Όμως στο έργο εμφανίζονται και πραγματικά πρόσωπα, όπως ο Τζων Στάινμπεκ, ανταποκριτής εφημερίδας στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Μια και διάβασα πρόσφατα την βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ, πάλι από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μπορώ να ξέρω ότι και ο εκδότης Εντμόν Σαρλό και ο συγγραφέας Εμανουέλ Ρομπλές είναι πραγματικά πρόσωπα. Για τον Μαξ Πωλ Φουσέ, ότι ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος, μας πληροφορεί σε υποσημείωση ο μεταφραστής.
Μπορεί να μη μας άρεσε ιδιαίτερα η πλοκή, μπορεί να θέλαμε το φόντο να βρίσκεται πιο κοντά μας, μπορεί να μην «ταυτιστήκαμε» ιδιαίτερα με τον ήρωα, που δεν έψαξε παρά ελάχιστα να βρει τους γονείς του και την αδελφή του, που θεωρήσαμε εντελώς ανόητη την υπόσχεση που έδωσε στη μητέρα και να χάσει έτσι την κοπέλα που αγαπούσε, όμως ο Μουλεσεχούλ είναι πολύ καλός λογοτέχνης. Στα πρώτα έργα θαυμάσαμε το χιούμορ του, εδώ τη γλαφυρότητα των περιγραφών του και κάποιες καταπληκτικές μεταφορές («Τα αεικίνητα χέρια της διέγραφαν τεράστιες ψευδαισθήσεις στο κενό», σελ. 125). Θα θέλαμε να κλείσουμε αυτή την βιβλιοπαρουσίαση με μια μικρή περίοδο από το βιβλίο, που αποτελεί μια υπόδειξη για όλους μας: «την άλλη μέρα, πρωί πρωί, πήρα το λεωφορείο και επέστρεψα στο Ρίο, αποφασισμένος να ξεριζώσω την καρδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια αν έπιανα ξανά τον εαυτό μου να κλαίει τη μοίρα του» (σελ. 253).
Post a Comment