Book review, movie criticism

Monday, December 26, 2011

Dariush Mehrjui, most of his films

Dariush Mehrjui, most of his films

Το βιογραφικό του στην βικιπαίδεια
http://en.wikipedia.org/wiki/Dariush_Mehrjui

Gaav (The cow), 1969
Θέμα της ταινίας είναι ο στενός δεσμός που μπορεί να αναπτύξει ένας άνθρωπος με ένα ζώο. Ο άνθρωπος εδώ είναι ένας αγρότης, και το ζώο του είναι η αγελάδα. Όταν κάποια στιγμή η αγελάδα ψοφάει, η γυναίκα του είναι τρομοκρατημένη. Ξέρει την αγάπη που της έχει, και δεν ξέρει πώς να του το πει. Συνωμοτεί με τους χωριανούς να του πουν ψέματα ότι έχει φύγει. Εν τω μεταξύ την παίρνουν και τη θάβουν σε ένα ξεραμένο πηγάδι. Ο άνδρας δεν τους πιστεύει. Βυθίζεται σε βαθιά κατάθλιψη. Και αμέσως μετά στην τρέλα: πιστεύει ότι είναι ο ίδιος η αγελάδα. Αντιστικτικά, πιο πριν, είχε παρουσιαστεί ο τρελός του χωριού, που τον περιπαίζουν όλοι, και πρώτα απ’ όλους τα παιδιά. Όμως εδώ έχουμε μια άλλου είδους τρέλα, μια «σοβαρή» τρέλα. Στο τέλος θα αναγκαστούν να τον δέσουν για να τον πάνε στο ψυχιατρείο. Αυτός αντιστέκεται, ενώ κάποιος τον πιλαλεί σαν να είναι γελάδα. Στο δρόμο τους ξεφεύγει και πέφτει σε έναν γκρεμό και σκοτώνεται.
Στυλιζαρισμένη ταινία, θυμίζει Αϊζενστάιν, ενώ η αντίθεση άσπρου και μαύρου (η ταινία είναι ασπρόμαυρη) αναδεικνύει αυτό το στυλιζάρισμα. Χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές που οι χωρικοί παρακολουθούν στα κρυφά αυτόν τον χωριανό τους, ανήσυχοι για τις αντιδράσεις του.
Η ταινία αυτή απέσπασε πάμπολλα βραβεία, όμως την εποχή του σάχη ήταν απαγορευμένη στο Ιράν. Ήταν σκανδαλώδες να προβάλλεται μια καθυστερημένη επαρχία, τη στιγμή που το Ιράν έκανε αλματώδεις προόδους στην αστικοποίηση και στην δυτικοποίηση.

Mr. Naive, 1970

The postman, 1970

The cycle, 1978

The tenants, 1986

Hamoon, 1990
Ο ήρωας είναι ένας τρελαμένος διανοούμενος, που συχνά έχει όχι μόνο εφιάλτες αλλά και παραισθήσεις. Η γυναίκα του έχει πάψει να τον αγαπά και ζητάει διαζύγιο. Αυτός αρνείται. Κάποια στιγμή φτάνει στο σημείο να την παραμονέψει και να την πυροβολήσει. Θα αστοχήσει. Στη συνέχεια θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Πηγαίνει σε μια παραλία, και προχωράει στο βάθος της θάλασσας. Χάνεται. Μια βάρκα τον ψάχνει, τον βρίσκει, τον ανεβάζουν στη βάρκα και του κάνουν τεχνητή αναπνοή. Δεν είναι αργά, σώζεται. Η σκηνή που αρχίζει να αναπνέει είναι και η τελευταία σκηνή στην ταινία.
Δεν μας άρεσε η ταινία. Όλο το στόρι το βρήκαμε προσχηματικό, για να αναπτύξει ο Mehrjui τις σουρεαλιστικές εικόνες του. Η παραίσθηση του ήρωα, με τον άραβα πολεμιστή που μονομαχεί με τον σαμουράι για να καταφέρει να τον αποκεφαλίσει στο τέλος είναι εντυπωσιακή. Και πιο εντυπωσιακή είναι η σκηνή με το κομμένο κεφάλι του σαμουράι, που απαγγέλει σε στυλ θεάτρου Νο το πόσο μάταιη είναι η ζωή. Όμως τις άλλες δυο σκηνές, όπου υπάρχουν και δυο νάνοι, τις θεωρήσαμε κακόγουστες. Η μια μάλιστα είναι και η εναρκτήρια της ταινίας.
Τέλος είναι και η απιθανότητα. Οι έλληνες ξέρουμε ότι δεν γίνεται να μπεις στη θάλασσα από την παραλία και να αυτοκτονήσεις. Το επεχείρησε ο Καρυωτάκης και απέτυχε. Ο Περικλής Γιαννόπουλος, πιο υποψιασμένος, μπήκε με το άλογό του στη θάλασσα, και όταν έφτασε στα βαθιά αυτοπυροβολήθηκε.
Το 1997 οι ιρανοί κριτικοί την ψήφισαν ως την καλύτερη ιρανική ταινία. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

Sara, 1993
Ο Ίψεν έχει επηρεάσει πάρα πολλούς δραματουργούς. Έχουμε γράψει για τις επιρροές του στους Κινέζους και στου Γιαπωνέζους στο έργο μας «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας». Ένας από αυτούς που επηρεάστηκαν ήταν και ο κινέζος Hu Shi που έγραψε το μονόπρακτο «Το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή» (1919), έντονα επηρεασμένος από το «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν.
Από το «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν, που είναι και γνωστό από τη όνομα της ηρωίδας του, Νόρα, επηρεάζεται και ο Mehrjui στη δική του Σάρα. Για την ακρίβεια δεν επηρεάζεται, είναι μια κανονική μεταφορά του έργου στα ιρανικά δεδομένα. Όσο για τον τίτλο, δεν αλλάζει παρά μόνο την πρώτη συλλαβή της Νόρα.
Το να γράψουμε ότι η «Σάρα» αποτελεί μια πολύ επιτυχημένη μεταφορά είναι κάτι κοινότοπο. Δεν είναι όμως κοινότοπο το να γράψουμε ότι το έργο αυτό ταιριάζει περισσότερο στην ιρανική κοινωνία από ότι στην νορβηγική, ακόμη και την εποχή του Ίψεν, σε μια χώρα όπου η μαρτυρία μιας γυναίκα στο δικαστήριο ισχύει όσο η μισή ενός άντρα.

Pari, 1995
Πριν γράψω για την Παρί θα παραθέσω αυτά που βρήκα στην βικιπαίδεια.
The film is an unauthorized "loose" adaptation of J. D. Salinger's 1961 book Franny and Zooey. Though the film could be distributed legally in Iran since the country has no official copyright relations with the United States,[1] Salinger had his lawyers block a planned screening of the film at Lincoln Center in 1998.[2] Mehrjui called Salinger's action "bewildering," explaining that he saw his film as "a kind of cultural exchange.
Αυτά για το έργο. Και για την πλοκή:
Pari is a student of literature at a university in Tehran. She is a confident yet angry girl who is projecting her inner struggle by outwards aggression towards her tutor, her fiancé and her brother and she is on the verge of a nervous breakdown or a mental suicide.
An old sufi book by the name of "solook" helps take her on a journey to find herself and discover who she really is. Her brother helps her accomplish this goal.
Έχω δει ταινίες, αλλά για να τις συγκρίνω με το ίδιο το βιβλίο που μόλις είχα διαβάσει. Θυμάμαι τέσσερα βιβλία, με τις κινηματογραφικές μεταφορές τους: Ο γέρος και η θάλασσα, Για ποιον κτυπά η καμπάνα, Το άλικο γράμμα και Μόμπι Ντικ. Α, ναι, και ο Τελευταίος Πειρασμός. Όμως πρώτη φορά βρίσκομαι μπροστά στην κατάσταση να δω την ταινία χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο. Και νοιώθω αμήχανος μπροστά σε αυτά που γράφει η Βικιπαίδεια. Μήπως αυτά που γράφει αναφέρονται περισσότερο στο βιβλίο και όχι στο έργο; Και ένα ακόμη πρόβλημα: ο Mehrjui γυρνάει την ταινία έχοντας υπόψη το βιβλίο, το οποίο άλλωστε προσαρμόζει στα ιρανικά δεδομένα, όπως έκανε και με τη Σάρα. Κάνοντας το μοντάζ, βλέποντας το τελικό αποτέλεσμα, και έχοντας υπόψη του το βιβλίο, ίσως βλέπει σ’ αυτό αυτά που βλέπει και στο βιβλίο. Ισχύει όμως το ίδιο και για κάποιον που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο; Αυτός που έγραψε την παραπάνω περίληψη μήπως είχε υπόψη του το βιβλίο; Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ανεπαρκή κινηματογραφικό θεατή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι για κάθε ταινία είμαι επαρκής. Θα γράψω λοιπόν για την ταινία χωρίς να λάβω υπόψη μου αυτά που διάβασα στη βικιπαίδεια, και τα οποία τα διάβασα αφού είχα δει την ταινία, και ήδη ήξερα τι θα έγραφα γι’ αυτήν. Δεν ταυτίζονται με αυτά που γράφει η βικιπαίδεια. Αυτό με εξιτάρει, και θα διαβάσω οπωσδήποτε και το βιβλίο. Αργότερα όμως, τώρα προτεραιότητα έχουν κάποια άλλα βιβλία.
Η Παρί μοιάζει σε πολλά με τον Ηαμούν•και η ηρωίδα με τον ήρωα, και η μια ταινία με την άλλη ταινία. Και οι δυο ήρωες είναι διαταραγμένοι ψυχολογικά. Και οι δυο ταινίες ξεκινάνε με τον ίδιο τρόπο: με έναν εφιάλτη. Στη συνέχεια βλέπουμε και τους δυο ήρωες να έχουν παραισθήσεις. Στην περίπτωση της Παρί, δεν είναι μόνη. Ο ένας της αδελφός έχει αυτοπυρποληθεί, ενώ ο άλλος, που και αυτός φαίνεται διαταραγμένος, είναι τελικά πιο ισορροπημένος.
Παρά τους σοφιστικέ διαλόγους (ο Mehrjui έχει σπουδάσει φιλοσοφία), πιστεύω ότι το έργο δεν είναι έργο à thèse. Απλά ο Mehrjui φλερτάρει με το γκροτέσκο και το σουρεαλιστικό, και ένα στόρι με διαταραγμένους ψυχολογικά ήρωες του προσφέρει τη δυνατότητα να το αναπτύξει. Αυτό και μόνο.
Η σκηνή της φλεγόμενης κατοικίας (στο έργο υπάρχουν πολλά flash back) μου θύμισε μια ανάλογη σκηνή στη «Θυσία» του Ταρκόφσκι. Είναι αμφίβολο να μην την είχε υπόψη του ο Mehrjui. Έχω ένα βιβλίο για τον Ταρκόφσκι που μιλάει για τις ταινίες του. Κάποια στιγμή θα το διαβάσω ξαναβλέποντάς τις. Τότε ίσως εντοπίσω κάτι παραπάνω από αυτή τη γενική ομοιότητα.
Τελικά δεν άντεξα τον πειρασμό, πήρα το βιβλίο από το «ράφι των τύψεων» και το διάβασα τώρα, παρά το ότι είχα βάλει μπροστά το τελευταίο βιβλίο της Φακίνου. Στην πραγματικότητα δεν είναι μυθιστόρημα, είναι ένα θεατρικό έργο με εκτενές παρακείμενο. Πάντα μιλάνε δυο μόνο πρόσωπα. Οι χώροι είναι νομίζω τρεις: ένα εστιατόριο, ένα λουτρό και μια κρεβατοκάμαρα. Υπάρχει και μια εκτενής επιστολή. Στην τελευταία σκηνή, στην κρεβατοκάμαρα, υπάρχει μόνο ένα πρόσωπο. Μιλάει στο τηλέφωνο. Είναι η κοπέλα που μιλάει με τον αδελφό της. Και πράγματι έχουμε μια συνειδησιακή μεταστροφή, που συντελείται με το λόγο του αδελφού. Πάντως όσο σοφιστικέ και αν είναι ο λόγος του, η μεταστροφή είναι ελάχιστα πειστική. Καμιά σχέση με τη συνειδησιακή μεταστροφή της Σάρας-Νόρας, που συντελείται στη βάση γεγονότων, και όχι με μπλα μπλα. Μετά την τηλεφωνική συζήτηση αυτή με τον αδελφό της κοιμάται ήρεμα, χωρίς εφιάλτες. Έχει γλιτώσει από μια επαπειλούμενη νευρική κατάρρευση.
Πρόκειται πράγματι για χαλαρή προσαρμογή. Κάποιες σκηνές που αφηγούνται τα πρόσωπα, όπως ο εφιάλτης της κοπέλας, δραματοποιούνται από τον Mehrjui. Σε μια από τις αρχικές σκηνές βλέπουμε την κοπέλα να γράφει μετά μανίας στον πίνακα. Στο μυθιστόρημα μαθαίνω ότι πρόκειται για αποσπάσματα από τον Επίκτητο. Και ο αδελφός δεν αυτοκτόνησε με τον εντυπωσιακό τρόπο που βλέπουμε στην ταινία, αυτοπυροβολήθηκε. Και στο τέλος ο διάλογος των δυο αδελφών δεν γίνεται τηλεφωνικά, αλλά σε προσωπική επαφή, μέσα στην κρεβατοκάμαρα, με την κοπέλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Δεν αντέχω, πρέπει να ξαναδώ την ταινία τώρα που διάβασα το μυθιστόρημα.
Ξαναβλέπω την ταινία. Σταμάτησα για να γράψω μια σκέψη. Λένε πως μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις. Όμως αυτές οι λέξεις αναφέρονται σε λεπτομέρειες. Υπάρχουν μικρές φράσεις που δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν ούτε με χίλιες εικόνες.
Είδαμε επί τέλους τη «συνειδησιακή μεταστροφή», που όμως δεν υπάρχει καθόλου στο έργο. Βάζουμε εισαγωγικά, γιατί μάλλον τα λόγια του αδελφού λειτούργησαν ως ηρεμιστικό. Η οικογένεια είναι βεβαρυμμένη γονιδιακά, πρόκειται μάλλον για κληρονομική προδιάθεση, από την οποία δεν γλιτώνει κανείς έτσι εύκολα. Σίγουρα ο «Φύλακας στη σίκαλη» είναι καλύτερο έργο.

Leila, 1996
http://hdermi.blogspot.com/2012/01/dariush-mehrjui-leila.html

The pear tree, 1998
Παρά το ότι ο Mehrjui σ’ αυτή την ταινία ξεφεύγει από το γκροτέσκο των προηγούμενων ταινιών, ο ήρωάς του, χωρίς να διαθέτει ακριβώς τον διαταραγμένο ψυχισμό των προηγούμενων ηρώων του, αισθάνεται μια εσωτερική ένταση. Επιτυχημένος επιστήμονας και συγγραφέας, βρίσκεται μπροστά στο αδιέξοδο του «και λοιπόν;», στο οποίο βρίσκονται συχνά οι επιτυχημένοι. Αδυνατεί να γράψει. Η αχλαδιά, το αγαπημένο του δένδρο όταν ήταν μικρός, τον αφήνει εντελώς αδιάφορο παρά τις προτροπές του κηπουρού του, με τις οποίες ξεκινάει οι ταινία, εντελώς χιουμοριστικά. Στη συνέχεια έχουμε τις αναμνήσεις, σε ένα είδος κινηματογραφημένου εσωτερικού μονόλογου. Ένα μεγάλο μέρος των αναμνήσεων αυτών περιστρέφονται γύρω από έναν παιδικό του έρωτα με μια μεγαλύτερη κοπέλα. Η συνειδησιακή μεταστροφή συντελείται με τη συνειδητοποίηση των αξιών της παιδικής αγνότητας και αθωότητας, και της ζωοδότρας φύσης. Στο τέλος του έργου τον βρίσκουμε να κάθεται σε στάση γιόγκα κάτω από το δένδρο, βυθισμένο σε μεταφυσικούς στοχασμούς.

Santouri, 2007
Τελειώνουμε με το «Σαντούρι». Ο επιτυχημένος μουσικός οδηγείται στα ναρκωτικά, η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, του κάνουν έξωση από το σπίτι, και καταλήγει σε ένα ακραίο περιθώριο που ο Mehrjui, που αρέσκεται στο γκροτέσκο, το παρουσιάζει ιδιαίτερα γλαφυρά. Θα τον περιμαζέψει τελικά ο πατέρας του, και θα τον στείλει σε κέντρο αποκατάστασης. Η ταινία θα τελειώσει με τον μουσικό να διδάσκει μουσική στους άλλους τρόφιμους του κέντρου. Η ταινία λειτουργεί με πολλά φλας μπακ, δείχνοντας τις ευτυχισμένες στιγμές του μουσικού πριν την πτώση του, που παρουσιάζονται αντιστικτικά στην παρούσα εξαθλίωσή του, τονίζοντάς την έτσι περισσότερο.

Mama's guest, 2004
Post a Comment