Book review, movie criticism

Friday, May 4, 2012

Πετρώνιος, Σατυρικόν


Πετρώνιος, Σατυρικόν (μετ. Αχιλ. Βαγενά), Εκδόσεις Χρήσιμα Βιβλία, 1970, σελ. 178

  Το βιβλίο το αγόρασα πριν χρόνια. Αργότερα, όπως διαβάζω τώρα στο διαδίκτυο, ακολούθησε η μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου. Το διάλεξα για το ταξίδι της επιστροφής από τις πασχαλινές μου διακοπές στην Κρήτη.
  Για ένα τόσο κλασικό βιβλίο είναι φυσικό να έχουν γραφεί πολλά. Έτσι, όποιος έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για αυτό μπορεί να ξεκινήσει διαβάζοντας τους παραπάνω συνδέσμους, και φυσικά μπορεί να βρει ακόμη περισσότερους στο διαδίκτυο. Εγώ απλά θα σημειώσω εδώ ότι για μένα δεν έχει σημασία ποιος Πετρώνιος το έγραψε, αν και πιστεύω ότι θα πρέπει να ήταν ο ανθύπατος της Βηθυνίας, και πως συμμερίζομαι την αντίληψη του Άρη Αλεξάνδρου ότι ο άνθρωπος δεν κάνει σάτιρα, απλά το απολαμβάνει γράφοντας διασκεδαστικές ιστορίες. Και ο σημερινός αναγνώστης, πέρα από την απόλαυση, παίρνει μια εικόνα για τη ζωή στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία γύρω στα τέλη του πρώτου αιώνα μετά Χριστόν, την εποχή του Νέρωνα.
  Το έργο δεν σώθηκε ολόκληρο. Υπάρχουν αρκετές σελίδες που χάθηκαν, και κάθε λίγο και λιγάκι συναντάμε σε παρένθεση τη λέξη «χάσμα». Αρκετές φορές ο μεταφραστής από τα λατινικά, που δεν πιστεύω ότι είναι ο Βαγενάς, με ενδοκειμενικές ενδείξεις προσπαθεί να δώσει περιληπτικά το περιεχόμενο του τμήματος που λείπει. Αυτό όμως δεν έχει σημασία, γιατί το έργο είναι σαν την Οδύσσεια, επεισόδια από τη ζωή του αφηγητή, που μπορούν να διαβαστούν εντελώς ανεξάρτητα. Τώρα, ας καταγράψουμε τις δικές μας παρατηρήσεις:
  Στις σελίδες του έργου κυκλοφορεί άφθονο κρασί και παρατίθενται ένα σωρό φαγητά, που ανοίγουν την όρεξη. Συναντήσαμε ακόμη και «ένα φιλέτο αρκούδας» (σελ. 71). Ένας Ρωμαίος, και μάλιστα ένας  διοικητής επαρχίας την εποχή της παρακμής της Ρώμης, δεν μπορούσε παρά να είναι ένας καλοζωιστής (μια εικόνα αυτής της παρακμής δίνεται στη σελίδα 142).
  Οι Ρωμαίοι, όπως και οι Έλληνες, ήταν σε μεγάλο βαθμό bisexuals. Στο κρεβάτι τους οι γυναίκες εναλλάσσονταν με τα αγοράκια. Και βέβαια υπήρχαν οι αντιζηλίες, που είχαν συνηθέστερα ως αντικείμενο ένα αγοράκι και όχι μια γυναίκα. Όμως ας παραθέσουμε ένα απόσπασμα: «…καθώς ένας νεαρός σκλάβος, όχι δίχως ομορφιά, μπήκε, μαζί με τους καινούργιους σερβιτόρους, ο Τριμαλχίων (αυτός ήταν ένας πλούσιος απελεύθερος, κάτι σαν σημερινός νεόπλουτος) ξάφνου πετάχτηκε πάνω σ’ αυτόν κι άρχισε να τον καταφιλάει. Κι η Φορτουνάτα (η γυναίκα του), για να δείξει την ισότητα των δικαιωμάτων της, άρχισε να βρίζει τον Τριμαλχίωνα, να τονε λέει βρωμιάρη και σιχαμένο, ανίκανο να συγκρατήσει τις ορμές και τις επιθυμίες του» (σελ. 82). Και συνεχίζει ο Πετρώνιος περιγράφοντας τον οικογενειακό αυτό καυγά.
  Αυτή ήταν η ζωή των σκλάβων, έρμαια στις επιθυμίες των κυρίων τους. Να και ένα άλλο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Κι όταν ξαλάφρωσε τη φούσκα του (ούρησε), ζήτησε νερό για τα χέρια και, αφού ξέπλυνε τις άκρες των δακτύλων, τις σκούπισε στα μαλλιά ενός σκλάβου» (σελ. 29).
  Σε ένα έργο με διασκεδαστικά επεισόδια δεν είναι δυνατόν να λείπει το χιούμορ. Το παρακάτω απόσπασμα έχει επίσης σχέση με τη ζωή των δούλων: «Ωστόσο εύφρανα τον Κύριό μου επί δεκατέσσερα ολάκερα χρόνια. Δεν είναι ντροπή να υπακούει κανένας στον αφέντη του. Και, παρ’ όλ’ αυτά, ικανοποιούσα και την αφεντικίνα» (σελ. 84).
  Έχω ακούσει για κυνηγούς κεφαλών, αλλά πρώτη φορά ακούω για κυνηγούς κληρονομιών (σελ. 152). Αυτοί οι κυνηγοί περιποιούνταν πλούσιους άκληρους, με την ελπίδα να τους καταστήσουν κληρονόμους τους. Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μας το εκμεταλλεύτηκαν κάποια εποχή για να περνούν πλουσιοπάροχα, υποκρινόμενοι τους πλούσιους άκληρους.
  Ας παραθέσουμε και κάποια ακόμη αποσπάσματα.
  «Όταν ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης έγραφαν τ’ αριστουργήματά τους…» (σελ. 10). Ο Αισχύλος απουσιάζει. Προφανώς η εποχή δεν τον εκτιμούσε το ίδιο με τους άλλους δυο τραγικούς.
  «Τι μπορούν να κάνουν οι νόμοι εκεί που το χρήμα είναι ο μόνος κυρίαρχος, κι όπου η φτώχεια δεν μπορεί νάβρει το δίκιο της; … Η Δικαιοσύνη δεν είναι παρά δημόσια τροφή, κι ο δικαστής που δικάζει δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επιδοκιμάζει το παζάρεμα» (σελ. 17). Τα ίδια και τότε, και τώρα, και πάντα. Και θυμήθηκα τώρα κάτι που διάβασα πριν χρόνια. Στον Μεσαίωνα οι δικαστές χρηματίζονταν κι από τα δύο μέρη. Καλός δικαστής ήταν εκείνος που δικαίωνε αυτόν που πραγματικά είχε δίκιο, και όχι αυτόν που του έδωσε περισσότερα χρήματα.
  Στη σελίδα 40 αναφέρονται οι αντιλήψεις που είχαν για τα ζώδια εκείνη την εποχή. «Στον Υδροχόο (το ζώδιό μου, γεννιούνται) οι ταβερνιάρηδες και οι βλάκες». Εκείνη την εποχή ίσως, όμως έχουν περάσει σχεδόν δυο χιλιετηρίδες από τότε. Ταβερνιάρης δεν υπήρξα, παρόλο που δούλεψα βοηθός σερβιτόρου σε μια ταβέρνα-κομματική επιχείρηση της Νέας Αριστεράς, μετά την μεταπολίτευση, και δεν νομίζω να είμαι βλάκας (ένα τεστ IQ που έκανα με έβγαλε 129), παρόλο που στη ζωή μου έχω κάνει κάμποσες βλακείες.
  «Τότε ο Τριμαλχίων άρχισε να φωνάζει: Μακριά μας το νερό, το κρασί ας τραγουδάμε» (σελ. 54). Και θυμήθηκα τον συγχωρεμένο τον ξάδελφό μου το Κωστή, που όταν ζητούσα νερό από την ξαδέλφη μου μού έλεγε «Πιες ρακή, το νερό κάνει ψείρες».
  Ο Τριμαλχίων, στο επιτύμβιο που παραγγέλλει να βάλουν στον τάφο του, λέει, ανάμεσα στα άλλα: «…και ποτέ δεν υπήρξε μαθητής φιλοσόφων» (σελ. 79). Εκτός από τον Αισχύλο, ούτε τη φιλοσοφία φαίνεται να είχαν σε μεγάλη υπόληψη εκείνη την εποχή.
    Και τέλος ένα ανθρωπολογικό στοιχείο: «Είναι έθνη, το ξέρουμε, όπου διατηρούν ακόμα ένα έθιμο, που ορίζει να τρώγονται οι νεκροί από τους συγγενείς τους· σε σημείο που, συχνά, μαλώνουν τους αρρώστους, σαν δεν προσέχουν και κάνουν άσχημο το κρέας τους» (σελ. 178).
  Είδαμε και την ταινία του Φελίνι, για δεύτερη ή τρίτη φορά (η πρώτη ήταν όταν ήμουν φοιτητής). Ο Φελίνι πιστεύει ότι ο Πετρώνιος κάνει σάτιρα, κάτι που δεν πιστεύει, όπως είπαμε, ο Άρης Αλεξάνδρου, και μαζί μ’ αυτόν κι εμείς. Έτσι, αποσπάσματα που διαβάζοντάς τα χαμογελάσαμε, βλέποντάς τα στην οθόνη κάναμε γκριμάτσες αποτροπιασμού.  
Post a Comment