Book review, movie criticism

Wednesday, October 17, 2012

Zhang Yimou, Red sorghum (1987), από το ομώνυμο βιβλίο του φετινού νομπελίστα Μο Γιαν

Zhang Yimou, Red sorghum (1987), από το ομώνυμο βιβλίο του φετινού νομπελίστα Μο Γιαν
http://en.wikipedia.org/wiki/Zhang_Yimou

  Ξαναείδα την ταινία με την ευκαιρία της βράβευσης του Μο Γιαν με το βραβείο Νόμπελ 2012, καθώς στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημά του. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τζανγκ Γιμόου, και έχει βραβευθεί με την Χρυσή Άρκτο. Σ’ αυτήν επίσης κάνει το ντεμπούτο της ως ηθοποιός η νεαρή (τότε) και όμορφη (ακόμη) γυναίκα του (τότε) Γκονγκ Λι. Την είδα πέρυσι σε μια απολαυστική κωμωδία με τίτλο «Αυτό που θέλουν οι γυναίκες», (Ο κινέζικος είναι «Εγώ ξέρω τη γυναικεία καρδιά»).
  Πέρυσι τέτοια εποχή περίπου που έκανα μια εγχείρηση καταρράκτη και δεν μπορούσα να διαβάσω για ένα μήνα, έβλεπα μετά μανίας ταινίες. Αμέσως μετά άρχισα να διαβάζω βιβλία για τον κινηματογράφο. Σε αρκετά από αυτά γινόταν λόγος για τον ποιητικό κινηματογράφο. Βλέποντας την ταινία αυτή συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για ένα από τα καλύτερά του δείγματα. Καλύτερα, γιατί δεν τραβάει την ποίηση προς το ασαφές και το ακατανόητο, όπως π.χ. οι ταινίες του Παρατζάνοφ.
  Θυμόμουνα την πρώτη σκηνή. Μέσα σε ένα φορείο κάποιοι νεαροί μεταφέρουν τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού τραγουδώντας. Την είχα δει σε ένα ντοκιμαντέρ που πέτυχα σε ζάπινγκ στο κινέζικο κανάλι CCTV-4 για τον Τζανγκ Γιμόου. Είναι μεγάλης διάρκειας και φοβερά εντυπωσιακή.
  Η ταινία είναι μια σκληρή ηθογραφία της επαρχίας στην προπολεμική Κίνα. Ο off-stage αφηγητής αφηγείται την ιστορία της γιαγιάς και του παππού του. Τη γιαγιά του την πούλησε κυριολεκτικά ο πατέρας της σε κάποιον ηλικιωμένο αλλά πλούσιο. Όμως δεν ήταν μόνο ηλικιωμένος, ήταν και λεπρός. Η αμοιβή ήταν ένα μουλάρι.
  Ένας από τους βαστάζους του φορείου είναι και ο παππούς του αφηγητή. Πώς γίνεται παππούς του; Αυτή είναι η ιστορία της ταινίας. Για να τα καταφέρει να σμίξει τελικά με τη γιαγιά του θα πρέπει να σκοτώσει τον άντρα της. Τουλάχιστον αυτό εικάζει ο εγγονός. Αλλά και πάλι θα συναντήσει δυσκολίες.
  Και εκεί που πηγαίνουν όλα καλά, και ο πατέρας του αφηγητή, μικρό παιδί, τριγυρνάει αμέριμνο στο οικογενειακό εργαστήρι που παράγουν λικέρ από sorghum (ζαχαρόχορτο μεταφράζεται στα ελληνικά, δεν το έχω δει ποτέ μου) πλακώνουν οι γιαπωνέζοι.
  Οι γιαπωνέζοι είναι κάτι σαν τούρκοι της Άπω Ανατολής. Όπως οι τούρκοι έγδαραν ζωντανό τον Δασκαλογιάννη το 1770, έτσι και οι γιαπωνέζοι, χειρότεροι, αντί να γδάρουν οι ίδιοι, βάζουν έναν από το προσωπικό του εργαστηρίου να γδάρει έναν άλλο, σε κάτι σκηνές ολότελα φρικιαστικές. Όμως αμέσως μετά αρχίζει η αντίσταση, κανγκ ρι στα κινέζικα, με ένα σαμποτάζ, στο οποίο θα χάσει τη ζωή της η γιαγιά του αφηγητή, ενώ ο πατέρας του, παρατηρώντας στη συνέχεια με γυμνό μάτι μια έκθλιψη ηλίου, θα τα βλέπει στο εξής όλα κόκκινα, από όπου και ο τίτλος του έργου.
  Η ποιητική ματιά του Τζανγκ Γιμόου αμβλύνει την αγριότητα της ταινίας. Πολύ θα ήθελα να διαβάσω το έργο του Μο Γιαν, για να μπορέσω να κάνω σύγκριση.
  Για τον Μο Γιαν και για την ταινία διάβασα κάποια πράγματα στο Bookstand, ένα ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση. Για την ταινία μπορείτε να διαβάσετε εδώ  και για τον συγγραφέα εδώ. Επίσης μετάφρασα ένα σύντομο βιογραφικό του Μο Γιαν και το ανάρτησα στο blog μου. Είναι η προηγούμενη ανάρτηση και βρίσκεται εδώ.


Post a Comment