Book review, movie criticism

Saturday, July 31, 2010

Μάιρα Παπαθανασοπούλου, Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα

Μάιρα Παπαθανασοπούλου, Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα, Πατάκης 1998, σελ. 307

Η Φωνή της Πεντέλης, Απρίλιος 1999

Κατηγορήθηκε αρκετά αυτό το μυθιστόρημα από διάφορες στήλες, πράγμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί αναμενόμενο. Κανείς δεν φαίνεται να συγχωρεί ένα βιβλίο που κάνει αρκετές πωλήσεις. Ο χαρακτηρισμός ως best seller έχει καταντήσει ρετσινιά. Τείνουμε να ξεχνάμε ότι τα έργα των μεγάλων κλασικών ήταν best seller, και ότι κανείς συγγραφέας που δεν πούλησαν τα έργα του δεν έμεινε στην Ιστορία της Λογοτεχνίας. Υπάρχει βέβαια πάντοτε το επιχείρημα της εύκολης γραφής. Όμως και αυτό αναιρείται με την εγκατάλειψη των αδιέξοδων μοντερνιστικών πειραματισμών, που σαρώθηκαν από τη μεταμοντέρνα τάση της επιστροφής στη διαύγεια του κλασικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος του περασμένου αιώνα, κάνοντας το μυθιστόρημα να συναγωνίζεται αρκετά αποτελεσματικά τις κινηματογραφικές αίθουσες.
Στα best sellers, αυτό που βάλλεται κυρίως είναι οι ήρωες (ο Λούις στα «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» υπήρξε ιδιαίτερος στόχος) και το στόρι (για το οποίο κατηγορήθηκε το παρόν έργο της Παπαθανασοπούλου). Όμως η λογοτεχνία κρίνεται περισσότερο στο υφολογικό επίπεδο, στο μικροεπίπεδο του κειμένου, στις λεπτομέρειες. Ακόμα και ένα έντεχνα δημιουργημένο σασπένς δεν θα κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη όταν οικοδομείται σε ένα χαμηλό επίπεδο γραφής.
Οι κύριες αρετές του έργου της Παπαθανασοπούλου βρίσκονται ακριβώς στο υφολογικό επίπεδο. Είναι γεμάτο από υφολογικά σχήματα, μεταφορές παρομοιώσεις, αντιθέσεις (κυρίαρχες στην πρώτη σελίδα του βιβλίου), δισημίες, ειρωνικά εφέ, όλα στην υπηρεσία ενός χιούμορ που κατακτά από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη. Και το κύριο υφολογικό στοιχείο στα περισσότερα από τα πιο αξιόλογα έργα της σύγχρονης πεζογραφίας μας είναι το χιούμορ. Ακολουθώντας το παράδειγμα του τελευταίου «Διαβάζω» (τεύχος Απριλίου 1999), σταχυολογούμε κι εμείς αποσπάσματα, δίνοντας όμως τον υφολογικό τους χαρακτηρισμό:
Έκλεινα τα μάτια κι έβλεπα εντονότερα τα πράγματα που με συγκινούσαν.
Έκλεινε τα μάτια και μετά από λίγο ροχάλιζε. (Αντίθεση σελ. 9)
...Το να κάνεις εκείνα τα χρόνια το γιατρό σε Μανιάτη, ήταν σαν να εξέταζες νευρικό λιοντάρι με στηθοσκόπιο. (Παρομοίωση, σελ. 191-2)
Αναρωτιόμουν πότε πέρασε από τη φάση του Playmobil στη φάση του Playboy (όμοια αρχή, σελ. 27
Γέμισα την μπανιέρα και βυθίστηκα στο καυτό νερό. Μια ώρα αργότερα τα δάκρυά μου είχαν ανεβάσει τη στάθμη του νερού... (Υπερβολή, σελ. 55).
Η καλή μέρα από την τσόντα φαίνεται (παράφραση, σελ. 41).
Ποια ήταν η τελευταία φορά που υπήρξε θερμός στο κρεβάτι, εξαιρουμένου του υψηλού πυρετού που έκανε πριν από τρεις μήνες και παρέμεινε κλινήρης μια βδομάδα; (δισημία, σελ. 56).
Όταν μίλησε, ακούστηκε ανησυχητικά καθησυχαστικός (οξύμωρο, σελ. 196).
Μπορεί να είχε όντως ξεχάσει ότι είχε κλείσει ραντεβού με τον αρεοπαγίτη και τον είχε στήσει. Ή μπορεί να είχε στύση κι έπρεπε να την αξιοποιήσει κάπως... (ομωνυμία, σελ. 206)
-Και αυτή τον χώρισε;
-Τον συγχώρησε... (ομοιοτέλευτο, με απόχρωση ομωνυμίας, σελ. 73).
Τραβήχτηκε από κοντά μου σαν να τον δάγκωσε ορεξάτο φίδι που μόλις είχε ξυπνήσει από χειμερία νάρκη (διάταση παροιμιακής φράσης, σελ. 250).
Σημειώνουμε ακόμη τα κινηματογραφικά διακείμενα, που απαντώνται συχνά στους σύγχρονους πεζογράφους, ιδιαίτερα στον Γιάννη Ξανθούλη, και το εφέ της ειρωνείας, με τις σκέψεις της ηρωίδας σε bold και italics, παρέμβλητες στις συνομιλίες της, για τις οποίες ο συνομιλητής της είναι ανύποπτος.
Όμως οι αρετές του έργου δεν εξαντλούνται στο υφολογικό επίπεδο. Η ίδια η ιστορία έχει συναρπαστικό ενδιαφέρον, παρά τις επικρίσεις για το αντίθετο, όχι τόσο για το σασπένς που δημιουργεί, όσο για τη θέση που παίρνει σε ένα μείζον πρόβλημα.
Την επισήμανσή μας ότι οι «Ευρωπαίοι συγγραφείς δολοφονούν την μοιχαλίδα» την καταθέσαμε στην ομώνυμη εισήγησή μας σε ημερίδα της Ομάδας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης που έγινε πέρυσι (16 Μαΐου 1998) στην Πάντειο. Αλήθεια όμως, τι κάνουν οι γυναίκες συγγραφείς με τους μοιχούς;
Μάλλον δεν θέτουν καν το θέμα, λες και η μοιχεία δεν απασχολεί ένα μεγάλο ποσοστό παντρεμένων γυναικών, και ως υποψία, λιγότερο ή περισσότερο βασανιστική, ακόμα μεγαλύτερο. Την αντρική μοιχεία η Μάιρα Παπαθανασοπούλου την θέτει ως κεντρικό άξονα στην ιστορία της.
Και τι κάνει, δολοφονεί κι αυτή τον μοιχό;
Του κάνει κάτι χειρότερο: τον εξευτελίζει. Στην υπηρεσία αυτού του στόχου είναι συγγνωστή η απίθανη σύμπτωση του να γνωρίζει η αφηγήτρια «τυχαία» τον σύζυγο της γυναίκας με την οποία ο άντρας της την απατά, έναν οδοντίατρο, όπως και το να ξαναθερμαίνει τη σχέση της με την καλύτερή της φίλη, με την οποία ο άντρας της την απάτησε επίσης. Ο εξευτελισμός ολοκληρώνεται με ένα εντυπωσιακά ειρωνικό εφέ τέλους: Ο μετανιωμένος σύζυγος αφήνει στον τηλεφωνητή το μήνυμα «Αγάπη μου, δεν φαντάζεσαι τι έκπληξη σε περιμένει όταν γυρίσω σπίτι» (η τελευταία φράση στο έργο). Πρόκειται για τα εισιτήρια για ένα ταξίδι, μια ακόμη από της προσπάθειες του απολωλότος συζύγου, που ως άσωτος υιός έχει επιστρέψει στο σπίτι επιζητώντας τη συγνώμη της. Ό αναγνώστης όμως ξέρει ότι αυτή ήδη ετοιμάζεται να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, φεύγοντας με τον οδοντίατρο για το εξοχικό του.
Κατά τη γνώμη μας, μ’ αυτό της το έργο η Μάιρα Παπαθανασοπούλου παίρνει πίσω το αίμα όλων των δολοφονημένων μοιχαλίδων. Επίσης αντιστρέφει την εκδοχή αυτού του μοτίβου που είδαμε στον «Μίμη τον σιδερά» της Λίνας Βερτμύλερ, όπου οι δυο κερατωμένοι σύζυγοι, προσπαθώντας να πληρώσουν με το ίδιο νόμισμα, γελοιοποιούνται (θυμηθείτε τον τεράστιο πισινό της γυναίκας, σκόπιμα μεγεθυμένο από τον κινηματογραφικό φακό).
Στην εισήγηση που ανέφερα έκανα την υπόθεση υποσυνείδητων κινήτρων που σπρώχνει τους συγγραφείς να επινοούν ένα τέτοιο τέλος για τις μοιχαλίδες ηρωίδες τους (Άννα Καρένινα, Μαντάμ Μποβαρύ, Τερέζ Ρακέν). Θα ξανακάνω μια ανάλογη υπόθεση: μήπως παρόμοια υποσυνείδητα κίνητρα σπρώχνουν τους βιβλιοκριτικούς να «δολοφονούν» τη συγγραφέα που εξευτελίζει τον μοιχό;
Post a Comment