Book review, movie criticism

Thursday, October 11, 2012

Νίκος Καζαντζάκης, Καπετάν Μιχάλης



Νίκος Καζαντζάκης, Καπετάν Μιχάλης, Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη 1974, σελ. 495

  Μετά τον «Αλέξη Ζορμπά» (1946) ο Καζαντζάκης έγραψε τους «Αδελφοφάδες», που όμως, για άγνωστους λόγους (σε μένα τουλάχιστον) δεν εκδόθηκε παρά μετά τον θάνατό του. Ακολουθεί ο «Καπετάν Μιχάλης» (1953). Ο ξεχωριστός Ζορμπάς παραχωρεί τη θέση του στον ηρωικό Καπετάν Μιχάλη. Ως πρότυπα ο Καζαντζάκης έχει πραγματικά πρόσωπα, τον Γιώργη Ζορμπά και τον πατέρα του. Όμως τα πρόσωπα αυτά είναι καθημερινοί άνθρωποι, που ξεχωρίζουν βέβαια από μια φλόγα ψυχής. Το ίδιο και ο Μανωλιός στον «Χριστό ξανασταυρώνεται» που ακολουθεί. Στη συνέχεια όμως ο Καζαντζάκης δεν θα ασχοληθεί με τις ξεχωριστές ψυχές αλλά με τις ξεχωριστές προσωπικότητες, όπως ο Χριστός στον «Τελευταίο Πειρασμό» και ο Άγιος Φραγκίσκος στον «Φτωχούλη του θεού».
  Παρόλο που το έργο δεν αναφέρεται σε καμιά κρητική επανάσταση (για τον ελάσσονα ξεσηκωμό του 1989 με τον οποίο τελειώνει το βιβλίο δεν μπόρεσα να βρω ιστορικά στοιχεία στο διαδίκτυο) μπορεί να θεωρηθεί ένα έπος της Κρήτης· ή καλύτερα ένα έπος της κρητικής ψυχής. Ηθογραφώντας ο Καζαντζάκης παρουσιάζει ταυτόχρονα και το μεγαλείο της.
  Μέσα στο έπος ο Καζαντζάκης υφαίνει και μια ερωτική ιστορία. Στην ιστορία αυτή συμπλέκονται μια τουρκάλα, η Εμινέ, και τρεις άντρες: ο άντρας της ο Νουρήμπεης, ο καπετάν Μιχάλης και ο καπετάν Πολυξίγκης. Ο Νουρήμπεης μπλέκεται σε μια μονομαχία. Σκοτώνει μεν τον αντίπαλό του, όμως αυτός προλαβαίνει και τον πληγώνει στα γεννητικά του όργανα. Αυτό θα τον οδηγήσει στην αυτοκτονία, ενώ η γυναίκα του πιο πριν είχε οδηγηθεί στην αγκαλιά του καπετάν Πολυξίγκη. Όμως αυτή τον καπετάν Μιχάλη θέλει, και το ίδιο τη θέλει κι αυτός, όσο και αν προσπαθεί να πνίξει το αίσθημα αυτό μέσα του. Όταν μαθαίνει ότι την συνέλαβαν η τούρκοι, παρατάει το πολιορκημένο μοναστήρι με λίγους συντρόφους του και σώζει την Εμινέ, την οποία μεταφέρει σε ασφαλές μέρος. Όταν επιστρέφει, το μοναστήρι έχει καταληφθεί από τους τούρκους και έχει καεί. Νοιώθει ενοχές. Πώς θα τις πνίξει; Με δυο τρόπους. Θα σκοτώσει την Εμινέ, και δεν θα καταθέσει τα όπλα, σε μια πράξη αυτοκτονίας.
  «Ελευτερία ή…
  Μα δεν πρόφτασε να τελειώσει· μια μπάλα μπήκε μέσα στο στόμα του· μια άλλη πέρασε από το δεξό του μελίγγι και βγήκε από το ζερβό· κι ο καπετάν Μιχάλης έπεσε κάτω τ’ ανάσκελα και σκόρπισαν οι μυαλοί του στις πέτρες».
  Έτσι τελειώνει το έργο.
  Για τον Καζαντζάκη η γυναίκα αποτελεί εμπόδιο στους υψηλούς στόχους που βάζει ο άντρας στη ζωή του. Μπορεί να είναι μούσα για τους ποιητές και τους καλλιτέχνες, όμως για τον άνθρωπο της δράσης αποτελεί ένα βαρύδι που τον βουλιάζει, που δεν τον αφήνει να προχωρήσει.
  Για χρόνια θαύμαζα αυτή την επινόηση του Καζαντζάκη, να σκοτώσει ο Καπετάν Μιχάλης τη γυναίκα που αγαπούσε. Μέχρι που διάβασα ότι το ίδιο πράγμα έκανε και ένας σουλτάνος· όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα από το χαρέμι του τη σκότωσε. Δεν μπόρεσα να το βρω στο διαδίκτυο, αλλά πρέπει να ήταν κάποιος Μωάμεθ, ίσως ο πορθητής.
  Η αντίληψη αυτή έχει μια βάση. Στην κινέζικη όπερα του Πεκίνου «Αντίο παλλακίδα μου», βασισμένη σε ιστορικό γεγονός, η παλλακίδα, για να μην έχει την έγνοια της ο αγαπημένος της σε μια αποφασιστική μάχη στην οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να νικήσουν, αυτοκτονεί.
  Στο τέλος του έργου ο Καζαντζάκης μπάζει πάλι τον αγαπημένο του προβληματισμό, το νόημα της ζωής. Το συζητάει ο ετοιμοθάνατος καπετάν Σήφακας με τους τρεις γέρους καπετάνιους που ήλθαν να τον αποχαιρετήσουν.
  Ο καπετάν Σήφακας, πατέρας του καπετάν Μιχάλη, βάζει τον εγγονό του το Θρασάκι να του μάθει στα γεράματα την αλφαβήτα. Έχει το σκοπό του. Τον μαθαίνουμε στο τέλος. Παίρνει μπογιά και γράφει σε όλους τους τοίχους στα σπίτια του χωριού «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ». Όμως όταν γράφει πάνω στον τοίχο του τζαμιού, πέφτει από τη σκαλωσιά και πληγώνεται θανάσιμα. Μπορεί και να τον τιμώρησε ο Αλλάχ.
 Και θυμήθηκα ένα έργο που είδα πρόσφατα, The first grader, «Το πρωτάκι», όπου ένας επαναστάτης Μάου Μάου στην Κένυα θέλει στα γεράματά του να μάθει γράμματα, αντιμετωπίζει όμως ένα σωρό προβλήματα στην προσπάθειά του αυτή.
  Το καλοκαίρι έγραφα στο blog μου κατωχωρίτικες ιστορίες. Ο Καζαντζάκης χώνει μέσα στο μυθιστόρημά του καστρινές ιστορίες, όπως (δεν αντιγράφω, δεν τσεκάρισα τις σχετικές σελίδες): -Γυναίκα, πες μου σε παρακαλώ την αλήθεια, βλέπεις ότι είμαι ετοιμοθάνατος, είναι όλα μας τα παιδιά δικά μου; -Κι αν δεν πεθάνεις; Κι αν δεν πεθάνεις;
  Και μιαν άλλη.
  -Βρε συ, δεν βαρέθηκες όλο να πίνεις, να πίνεις, να πίνεις;
  -Κι εσύ δεν βαρέθηκες όλο να μην πίνεις, να μην πίνεις, να μην πίνεις;
  Υπάρχουν αρκετές άλλες.
  Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα θυμήθηκα και μια κατωχωρίτικη ιστορία, που όμως δεν την έχω γράψει.
  «Και πρώτη πρώτη η κυρά-Μαστραπάδαινα έλυσε τον άντρα της, τον άγιον άνθρωπο, τον κουδουνά, από το στύλο του κρεβατιού, όπου τον έδενε κάθε βράδυ, γιατί τον ζήλευε· μην πάει, λέει-ξέρει αυτή τους άντρες!-και κατεβεί κρυφά και βρει, κάτω στην κουζίνα, τη δούλα τη χοντρο-Ανεζίνα, με τ’ αγελαδίσια μαστάρια. Τον έδενε λοιπόν κάθε βράδυ στο στύλο του κρεβατιού και τον έλυνε όταν αυτός κάποτε τη νύχτα την ξυπνούσε να πάει προς νερού του· μα πάλι το σκοινί έμενε δεμένο στον αστράγαλό του, κι η Μαστραπάδαινα το κρατούσε σφιχτά από την άλλη άκρα, μην τύχει και της ξεφύγει ο λεγάμενος και πάρει τον κακό δρόμο» (σελ. 56).
  Ο Μοναχογιός (δεν θυμάμαι το όνομά του) πέθανε όταν εγώ ήμουν πολύ μικρός. Ήταν πολύ γέρος. Συνήθιζαν να τον πειράζουν ρωτώντας τον: -Μοναχογιέ, τρως τα μακαρούνια; Και αυτός απαντούσε –Ούχι.
Ούχι, όχι όχι. Για να ακούσουν αυτό το «Ούχι» τον πήραζαν οι χωριανοί.
  Αυτός ο Μοναχογιός λοιπόν είχε μια πολύ όμορφη γυναίκα, και όπως έδενε η Μαστραπάδαινα τον άντρα της, έτσι την έδενε κι αυτός. Αυτό μόνο ξέρω. Αν κάποτε έλυσε το σκοινί, δεν μου είπαν. Αλλά μάλλον όχι, όπως και ο Μαστραπάς, γιατί θα ακουγόταν. Έτσι δεν είναι να απορεί κανείς που ένα από τα αντώνυμα του «παντρεμμένος-η» στην Κρήτη είναι και το «ελεύθερος-η». Όταν το πρωτοάκουσα έμεινα έκπληκτος. «Όταν ήμουνα ελεύθερη…», είπε μια γυναίκα σε κάποια αποσπερίδα στην οποία με είχε πάρει και εμένα η μάνα μου. Από τότε άκουσα πολλές φορές τη λέξη με αυτή τη σημασία, του ανύπαντρος-η. 
  Αυτό θα πει να είσαι κρητικός. Ακόμη και το γάμο τον νοιώθει σαν μια μορφή σκλαβιάς. 
  Οι ξεσηκωμοί σημαίνουν σκοτωμούς. Αυτό όμως δεν θολώνει τον ανθρωπισμό του Καζαντζάκη, που σε δυο σημεία γράφει: «(Ο γούμενος του Αφέντη Χριστού): Κακή δουλειά ’ναι αυτή, να σκοτώνεις ανθρώπους· ας είναι κι άπιστοι Αγαρηνοί, συλλογίζουνταν· μα δε φταίμε εμείς, σου το λέω ορθά κοφτά, δε φταίμε εμείς· λευτέρωσέ μας, θεέ μου, να ησυχάσουμε» (σελ. 337). Δεν θυμάμαι όμως σε ποια σελίδα γράφει για έναν τούρκο που περιποιόταν χωρίς διάκριση τούρκους και χριστιανούς άρρωστους ή πληγωμένους.
  Βρήκα και τρία αποσπάσματα που κολλάνε σε τρεις από τις ιστορίες «Του τάφου» που έγραψα το καλοκαίρι. Θα τα χώσω μέσα σ’ αυτές, όπου και θα παραπέμψω: 10η ιστορία, «Ο αδιάβαστος παπάς», 27η ιστορία, «Η σιέστα» και 29η ιστορία, «Ο φόβος των φαντασμάτων». Επίσης, πριν ξαναδιαβάσω το βιβλίο, πήρα το απόσπασμα στο οποίο οι τρεις φίλοι πηδάνε το φέρετρο του Μανούσακα, αυτόν που σκότωσε ο Νουρήμπεης, και το ενσωμάτωσα στην 10η ιστορία «Του τάφου» που έχει τίτλο «Το ξενύχτισμα του νεκρού». Τέλος το παραπάνω απόσπασμα με τη Μαστραπάδαινα, το ανάρτησα πριν λίγο σαν ξεχωριστή κατωχωρίτικη ιστορία.
  Διαβάζουμε:
  «(Ο ανηψιός του καπετάν Μιχάλη, ο Κοσμάς, επιστρέφει στο Ηράκλειο από το εξωτερικό όπου βρισκόταν). Χαμηλά του φαίνονταν τα σπίτια, οι φαρδιοί δρόμοι στένεψαν, οι παλιοί φίλοι του έλεγαν ένα λόγο, δυο λόγια, κι άδειαζαν. Αυτοί που, έφηβοι, περπατούσαν, σα να ’καναν γιουρούσι, στα στενά σοκάκια του Μεγάλου Κάστρου τα δειλινά, και τις νύχτες, στο φεγγάρι, συζητούσαν με πάθος για το Θεό, για την πατρίδα και για τη μοίρα του κόσμου, τώρα πώς μπερδεύτηκαν σε γυναίκες, σε παιδιά, στις έγνοιες του ψωμιού, κι η εφηβική αρμάδα είχε βουλιάξει μέσα σε μια σπιτίσια σκάφη!» (σελ. 421).
  Και θυμήθηκα το ποίημα του Σεφέρη, «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», για το οποίο έχω κάνει μια ανάρτηση, όπου παραθέτω τη μουσική του Μαρκόπουλου και τους στίχους.
  Διαβάζω: «…ξεροκαύκαλο βουτηγμένο στο λαδόξιδο…» (σελ. 349).
  Καλά κρατώ την παράδοση. Ένα γεύμα μου, σχεδόν κάθε μέρα, είναι ξεροκαύκαλο, κρητικός ντάκος, περιχυμένος με λάδι και ξύδι.
  Διαβάζοντας το βιβλίο θυμήθηκα με συγκίνηση λέξεις, φράσεις και εκφράσεις ξεχασμένες από χρόνια. Στη σημερινή εποχή είναι αδιανόητη μια καινούρια «Βαβυλωνία». Όμως, παρόλο που δεν είμαι καθόλου κολλημένος στην παράδοση (με εξαίρεση τον ντάκο, τη λύρα, και κάποια πράγματα ακόμη), αυτή η εξέλιξη με θλίβει. Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Κρήτη μου αρέσει να μιλώ κρητικά. Σαν να γυρίζει ένας διακόπτης στο μυαλό μου, μου έρχονται στο νου και χρησιμοποιώ λέξεις που εδώ στην Αθήνα μου είναι ξεχασμένες, εκπλήσσοντας πολλές φορές τους φίλους μου. Εισέπραξα τώρα το καλοκαίρι και τα συγχαρητήρια ενός πωλητή στην Ένωση Γεωργικών Συναιτερισμών, που ενώ με έκοψε για αθηναίο, και του το επιβεβαίωσα, είδε πως μιλούσα κρητικά, σε αντίθεση με άλλους «αθηναίους».
  Τον «Καπετάν Μιχάλη» πρέπει να τον διαβάσει κάθε κρητικός. Όποιος δεν τον διαβάσει δεν του πρέπει να λέγεται κρητικός.


 
Post a Comment