Book review, movie criticism

Friday, December 9, 2011

Εύα Στάμου, Εθισμός

Εύα Στάμου, Εθισμός, Μελάνι 2011, σελ. 324

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Τρεις ήρωες αφηγούνται τη προσωπική τους ιστορία, που κάποια στιγμή πλέκεται με τις ιστορίες των άλλων

Συνήθως στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση υπάρχει μόνο ένας αφηγητής που αφηγείται την ιστορία του. Στο επιστολογραφικό μυθιστόρημα υπάρχουν δύο αφηγητές. Όπως ο Σοφοκλής πρόσθεσε και τρίτο υποκριτή στην αρχαία τραγωδία, έτσι και η Εύα Στάμου προσθέτει τρίτο αφηγητή.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει πλεονεκτήματα. Το πρώτο πλεονέκτημα είναι ότι υπάρχει μια αληθοφάνεια που δεν υπάρχει στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, με τον παντογνώστη αφηγητή να ξέρει τα πάντα για τους ήρωες, ακόμη και τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους. Το μειονέκτημα αυτό ο Χένρι Τζέημς το εξάλειψε εν μέρει με την τεχνική του «δείχνω», αντί της τεχνικής του «λέγω». Δεν «λέγει» δηλαδή για το τι σκέφτονται οι ήρωές του, αλλά «δείχνει» πώς ενεργούν, και ο αναγνώστης βγάζει συμπεράσματα για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Και βέβαια όσο πιο επαρκής είναι ο αναγνώστης, τόσο πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα βγάζει.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση πετυχαίνει αυτό που, όπως μας λέει η παροιμία, δεν μπορεί να επιτευχθεί: και η πίττα σωστή και ο σκύλος χορτάτος. Υπάρχει η αληθοφάνεια που χάνεται στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, και ταυτόχρονα έχουμε άμεση πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα-αφηγητή. Όμως δεν έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις και τα συναισθήματα των υπόλοιπων προσώπων, έλλειψη σημαντική όταν κάποια από αυτά είναι κεντρικά στην εξέλιξη της ιστορίας. Η Εύα Στάμου έλυσε το πρόβλημα βάζοντας κάθε ένα από τους τρεις κεντρικούς ήρωες να αφηγείται τη δική του ιστορία.
Ο αφηγητής είναι ταυτόχρονα και εστιαστής: βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική. Αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στην περίπτωση του Πέτρου, που είναι μια διαταραγμένη προσωπικότητα. Ενδιαφέρον έχει η εστίαση όταν αφηγούνται το ίδιο επεισόδιο διάφορα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτό, με τη δική του οπτική ο καθένας. Το «Ρασομόν» του Κουροσάβα, βασισμένο σε δυο διηγήματα του Ryūnosuke Akutagawa, είναι το κλασικό παράδειγμα πολλαπλής αφήγησης και εστίασης. Εδώ έχουμε το επεισόδιο της επίθεσης του Πέτρου στην Έλσα, που το αφηγούνται ξεχωριστά και οι δυο τους. Στα υπόλοιπα επεισόδια αφηγείται καθένας την προσωπική του ιστορία, που εμπλέκεται βέβαια με των άλλων, και που όλες μαζί συνθέτουν το παζλ της πλοκής του μυθιστορήματος.
Ο αποδέκτης της αφήγησης ουσιαστικά είναι ο αναγνώστης, όχι όμως τυπικά. Στο επιστολογραφικό μυθιστόρημα αποδέκτης είναι αυτός στον οποίο απευθύνεται η επιστολή. Μπορεί ο αποδέκτης να είναι ο ίδιος ο εαυτός του γράφοντος όταν πρόκειται για ημερολόγιο. Χωρίς να μας το λέει ρητά η Στάμου, οι αφηγήσεις φαίνονται σαν ημερολογιακές καταγραφές.
Όχι πάντα. Και εδώ μπαίνει ένα ακόμη θέμα στην αφηγηματική τεχνική, το «μέσο» με το οποίο μεταδίδεται η αφήγηση. Στο μυθιστόρημα αυτό της Εύας Στάμου, κάποιες φορές, η αοριστία που υποδηλώνει αναπόφευκτα ημερολογιακή καταγραφή αίρεται. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 57. Έλσα (σελ. 221. Η Εύα απαριθμεί τις αφηγήσεις βάζοντας δίπλα το όνομα του αφηγητή), μέσο είναι το τηλέφωνο, και αποδέκτης ο Άρης (άλλο πρόσωπο, έξω από τους τρεις κύριους αφηγητές, που είναι η Έλσα, ο Πέτρος και η Ιφιγένεια). Αυτό κάνει την αφήγηση ακόμη πιο ζωντανή.
Εγώ, ως αφηγηματολόγος, εστίασα περισσότερο στην αφηγηματική τεχνική, που όπως είπα είναι αρκετά πρωτότυπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραβλέπω τις υπόλοιπες αρετές του μυθιστορήματος, την επινοητικότητα στην πλοκή, την άριστη διαγραφή των χαρακτήρων, την σαφήνεια της γλωσσικής έκφρασης, και βέβαια την κύρια αρετή μιας αφήγησης, το σασπένς, που διατηρεί αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Έχουμε ξαναγράψει για την Εύα Στάμου, την οποία θεωρούμε ως μια από τις πιο ταλαντούχες φωνές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Και τώρα στα δικά μας, που συνηθίζουμε σε κάθε βιβλιοκριτική, τον επί μέρους σχολιασμό.
Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, που παραθέτει η Στάμου: «Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας».
Και πού το ξέρει αυτό ο Πεσσόα; Εμένα με ρώτησε; Μήπως έκανε γκάλοπ με φίλους και γνωστούς, και έβγαλε ένα επαγωγικό συμπέρασμα, το οποίο γενίκευσε απαράδεκτα για όλη την ανθρωπότητα;
Βέβαια, θα μπορούσε να μου αντιτείνει ο Πεσσόα, εσύ «νομίζεις» ότι την αγαπάς, στην πραγματικότητα αγαπάς τον εαυτό σου. Και εγώ θα μπορούσα να του αντιτείνω, εσύ «νομίζεις» ότι δεν την αγαπώ, ή ότι όλος ο κόσμος αγαπά την εικόνα που διαμορφώνει για τον άλλο, ότι στην ουσία αγαπά μόνο τον εαυτό του (πράγμα που, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί να συναχθεί παραγωγικά).
Κάνω πλάκα. Στην παραπάνω πρόταση του Πεσσόα, όπως και σε παρόμοιες προτάσεις, υποδηλώνεται η πρόταση που δεν διατυπώνεται ρητά: «Κατά τη δική μου γνώμη…».
Το ίδιο και στην παρακάτω παράγραφο της Στάμου, με την οποία κλείνει το βιβλίο: «Γιατί οι μικροί, ιδιωτικοί κόσμοι, συνθέτουν το υποκειμενικό σύμπαν των ανθρώπων, που δεν έχει απαραίτητα σχέση με την αλήθεια».
Θα έπρεπε να προσθέσει: Κατά τη δική μου γνώμη…
Και κατά τη δική μου, να προσθέσω κι εγώ.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment