Book review, movie criticism

Friday, October 21, 2011

Πέρσα Κουμούτση, Χάρτινες ζωές

Πέρσα Κουμούτση, Χάρτινες ζωές, Ψυχογιός 2011, σελ. 310

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ερωτικές ιστορίες μιας γιαγιάς, μιας μητέρας και μιας εγγονής, που βιώνουν την ερωτική πληρότητα αλλά και την απογοήτευση, μας αφηγείται στο τελευταίο της μυθιστόρημα η συγγραφέας

Πριν ξεκινήσω να γράφω για τις «Χάρτινες ζωές», το τελευταίο έργο της Πέρσας Κουμούτση, διάβασα τις βιβλιοκριτικές που έγραψα για τα δυο προηγούμενα έργα της, το «Δυτικά του Νείλου» και το «Καφέ Κλεμέντε». Ξέρω ότι τα περισσότερα βιβλία όλων των συγγραφέων είναι «παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα». Και το θέμα της Κουμούτση είναι ο έρωτας, στις κορυφώσεις του αλλά και στις ματαιώσεις του, δοσμένος από μια γυναικεία οπτική. Δεν έχει το παρηγορητικό happy end των ροζ ερωτικών μυθιστορημάτων, αλλά τις σκληρές διαψεύσεις που βλέπουμε στην πραγματική ζωή. Αν μας επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός, θα λέγαμε ότι τα μυθιστορήματα της Κουμούτση είναι «ρεαλιστικά ερωτικά μυθιστορήματα», μυθιστορήματα όπου ο ρομαντισμός του έρωτα ματαιώνεται διαρκώς από τον ρεαλισμό της πραγματικής ζωής.
Η Κουμούτση, προκειμένου να δώσει ένα μεγάλο αριθμό από τις πιθανές καταστάσεις που μπορούν να βιωθούν σε έναν έρωτα, καταφεύγει σε μια επινόηση, που δεν είναι ακριβώς πρωτότυπη, αλλά τη χειρίζεται πρωτότυπα: παρουσιάζει ένα οικογενειακό δένδρο, μια γιαγιά, μια μητέρα και μια κόρη, και αφηγείται τους έρωτες και τις απογοητεύσεις που παρουσιάστηκαν στη ζωή τους.
Η γιαγιά Μαριάνθη ερωτεύεται τον λιποτάκτη στρατιώτη που δεν άντεξε, μετά από οκτώ χρόνια στον πόλεμο, να τρέξει μέχρι τον Σαγγάριο. Όμως ο στρατιώτης κάποτε θα φύγει και θα την παρατήσει. Ο μικρασιατική καταστροφή θα την ξεριζώσει από τα πάτρια εδάφη, θα την φέρει στην Ελλάδα κουβαλώντας ένα παιδί στην κοιλιά της. Δεν μπορεί να ρισκάρει σαν ανύπαντρη μητέρα, και θα συμβιβαστεί να παντρευτεί κάποιον που δεν τον αγαπάει. Θα ζήσει μαζί του, «πιστή στο γάμο της ως την τελευταία μέρα της ζωής της», με το όνειρο ότι ο Ανδρέας, η μεγάλη της αγάπη, θα επιστρέψει κάποτε. Και με αυτό το όνειρο πέθανε. Ή, θα λέγαμε καλύτερα, με αυτό το όνειρο άντεξε. Με τα όνειρα αντέχουμε τις απογοητεύσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή. Αυτή ήταν χοντρικά η ιστορία της Μαριάνθης, της γιαγιάς της Ανθής, της κεντρικής ηρωίδας, από τη μεριά του πατέρα της.
Και ακολουθεί η ιστορία της μητέρας της, της Μέλπως, που είναι περίπου διπλοτυπική με την ιστορία της γιαγιάς Μαριάνθης. Συντρόφισσα στον αγώνα με τον Βαγγέλη, τον πατέρα της Μαριάνθης, θα σχετισθεί σεξουαλικά μαζί του χωρίς να τον ερωτευτεί ποτέ. Φυλακίζεται, ένας από τους φύλακές της αποπειράται να τη βιάσει, τον σκοτώνει, και με τη βοήθεια του Βαγγέλη το σκάει για τη Σοβιετική Ένωση. Στο πλαστό διαβατήριό της το Μέλπω γίνεται Βικτώρια. Θα παρακολουθήσει ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο πανεπιστήμιο της Πετρούπολης, και θα ερωτευτεί τον καθηγητή της με τον οποίο θα αναπτύξει μια θυελλώδη ερωτική σχέση. Όμως η σχέση θα διακοπεί όταν ο ωραίος καθηγητής θα «εκκαθαριστεί» από το σταλινικό καθεστώς ως αντιφρονών και θα σταλεί στη Σιβηρία. Με ένα παιδί στην κοιλιά της και αυτή, θα επιστρέψει στην Ελλάδα. Παρά τους δισταγμούς της, θα παντρευτεί τελικά τον Βαγγέλη που την αγαπά. Μετά από χρόνια θα την πληροφορήσουν ότι ο αγαπημένος της πέθανε στη Σιβηρία. Το όνειρο μιας μελλοντικής συνάντησης διαλύεται οριστικά, και αυτό που μένει πια είναι μόνο η ανάμνηση της ευτυχίας.
Με τη γέννηση της Ανθής αρχίζει η τραγωδία. Η Βικτώρια παθαίνει επιλόχεια κατάθλιψη. Η κατάστασή της βέβαια δεν θα βελτιωθεί, μια και βρίσκεται δίπλα σε έναν άνδρα που όσο και αν τον εκτιμά δεν τον αγαπάει. Θα αυτοκτονήσει όταν η κόρη της είναι δεκατεσσάρων χρονών. Ο Βαγγέλης, απελπισμένος, θα παρατήσει μάνα και κόρη, για να πεθάνει, κάποια χρόνια αργότερα, άστεγος περιθωριακός, στα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας.
Η Ανθή ερωτεύεται τον καθηγητή της στο πανεπιστήμιο όπως έκανε και η μητέρα της. Όμως εδώ δεν έρχεται κανένας Στάλιν να βάλει τέρμα στο ειδύλλιο. Απλά ο καθηγητής κάποια στιγμή τη βαρέθηκε και την έκανε πέρα. Τότε έπεσε πάνω στην Αναστάση, που μόλις τον είχε παρατήσει η φίλη του. Θα έλεγε κανείς πως παντρεύτηκαν από απελπισία για την εγκατάλειψη που βίωσαν. Αν ό έρωτας σε ένα γάμο δεν αποτελεί μεγάλη εγγύηση για την ευτυχία, ένας γάμος από απελπισία δεν αποτελεί καθόλου εγγύηση. Και τα πράγματα εξελίχθηκαν προς την προβλεπόμενη κατεύθυνση: έζησαν και οι δυο μια ζωή δυστυχισμένη. Η Ελένη, ο μεγάλος έρωτας του Αναστάση, χωρίζει με τον Γερμανό της, επιστρέφει στην Ελλάδα, τα ξαναφτιάχνει μαζί του, όμως όταν αρχίζει να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο στη ζωή του αυτός αρνείται. Γιατί; Το γιατί φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα, για να δώσουμε και ένα δείγμα γραφής της Πέρσας:
«Όσοι από εμάς έχουμε απορριφθεί ή αγνοηθεί ξέρουμε καλά γι’ αυτό• γιατί, όταν επιτέλους ο αγαπημένος φτάνει σε μας, ασχέτως αν η χαρά φουντώνει ή ριζώνει, υπάρχει η πικρία για το ότι άργησε πολύ• γιατί περίμενε• γιατί έκανε άλλη επιλογή, και τώρα είναι αργά• γι’ αυτό και είναι δύσκολη η συγχώρηση» (σελ. 264).
Η αδιέξοδη οικογενειακή ζωή οδηγεί στην απιστία. Όμως μετά από μερικούς μικρούς έρωτες φτάνει κάποτε και ο μεγάλος. Έξι χρόνια κράτησε η σχέση της με το Στέφανο.
Το έχουμε ξαναγράψει, το τέλος μιας σχέσης συμβαίνει με δυο τρόπους: είτε σαν προσωπική επιλογή, είτε από ένα αίτιο εξωτερικό, απρόβλεπτο, τυχαίο. Και εδώ βρισκόμαστε στη δεύτερη περίπτωση: ο Στέφανος πέθανε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η απιστία δεν λύνει το πρόβλημα σε μια δυστυχισμένη συμβίωση. Η απιστία μέσα στο γάμο είναι μια μικροεπανάσταση μέσα σε ένα μεγάλο συμβιβασμό• που όμως κάποια στιγμή ο συμβιβασμένος φτάνει στα όριά του και τότε κάνει τη μεγάλη επανάσταση.
Το τέλος μου θύμισε τον παρακάτω στίχο από το τραγούδι των Beatles: She’s leaving home after living alone for so many years.
Η αφήγηση των γεγονότων στη χρονολογική τους σειρά δίνει μια ευκρίνεια στην πρόσληψη. Όμως ο συγγραφέας μπορεί να μην αφηγηθεί τα γεγονότα με τη χρονική τους αλληλουχία, αλλά με τη σειρά με την οποία θα αποκαλυπτόταν καλύτερα το νόημά τους, ή που θα προκαλούσε μεγαλύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον. Η ασάφεια εμφιλοχωρεί όμως σαν ρίσκο. Η Πέρσα αφηγείται τις μεγάλες σειρές των επεισοδίων στη χρονολογική τους σειρά: Μαριάνθη, Βικτώρια, Ανθή. Όμως κάθε σειρά στα γεγονότα που την απαρτίζουν έχει τους δικούς της αναχρονισμούς, το δικό της θρυμματισμό της ευθύγραμμης αφήγησης, χωρίς όμως να δημιουργείται ασάφεια πουθενά.
Θα κλείσω την παρουσίαση αυτή παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την βιβλιοκριτική μας για το «Δυτικά του Νείλου», αλλάζοντας μόνο στον πληθυντικό: «Η διεισδυτικότητα στις πιο λεπτές αποχρώσεις της ψυχολογικής διάθεσης των ηρωίδων της μαζί με την αφηγηματική της άνεση αναδεικνύουν την Κουμούτση σαν μια από τις πιο αξιόλογες γυναικείες φωνές της λογοτεχνίας μας».

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment