Book review, movie criticism

Monday, October 8, 2012

Emily Greyson, Κάθε χρόνο το Μάη



Emily Greyson, Κάθε χρόνο το Μάη (μετ. Βίκυ Σταματάκη), Εμπειρία-Εκδοτική 1999, σελ. 204

  Το βιβλίο μού το παράγγειλε η κυρία από την Αλβανία που μου καθαρίζει το σπίτι. Της είχα πει ότι έχω ένα βιβλιοπωλείο από το οποίο αγοράζω βιβλία με πολύ καλή έκπτωση. Να το πω και σε σας, είναι ένα υπόγειο πίσω από την εκκλησία της Ζωοδόχου πηγής. Κάποια πελάτισσά της της το είχε συστήσει σαν πάρα πολύ καλό. Το αγόρασα λοιπόν, και είπα ότι είναι κρίμα να της το δώσω χωρίς να το διαβάσω. Εξάλλου με παρέσυρε και το «ευπώλητο» του βιβλίου, με όλη την αμφισημία που έχει η λέξη· έστω και μετά από 13 χρόνια, δεν είναι λίγο να βρίσκεται στην 50η χιλιάδα.
  Το βιβλίο είναι μια ερωτική ιστορία, αν και αυτό δεν λέει τίποτα, αφού τα περισσότερα μυθιστορήματα μιλάνε για έρωτες. Τι να είναι όμως αυτό που το έκανε τόσο δημοφιλές ώστε να μεταφραστεί και στα ελληνικά, και φαντάζομαι και σε άλλες ξένες γλώσσες; 
  Πάντα πίστευα ότι ένα καλό σασπένς κάνει ένα μυθιστόρημα πολύ ελκυστικό. Και στο βιβλίο αυτό έχουμε αμέσως από την αρχή ένα σασπένς που οξύνει πολύ την περιέργεια του αναγνώστη. Ένας ηλικιωμένος κύριος επισκέπτεται την εκδότρια μιας εφημερίδας της πόλης τους και ζητάει να της αφηγηθεί την ερωτική του ιστορία για να την γράψει στην εφημερίδας της. Και για να της κεντρίσει το ενδιαφέρον της δείχνει ένα κιόσκι που φαίνεται από το παράθυρο, και της λέει ότι κάθε χρόνο, εδώ και χρόνια, στις 27 του Μάη συναντάει εκεί για μια ώρα περίπου την γυναίκα που αγαπά· και που τον αγαπά βέβαια κι αυτή, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια συνάντηση.
  Δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Τόσοι και τόσοι έχουν παρουσιαστεί για να της αφηγηθούν την ερωτική τους ιστορία με την ελπίδα ότι θα τη δουν δημοσιευμένη στην τοπική εφημερίδα, και ξέρει ότι πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιλεκτική.
  Όμως η περιέργεια την τρώει. Την επόμενη μέρα, κατά το απόγευμα, που είναι η μέρα και η ώρα της συνάντησης, περνάει από το κιόσκι. Δεν είναι κανείς. Πηγαίνει μέσα και βλέπει ένα χαρτοφύλακα κάτω από ένα παγκάκι. Προφανώς κάποιος τον έχει αφήσει εκεί. Πηγαίνει, τον σηκώνει, και βλέπει πάνω του τα αρχικά του κυρίου που την επισκέφτηκε την προηγουμένη. Ποντάρισε στην περιέργειά της, και τον άφησε για να τον βρει. Τον ανοίγει και βλέπει ότι έχει μέσα κασέτες και άλλο υλικό, κυρίως φωτογραφικό.
  Πηγαίνει στο γραφείο της, βάζει τις κασέτες στο κασετόφωνό της, και δεν πέφτει έξω. Ο κύριος αυτός αφηγείται την ιστορία του. Και όσο ακούει τόσο μεγαλώνει το ενδιαφέρον της. Δεν θα γυρίσει στο σπίτι, παίρνει τηλέφωνο την οικονόμο της που προσέχει την κόρη της και της λέει να κοιμηθεί εκεί.
  Φαντάστηκα ότι επρόκειτο για μια εγκιβωτισμένη ιστορία όπου αντί για τα συνηθισμένα χειρόγραφα είχαμε κασέτες, όμως δεν είναι έτσι. Υπάρχει ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής ο οποίος αφηγείται την ιστορία του ηλικιωμένου κυρίου, με παρέμβλητα ιντερμέτζα στα οποία αφηγείται την ιστορία της εκδότριας, η οποία είναι ανύπαντρη μητέρα. Ο αγαπημένος της πανικοβλήθηκε όταν του ανακοίνωσε ότι είναι έγκυος και της ζήτησε να κάνει έκτρωση, αλλιώς η σχέση τους θα σταματούσε εκεί. Τι να θυσιάσει, τον έρωτά της ή τον καρπό που είχε μέσα στην κοιλιά της; Το μητρικό ένστικτο υπερίσχυσε.
  Στην ερωτική αυτή ιστορία βλέπουμε για άλλη μια φορά το μοτίβο της σταχτοπούτας: η φτωχή κοπέλα που παντρεύεται τον πλούσιο νεαρό. Βέβαια ο πατέρας του δεν είναι βασιλιάς όπως ο Ηράκλης στον «Ερωτόκριτο», όπου και εκεί έχουμε το μοτίβο της σταχτοπούτας αντεστραμμένο, για να φυλακίσει το γιο του και να εξορίσει την κοπέλα, μπορεί όμως να κάνει κάτι άλλο, και το κάνει: τον αποκληρώνει. Για την ακρίβεια, ένα ποσό που είχε καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό για να το εισπράξει όταν θα γινόταν εικοσιενός χρονών το αποσύρει.
  Στο μεταξύ οι δυο ερωτευμένοι ταξιδεύουν στην Ευρώπη με τα χρήματα ενός οικογενειακού κειμηλίου του νεαρού, κληρονομιά από τον παππού του. Καθώς τα χρήματα τελειώνουν, όταν ο νεαρός κλείνει τα εικοσιένα πηγαίνει να εισπράξει αυτό το ποσό. Φυσικά δεν βρίσκει τίποτα. Αρχίζει να εργάζεται ως σεφ, καθώς η μαγειρική είναι η αγάπη του και το ταλέντο του. Ζουν στερημένοι, αλλά ερωτευμένοι. Και ενώ όλα πηγαίνουν μια χαρά μπαίνει στη μέση ένα άλλο μοτίβο και τους τα χαλάει: το μοτίβο της αγάπης προς τους γονείς, κυρίαρχο στο γιαπωνέζικο θέατρο. Ο πατέρας της κοπέλας αρρωσταίνει και η κόρη του πρέπει να τον περιποιηθεί. Ο νεαρός την ακολουθεί. Συνέρχεται ο πατέρας, αλλά ηλικιωμένος και χήρος καθώς είναι χρειάζεται την περιποίηση της κόρης του. Δεν μπορούν να επιστρέψουν στην Ευρώπη. Ο νεαρός μαραζώνει δουλεύοντας σε μια καντίνα, όπου φτιάχνει σάντουιτς. Η κοπέλα τον παροτρύνει να επιστρέψει, μέχρι να καλυτερέψουν τα πράγματα. Αυτό και γίνεται. Ταλαντούχος καθώς είναι, θα βρεθεί κάποια στιγμή ιδιοκτήτης ενός από τα καλύτερα εστιατόρια του Λονδίνου. Αλλά έχουν δώσει μια υπόσχεση: να συναντιόνται κάθε χρόνο, στις 27 του Μάη, σ’ αυτό το κιόσκι. Μετά πηγαίνουν και κάνουν έρωτα. Αυτό θα τηρήσουν ακόμη και όταν αυτή αποφασίζει να παντρευτεί, όχι από έρωτα αλλά για να έχει την προστασία ενός άντρα, πράγμα που αναγκάζει και τον φίλο της να ενδώσει και αυτός στο φλερτ μιας χωρισμένης γυναίκας, και να παντρευτεί ένα μήνα μετά. Όμως, και εδώ είναι το ενδιαφέρον της ιστορίας, καθώς εξακολουθούν να αγαπιούνται τηρούν το ραντεβού τους, χωρίς να κάνουν φυσικά έρωτα πια, παρά τη ζήλεια των συζύγων τους, μέχρι το θάνατο της γυναίκας. Μια μέρα πριν το ραντεβού της επόμενης χρονιάς που φυσικά δεν θα πραγματοποιηθεί, ο άντρας πηγαίνει στην εκδότρια για να της αφηγηθεί την ιστορία του. Είναι μια δυνατή ερωτική ιστορία που δεν θέλει, και δεν πρέπει, να ξεχαστεί. Μια αληθινή ιστορία, διαβάζουμε στο εξώφυλλο.
  Πού βρίσκεται κατά τη γνώμη μου το μεγαλείο αυτής της ερωτικής ιστορίας;
  Στο ότι, μετά το γάμο τους, δεν υπάρχει σεξ. Δεν θα απατήσουν τους συζύγους τους, όμως καθώς αγαπιούνται εξακολουθούν να βλέπονται, για χρόνια, ακόμη και όταν έχουν αποκτήσει πια εγγόνια-αυτή δηλαδή, γιατί αυτός δεν μπόρεσε να κάνει παιδί, έχοντας όμως σαν παιδί του την κόρη της γυναίκας του.
  Είναι δυνατόν να διατηρηθεί έρωτας χωρίς σεξ; Αυτό μας λέει η Γκρέισον, είναι δυνατόν. Πόσοι άνδρες δεν υποκρίνονται τους ερωτευμένους για να κάνουν σεξ; Τα φανταράκια πρώτα και καλύτερα. Ένας έρωτας όμως στον οποίο δεν υπάρχει πια σεξ είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Αυτός ο έρωτας φαντάζομαι είναι που έχει τόσο συγκινήσει, και έχει κάνει το μυθιστόρημα αυτό τόσο δημοφιλές.
Post a Comment