Book review, movie criticism

Friday, July 23, 2010

Ιωάννα Καρυστιάνη, Η Μικρά Αγγλία

Ιωάννα Καρυστιάνη, Η Μικρά Αγγλία, Καστανιώτης 1997

Κρητικά Επίκαιρα, Νοέμβρης 1998

H Ιωάννα Καρυστιάνη, η μαχητική πρόεδρος του Συλλόγου Κρητών Φοιτητών στην εκπνοή της χούντας (συγγνώμη αν αποκαλύπτουμε ηλικίες, μια και στο βιογραφικό της δεν αναγράφεται χρόνος γέννησης), άφησε, σε αντίθεση με τον Μίμη Ανδρουλάκη, να περάσουν πολλά χρόνια αφότου έπαψε να ασχολείται με την πολιτική, πριν καταπιαστεί και αυτή με τη λογοτεχνία. Το πρώτο της βιβλίο «Η κυρία Κατάκη», μια συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκε το 1995, προσέχθηκε αμέσως από το κοινό και τους κριτικούς, ενώ το δεύτερο, η Μικρά Αγγλία, είναι ήδη υποψήφιο για το Αριστείο, ένα ευρωπαϊκό λογοτεχνικό βραβείο.
Ο μυθοπλαστικός κόσμος στα έργα της στοιχειώνεται από τσεχωφικούς ήρωες, η μοίρα των οποίων αποδίδεται με την αγγλική λέξη frustration, λέξη χωρίς ακριβές αντίστοιχο στα ελληνικά, που θα την μεταφράζαμε περίπου ως ματαίωση, ή ως διάψευση προσδοκιών.
Μια σύγκριση των προσώπων των έργων της με τα πρόσωπα των διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου, με τα οποία έχουν αρκετή ομοιότητα, εικονογραφεί καλύτερη την έννοια του «ελέου» στην αριστοτελική αντίληψη περί τραγωδίας. Τα πρόσωπα του Δημητρίου είναι περιθωριακοί, και η ταλαιπωρημένη τους ζωή προκαλεί τον οίκτο και την ευσπλαχνία στον αναγνώστη. Τα πρόσωπα στα έργα της Καρυστιάνη, εξίσου ταλαιπωρημένα, προκαλούν τον «έλεό» μας, γιατί είναι πρόσωπα όπως εμείς, με τα οποία μπορούμε να ταυτισθούμε και να νιώσουμε τον φόβο για μια όμοια μοίρα που μπορεί να πλήξη και εμάς τους ίδιους. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τα τραγικά πρόσωπα, για τα οποία μπορούμε να νιώσουμε έλεο, δεν μπορεί να είναι πρόσωπα κατώτερα από εμάς, όπως π.χ. δούλοι. Στις σύγχρονες χριστιανοδημοκρατικές κοινωνίες όμως η διάκριση αυτή, στη γλώσσα τουλάχιστον, έχει εκλείψει, και νιώθουμε αδιάκριτα για κάθε ταλαιπωρημένο, για κάθε άνθρωπο που υποφέρει, το αίσθημα του οίκτου, της λύπησης, της συμπόνιας, ανεξάρτητα αν είναι σαν κι εμάς ενσωματωμένος στην κοινωνία ή ανήκει στο περιθώριό της.
Η διαφορά τώρα ανάμεσα στα διηγήματα και το μυθιστόρημα της Καρυστιάνη είναι ότι τα πρώτα είναι προσωπογραφίες, ενώ το δεύτερο είναι ένας πολυπρόσωπος πίνακας, με την τραγική μοίρα κάθε προσώπου να δένεται αξεδιάλυτα με τη μοίρα των υπολοίπων.
Στο μυθιστόρημα, πέρα από τη θεματική της ματαίωσης, υπάρχει και μια δεύτερη θεματική, θα λέγαμε εξίσου κυρίαρχη, η θεματική του έρωτα.
Πάλι θα καταφύγουμε σε συγκρίσεις, προκειμένου να φωτίσουμε πιο καθαρά την ιδιαιτερότητα του δικού της τρόπου με τον οποίο πραγματεύεται το θέμα της.
Η Μάρω Βαμβουνάκη έχει επίσης στα έργα της ως κυρίαρχη θεματική τον έρωτα, ο οποίος είναι επίσης ματαιωμένος. Και στις δυο συγγραφείς ο έρωτας αναδεικνύεται μέσα από τις ματαιώσεις του. Το ερωτικό συναίσθημα ποτέ δεν είναι πιο έντονο στις ηρωίδες από τη στιγμή που η πλήρωσή του με το αγαπημένο πρόσωπο είναι πια ανέφικτη. Και η στιγμή αυτή έρχεται με το θάνατο του άλλου. Απ’ αυτή την άποψη η ομοιότητα της «Μικράς Αγγλίας» με το τελευταίο μυθιστόρημα της Μάρως Βαμβουνάκη, την «Κραταιά αγάπη», είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Στην Καρυστιάνη εκφράζεται ίσως λιγάκι μελοδραματικά, με την ηρωίδα να πεθαίνει στο τέλος από ερωτικό μαρασμό.
Όμως υπάρχει και μια διαφορά. Στο έργο της Βαμβουνάκη επικρατεί μια ένταση λόγω της πυκνότητας των διαπροσωπικών σχέσεων των ηρώων, ενώ στο μυθιστόρημα της Καρυστιάνη η ένταση αυτή προκαλείται εξαιτίας της απουσίας τους. Ενώ στο έργο της Βαμβουνάκη η συμβίωση προκαλεί τη φθορά των αισθημάτων και τη ρήξη των σχέσεων, στο έργο της Καρυστιάνη η συμβίωση δεν έχει επιτευχθεί, καθώς και οι δυο ήρωες υφίστανται εξωτερικές πιέσεις, τις οποίες όμως, σε αντίθεση με τους ήρωες στα μεσαιωνικά και αναγεννησιακά μυθιστορήματα (π.χ. Ερωτόκριτος) δεν θα αγωνισθούν να ξεπεράσουν. Και η παραίτηση αυτή από τον αγώνα, από τη διεκδίκηση της αγάπης τους, θα τους ακολουθεί τόσο ως εφιάλτης όσο και ως ερινύα.
Μια άλλη διαφορά έχει να κάνει με την αφηγηματική τεχνική. Η Μάρω Βαμβουνάκη χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με αποτέλεσμα ο συναισθηματικός κόσμος των ηρώων της να εκτίθεται διάφανα στον αναγνώστη, λέγοντάς του πώς αισθάνονται, ενώ η Ιωάννα Καρυστιάνη, με την τριτοπρόσωπη αφήγησή της, μας δείχνει πώς αισθάνονται αφηγούμενη τις ενέργειές τους. Είναι η κλασική αφηγηματολογική διάκριση ανάμεσα στο telling και showing, με τη διαφορά ότι στο telling της Καρυστιάνη ελλείπει ο ευθύς λόγος, ο οποίος συνήθως το χαρακτηρίζει. Γενικά ελλείπει ο διαλογικός λόγος των ηρώων της, είτε ως ευθύς είτε ως πλάγιος ή αφηγημένος.
Το κύριο υφολογικό χαρακτηριστικό στο έργο της Καρυστιάνη είναι οι μακριές περίοδοι, με τις ασύντακτα δεμένες προτάσεις και φράσεις τους. Στα διηγήματα αυτό δίνει μια αίσθηση προφορικότητας του λόγου, που τονίζεται επίσης από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση που επικρατεί σε πολλά απ’ αυτά, καθώς και με άλλες δευτερεύουσες τεχνικές. Μια και δεν υπάρχει όμως εμφανής αποδέκτης, βρισκόμαστε περισσότερο στην περίπτωση του εσωτερικού μονόλογου, τον ασθματικό χαρακτήρα του οποίου αναπαράγουν οι μακροπερίοδοι.
Ο ασθματικός αυτός χαρακτήρας όμως κουράζει τον αναγνώστη στις μυθοπλαστικές υφέσεις του μυθιστορήματος, όπου το αφηγηματικό ενδιαφέρον είναι μειωμένο, πράγμα που δεν ισχύει όταν δημιουργούνται σασπένς και κορυφώνεται το αφηγηματικό ενδιαφέρον, όπως στο τελευταίο τρίτο του έργου, στο οποίο αποκαλύπτεται και το εύρος των συγγραφικών ικανοτήτων της Καρυστιάνη. Της ευχόμαστε να κερδίσει το Αριστείο.
Post a Comment