Book review, movie criticism

Saturday, October 20, 2012

Stendhal, Lucien Leuwen



Stendhal, Lucien Leuwen (μετ. Κρις Μαυρομάτη-Βαλερί Ρασπιλλέρ), Μέδουσα 1991, 1ος τόμος σελ. 428, 2ος τόμος σελ. 414

  Μετά το «Κόκκινο καιτο μαύρο» και το «Μοναστήρι της Πάρμας» που ξαναδιάβασα το καλοκαίρι στην Κρήτη και παρουσίασα στο blog μου, μου έμεινε ο «Λισιέν Λεβέν», τον οποίο είχα αγοράσει πριν λίγα χρόνια για να τον διαβάσω εν ευθέτω χρόνω. Πιο πριν διάβασα και έγραψα για το «Περί έρωτος», και ακόμη πιο πριν, πριν το blog, το «Αναμνήσεις ενός ερωτικού». Ήδη από το «Κόκκινο και το μαύρο», που πρωτοδιάβασα πριν μια δεκαετία, διαπίστωσα το ανάστημα του Στεντάλ (ας προφέρουμε το όνομά του όπως ήθελε ο ίδιος), τον οποίο θεωρώ ως τον μεγαλύτερο από τους τρεις μεγάλους γάλλους του κριτικού ρεαλισμού (οι άλλοι δυο είναι ο Μπαλζάκ και ο Φλωμπέρ).
  Το έργο έμεινε ημιτελές, και εκδόθηκε το 1894, 52 χρόνια μετά το θάνατό του, και 59 μετά τη συγγραφή του. Η μεγάλη αυτή χρονική απόσταση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι το έργο του άργησε να αναγνωρισθεί, αν και όχι μόνο, όπως θα δούμε παρακάτω.
  Κατά τη γνώμη μου, ακόμη και αν το ολοκλήρωνε, δεν θα έφτανε ποτέ το «Κόκκινο και το μαύρο» και το «Μοναστήρι της Πάρμας», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα. Θα εξηγήσουμε το γιατί.
  Αποτελείται από δύο τόμους, που θα μπορούσαν να διαβαστούν αυτοτελώς. Σαν υπότιτλος στον πρώτο τόμο θα μπορούσε να μπει «Ο έρωτας» και στον δεύτερο «Η πολιτική». Στον πρώτο έχουμε τον έρωτα του Λισιέν με την ντε κυρία ντε Σαστελλέρ, ένα έρωτα που δεν έμελε να ευοδωθεί και γι’ αυτό η ανάμνησή του κατατρύχει τον Λισιέν σε όλο το δεύτερο τόμο. Στο τόμο αυτό ο έρωτας βρίσκεται εντελώς σε δεύτερο πλάνο, ενώ κυριαρχεί η ενασχόληση του Λισιέν με την πολιτική. Μέσω του βιβλίου αυτού ο Στεντάλ κριτικάρει τη διαφθορά και τον αμοραλισμό των πολιτικών και των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων.
  Κριτικάρει άγρια. Καθώς η πλοκή τοποθετείται στο Παρίσι, δεν θα ήταν δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς πίσω από τα μυθιστορηματικά πρόσωπα τα πραγματικά. Ο Στεντάλ παίρνει κάποιες προφυλάξεις, όμως κατά βάθος ξέρει ότι αυτό το βιβλίο, αν εκδοθεί, θα του δημιουργήσει προβλήματα. Το πρόβλημα αυτό το λύνει στο επόμενο έργο του, στο «Μοναστήρι της Πάρμας», όπου η πλοκή τοποθετείται σε χώρο έξω από τη Γαλλία. Και σ’ αυτό στηλιτεύει την διαφθορά και το μακιαβελισμό της πολιτικής, καθώς και την διαπλοκή της με την πλουτοκρατία.  
  Όμως δεν είναι ο μόνος λόγος που άφησε ημιτελές το μυθιστόρημα αυτό (κατά τη γνώμη μου πάντα). Στα θεατρικά έργα της κρητικής αναγέννησης, ανάμεσα στις πράξεις παρεμβάλλονται τα ιντερμέτζα, τα περισσότερα φαντασμαγορικά με τις «μορέσκες» τους, τις ξιφομαχίες δηλαδή μεταξύ μαυριτανών και χριστιανών, που είχαν σαν στόχο, προσφέροντας μια εναλλαγή, να ανακουφίσουν το κοινό από το «βάρος» των τραγωδιών. Το ίδιο και στο θέατρο Νο, όπου ανάμεσα στις δυο πράξεις παρεμβάλλονται τα κωμικά σύντομα μονόπρακτα Kyogen. Στο  «Μοναστήρι της Πάρμας» υπάρχει η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στον έρωτα και την πολιτική, σπάζοντας τη μονοτονία, ενώ, όπως είπαμε πιο πάνω, αυτά τα πράγματα βρίσκονται ξεχωριστά στους δυο τόμους στον «Λισιέν Λεβέν».
  Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος, που αφορά όμως μόνο τον πρώτο τόμο. Τα επεισόδια είναι πολύ λίγα, και ακόμη λιγότερα τα συναρπαστικά, σε αντίθεση με το «Μοναστήρι της Πάρμας» και το «Κόκκινο και το Μαύρο». Αυτό βέβαια αναδεικνύει την διεισδυτική ικανότητα του Στεντάλ ακόμη και στις πιο λεπτές αποχρώσεις των αισθημάτων των ηρώων του τα οποία περιγράφει με καταπληκτική ακρίβεια, καθώς και την εκπληκτική του ικανότητα ως προσωπογράφου, απουσιάζει όμως η ισορροπημένη αναλογία ανάμεσα στα γεγονότα και στις σκέψεις και στα συναισθήματα που προκαλούν στους ήρωες, όπως τη συναντήσαμε στα δυο άλλα κορυφαία έργα του. Ίσως αυτός να ήταν ένας ακόμη λόγος που τον απέτρεψε από το να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα.
  Θα κάνουμε και μια ακόμη εικασία. Διαβάζουμε ότι το «Μοναστήρι της Πάρμας» το έγραψε σε πενηνταδύο μέρες (4 Νοεμβρίου έως 26 Δεκεμβρίου 1838). Διαβάζουμε ακόμη σε υποσημείωση: «Στις σημειώσεις του βλέπουμε πως μετράει (με υπερηφάνεια, θα πρόσθετα εγώ) τις σελίδες που γράφει κάθε μέρα: 14 Δεκεμβρίου 1834, 23 σελίδες σε τρεις ώρες…Την άλλη μέρα 16 σελίδες σε 125 λεπτά». Αυτό σημαίνει ότι ο Στεντάλ φτάνει στο αποκορύφωμα του ταλέντου του και της ενεργητικότητάς του σε στιγμές ενθουσιασμού. Μετά μάλλον του φεύγει η διάθεση για επεξεργασία. Υπάρχουν κενά και ανεπεξέργαστα κομμάτια στον «Λισιέν Λεβέν», στα οποία ο Στεντάλ σκόπευε να επανέλθει. Σε πολλά σημεία βλέπουμε το κ.λπ. κ.λπ., σαν σημαδούρες για να επεξεργαστεί και να προσθέσει αργότερα. Αυτά τα σημάδια, καθώς και κενά φύλλα, πληθαίνουν στον δεύτερο τόμο. Δεν θα χρειαζόταν καθόλου πολύς χρόνος για να συμπληρώσει και να επεξεργαστεί, όμως δεν το κάνει. Άραγε δεν είχε απλώς τη διάθεση, ή ήταν κυρίως η επιφύλαξη που είχε για τα προβλήματα που θα συναντούσε εξαιτίας  της κριτικής που ασκεί στο πολιτικοκοινωνικό κατεστημένο της εποχής που τον αποθάρρυνε στο να προχωρήσει στην επεξεργασία; Πιστεύω ότι ήταν και τα δυο, για το ποιο όμως βάραινε περισσότερο στη συνείδησή του δεν μπορώ να ξέρω.  
  Και σ’ αυτό το έργο ο Στεντάλ, χωρίς να έχει την επινοητικότητα στην πλοκή που βλέπουμε στο «Κόκκινο και το μαύρο» και στο «Μοναστήρι της Πάρμας», είναι εξίσου διεισδυτικός στην ψυχολογία των ηρώων του, παρουσιάζοντας εκτενώς τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, ενώ ο ίδιος συχνά στέκεται απέναντί τους κριτικά και τους κουτσομπολεύει στον αναγνώστη, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
  «παρακαλούμε τον αναγνώστη να μη βρει πολύ γελοία την κυρία ντε Σαστελλέρ. Δεν είχε καμιά πείρα για τις λανθασμένες ενέργειες στις οποίες μπορεί να σε παρασύρει μια καρδιά που αγαπά. Ποτέ δεν είχε νιώσει…» (1ος τόμος, σελ. 251).    
  Λέξεις που επαναλαμβάνονται συχνά είναι «ανία», «πλήξη» και «ματαιοδοξία», ενώ αποφεύγεται η οποιαδήποτε εκζήτηση λογοτεχνικότητας, με τη χρήση π.χ. μεταφορών. Μάλιστα ειρωνεύεται τους συγγραφείς που καταφεύγουν σ’ αυτές. «Εκείνη τη νύχτα ο ύπνος δεν πλησίασε τα βλέφαρά της, όπως λένε οι άνθρωποι που ξέρουν να γράφουν» (2ος τόμος, σελ. 388).
  Όμως να σχολιάσουμε, κατά το συνήθειό μας, κάποια αποσπάσματα. 
  «…Η κυρία ντε Πουιλωράν κορόιδευε όλους όσους τολμούσαν…» (1ος τόμος, σελ. 366). Το παραθέτω γιατί σπάνια συναντάω πια στο γραπτό λόγο την έλξη του αναφορικού την οποία χρησιμοποιούμε στον προφορικό και την οποία προτιμώ καθώς, όπως έγραψα και σε προηγούμενη ανάρτησή μου, μου αρέσει να γράφω όπως μιλάω.
  «Η ιστορία, αντί να τον αποσπά από τις μαύρες σκέψεις του για το μέλλον, τον βύθιζε σ’ αυτές ακόμα πιο βαθιά» (1ος τόμος, σελ. 384). Πρόκειται ακριβώς και για τη δική μου περίπτωση.
  «Αλλά ο λαός είναι λίγο χαζός και οι βουλευτές του λίγο ανόητοι και αρκετά συμφεροντολόγοι» (2ος τόμος, σελ. 12) και «Η κυβέρνηση παίζει σαν ταχυδακτυλουργός με τα δικαιώματα και τα χρήματα του λαού, ενώ ορκίζεται κάθε πρωί πως τα σέβεται (2ος τόμος, σελ. 21). Μην το ξεχνάμε, μιλάμε πάντα για τη Γαλλία μετά την ιουλιανή επανάσταση (1830).
  (Ο πατέρας Λισιέν, μεγαλοτραπεζίτης, προς τον γιο του): «Λοιπόν, αισθάνεστε αρκετά κάθαρμα για να σταδιοδρομήσετε στις τιμητικές θέσεις;» (2ος τόμος, σελ. 19). Για τον τραπεζίτη αυτόν ο Στεντάλ χρησιμοποιεί τον πιο εύστοχο χαρακτηρισμό: «Ανελέητο χλευαστή» (σελ. 377).
  Επίσης:
  «Η πρώτη εντύπωση μετράει πολύ για τους ηλίθιους και πρέπει να μεταχειρίζεσαι πάντα έναν υπουργό σαν ένα ηλίθιο, δεν έχει χρόνο να σκέφτεται» (2ος τόμος, σελ. 45). Σε όλο το δεύτερο τόμο βλέπουμε τους πολιτικούς να είναι περίπου μαριονέτες στα χέρια της πλουτοκρατίας, η οποία δεν τρέφει απέναντί τους καμιά εκτίμηση. (Αντιγράφω από τη βιβλιοκριτική μου για τη "Μαύρη Βίβλο" της Τζένης Χειλουδάκη: «Ο γέρος ήταν ζάπλουτος, πάτησε επί πτωμάτων και έκοψε το λουφέ σε ανταγωνιστές. Μέχρι και υπουργούς ανεβοκατέβαζε κατά το κέφι του. Ήξερε να κρατάει τις κυβερνήσεις απ’ τα αρ@@δια (φανταστείτε τώρα τι γινόταν με κυβερνήσεις που δεν είχαν αρ@@δια!).
  «Έκανε τον σπουδαίο και κατέληξε να πλέκει το εγκώμιο του προκατόχου του για την τιμιότητά του, ενώ λέγανε πως είχε εξοικονομήσει οχτακόσιες χιλιάδες φράγκα στη διάρκεια ενός έτους της υπουργικής του θητείας» (σελ. 47).
  «Ο υπουργός είχε ξεχάσει το δείπνο του. Ήταν η πρώτη του δουλειά με το χρηματιστήριο και ήταν ενθουσιασμένος που θα κέρδιζε μερικές χιλιάδες φράγκα. Το αστείο είναι πως ένιωθε γι’ αυτό ένα είδος υπερηφάνειας, αισθανόταν υπουργός με όλη τη σημασία της λέξης» (2ος τόμος, σελ. 56).
  «Ο εισαγγελεύς της Κάτω Νορμανδίας που φέρει το όνομα βασιλιάς άρχισε λέγοντας…» και σε υποσημείωση: «Ο Στεντάλ, ιδιαίτερα προσεκτικός, χρησιμοποιεί αυτό το τέχνασμα για να μην μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για τίποτα» (2ος τόμος, σελ. 312). Δεν πιστεύω ότι ο Στεντάλ είχε και πολύ εμπιστοσύνη σ’ αυτό το τέχνασμα.
  Μετά τα παραπάνω αποσπάσματα δεν είναι να απορεί κανείς, όχι μόνο που ο Στεντάλ δεν τέλειωσε το έργο, αλλά και που δεν βρέθηκε εκδότης να το εκδώσει παρά αφού πέρασαν πάνω από πενήντα χρόνια, οπότε όλα τα πραγματικά πρόσωπα που κρύβονται πίσω από τα μυθιστορηματικά θα είχαν πεθάνει.
  Μου αρέσει πολύ ο Στεντάλ, και κάποια στιγμή θα διαβάσω στο καινούριο tablet που αγόρασα, με οθόνη 10 ιντσών, κάποιες νουβέλες του που κατέβασα από το Gutenberg project.
Post a Comment