Book review, movie criticism

Tuesday, October 2, 2012

Michael Haneke, All his films (up to now)



Michael Haneke, All his films (up to now)

Θα ξεκινήσω παραθέτοντας την τελευταία παράγραφο από μια κριτική μου για την ταινία του David Wnendt, Die Kriegerin.
  «Είχα να διαβάσω γερμανικό βιβλίο κάπου 20 χρόνια, από τότε που χρειαζόμουν τα γερμανικά για την εκπόνηση του διδακτορικού μου. Δεν είμαι σίγουρος γιατί, μάλλον όμως εξαιτίας της Κατοχής, είχα μια έμφυτη απέχθεια για τη γλώσσα και τους ανθρώπους. Ντρεπόμουνα γι’ αυτό, αλλά τα αισθήματα δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Μετά που ήλθε η Μέρκελ και το Focus ένοιωθα τα αισθήματα αυτά να δικαιώνονται. Όμως και πάλι αισθανόμουν πώς δεν είναι σωστό, και αποφάσισα να ξαναασχοληθώ λίγο με τη γλώσσα διαβάζοντας ένα γερμανικό βιβλίο-θα κάνω ανάρτηση γι’ αυτό μόλις το τελειώσω. Και επί τη ευκαιρία είπα να δω και κάποιες γερμανικές ταινίες που είχα».
  Μετά από δυο ταινίες είπα να πάρω πακέτο τον Michael Haneke, κάτι που λέω να κάνω και με άλλους σκηνοθέτες. Προς το παρόν το έχω κάνει μόνο με ιρανούς. Έχω ήδη γράψει για το Caché και τη «Λευκή κορδέλα», τώρα θα δω και τις υπόλοιπες που έχω και θα γράψω γι’ αυτές. Και ξεκινάμε με την «Έβδομη ήπειρο».
  Η έβδομη ήπειρος (1989).
  Βλέποντας την ταινία θυμήθηκα μια μεταφορά που χρησιμοποιούσα παλιά σε κριτικές μου: «Εικόνες από μια έκθεση», παραπέμποντας διακειμενικά στο ομώνυμο έργο του Μουσόργκσκι. Στην ταινία βλέπουμε εικόνες από τη ζωή μιας οικογένειας, ενός ζευγαριού και της κόρης τους. Οι εικόνες αυτές δεν μας δημιουργούν καμιά συμπάθεια για το ζευγάρι. Εκτός των άλλων βλέπουμε μάλλον να καταπιέζουν τη μικρή κόρη τους. Να πρόκειται άραγε για μια κριτική της αστικής τάξης, κάτι ανάλογο με την «Λευκή κορδέλα»; Πάντως ο Χάνεκε φαίνεται να είναι περισσότερο εκπρόσωπος ενός κινηματογραφικού νατουραλισμού παρά ενός κινηματογραφικού κριτικού ρεαλισμού.
  Σε μια έκθεση μπορείς να καθίσεις μπροστά σε ένα πίνακα όση ώρα θέλεις. Τους κινηματογραφικούς «πίνακες» όμως του Χάνεκε είσαι υποχρεωμένος να τους υποστείς μέχρι τέλους. Το τέλος της ταινίας, με τους γονείς να καταστρέφουν το σπίτι τους πριν αυτοκτονήσουν κρατάει ατέλειωτα, ιδιαίτερα το πλάνο όπου ρίχνουν μέσα στη λεκάνη κομματιασμένα χαρτονομίσματα. Αυτό το «τέντωμα» του χρόνου δίνει μια ξεχωριστή δραματικότητα στην ταινία· μια ταινία όμως που με άφησε σε αμηχανία. Ποια είναι η «θέση» της ταινίας; Βλέποντας αυτό το αντιπαθητικό ζευγάρι δεν ένοιωσα καθόλου τον «έλεο» που ίσως να ήθελε να μας υποβάλλει ο Χάνεκε· γιατί αλλιώς το χρονικό τράβηγμα αυτής της αυτοκτονίας δεν θα είχε νόημα.
  Ξαναδιαβάζοντας τώρα και αυτό που έγραψα για το Caché, βλέπω ότι και εκεί οι ήρωες είναι αντιπαθητικοί (πιο κάτω θα παραθέσω τον σύνδεσμο). Όσο για την «Λευκή κορδέλα», το θυμόμουνα ότι σχεδόν όλα τα πρόσωπα είναι αντιπαθητικά.
Bennys video (1992)
  Σε αντίθεση με την «Έβδομη ήπειρο» εδώ υπάρχει σασπένς. Ένας ανήλικος νεαρός, παίζοντας, σκοτώνει ένα κορίτσι της ηλικίας του. Οι γονείς του θα προσπαθήσουν να κρύψουν το συμβάν. Ο πατέρας θα τεμαχίσει το σώμα του νεκρού κοριτσιού σε μικρά κομμάτια και θα το ρίξει στη λεκάνη της τουαλέτας. Όμως ο νεαρός στο τέλος πηγαίνει στην αστυνομία και ομολογεί την πράξη του.
  Και εδώ ο Haneke, ενώ θα μπορούσε να μας δείξει έναν ανεύθυνο ανήλικο, μας δείχνει ένα κακό νεαρό. Και δεν το λέω αυτό από το γεγονός ότι, όταν πληγώνεται η κοπέλα από τον πυροβολισμό, δεν φροντίζει να καλέσει πρώτες βοήθειες αλλά πανικόβλητος την αποτελειώνει για να μη φωνάζει, αλλά από το επεισόδιο με τον νεαρό συμμαθητή και φίλο του, που του δίνει μια γροθιά, εντελώς άδικα, με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί από τον καθηγητή.
  Σκληρή ταινία και αυτή. Και βρέθηκα πάλι στο πρόβλημα της αφηγηματικής προσδοκίας. Από τον Haneke περιμένω ένα έργο σινεφίλ, δηλαδή κοινωνικό, ένα έργο με θέση. Δεν ήταν τίποτα τέτοιο. Κατατάσσοντάς το όμως εκ των υστέρων στις ταινίες θρίλερ, κατέληξα στο συμπέρασμα πως είναι πολύ καλό.
71 Fragmente einer Chronologie des Zufalls (1994)
  Τελικά αυτό που έγραψα πιο πριν για «εικόνες από μια έκθεση» ισχύει περισσότερο για τα 71 κομμάτια, υποκαθιστώντας τη λέξη «εικόνες» με τη λέξη «Fragmente» που βρίσκονται στον ίδιο παραδειγματικό άξονα· κομμάτια από τη ζωή κάποιων ανθρώπων, με τα οποία ο Χάνεκε δεν έχει κυρίως σαν στόχο να τους προσωπογραφήσει αλλά για το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν αυτά καθ’ αυτά. Ο συνδετικός μίτος είναι εντελώς προσχηματικός, και μας δίνεται από την αρχή, σε κείμενο· ένας νεαρός πηγαίνει σε μια τράπεζα, πυροβολεί και σκοτώνει τρεις πελάτες, και στη συνέχεια αυτοκτονεί. Η δραματοποίηση της ιστορίας δίνεται στο τέλος, όπου τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στα «κομμάτια» μπαίνουν μέσα στην τράπεζα τότε που συμβαίνει το τραγικό γεγονός.
  Code: unbekannt (2000)
  Ο άγνωστος κώδικας είναι κι αυτός εικόνες από μια έκθεση, επίσης Fragmente. Μόνο που τα κομμάτια εδώ είναι πιο μεγάλα. Ο γαλλικός τίτλος είναι πιο δηλωτικός του περιεχομένου της ταινίας: Code inconnu: Récit incomplet de divers voyages. Εξάλλου στην ταινία μιλάνε κυρίως γαλλικά (η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στο Παρίσι), και επίσης ρουμάνικα και Μαλινέζικα. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι πρωταγωνίστρια είναι η Ζιλιέτ Μπινός. Υφολογικά, βλέπουμε και εδώ όπως και στα προηγούμενα έργα το χρονικό τράβηγμα των πλάνων, ειδικά στη σκηνή με τις ρακέτες, το χώρισμα των σκηνών με μια μαύρη εικόνα, και η άφθονη παράθεση τηλεοπτικών ειδήσεων που τοποθετούν χρονικά το πλαίσιο των γεγονότων, που είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσες καθ’ αυτές, και αναφέρονται κυρίως στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία.
  Να μιλήσω πάλι για ζητήματα αφηγηματικών προσδοκιών.
  Ένα στοιχείο ανάμεσα στα άλλα που δημιουργεί μια αφηγηματική προσδοκία σε ένα κινηματογραφικό έργο είναι και η γνώση των προηγούμενων έργων του σκηνοθέτη. Τα τρία προηγούμενα έργα του Χάνεκε είχαν ένα αιματοβαμμένο τέλος. Ένα ανάλογο τέλος περίμενα να βρω και εδώ. Όμως διαψεύστηκα. Και καθώς το criminal και το θρίλερ υποχωρούν, αναδεικνύεται το κοινωνικό. Η λαθρομετανάστευση και ο ρατσισμός είναι τα κυριότερα προβλήματα που θίγονται στην ταινία.
  The piano teacher (2001)
  Ας το πούμε ψυχολογικό θρίλερ. Μια ταλαντούχα δασκάλα πιάνου ζει καταπιεσμένη από την υπερπροστατευτική μητέρα της. Ανέραστη, θα αναπτύξει σεξουαλικές διαστροφές. Θα ικανοποιεί τον voyeurism, όμως για να πραγματοποιήσει τις μαζοχιστικές φαντασιώσεις της χρειάζεται παρτενέρ.
  Κάποια στιγμή θα τον βρει στο πρόσωπο ενός νεαρού μαθητή που την ερωτεύεται, και θα επιδιώξει να εγγραφεί στο ωδείο της, και βέβαια στην τάξη της. Και από εδώ ξεκινάει το σασπένς, για το πώς θα εξελιχθεί η σχέση τους. Ο μαθητής αυτός μένει έκπληκτος όταν μαθαίνει για τις ορέξεις της.
  Στο τέλος υπάρχει ένα έντονο σασπένς και η διάψευση μιας αφηγηματικής προσδοκίας. Την βλέπουμε να βάζει ένα μαχαίρι μέσα στην τσάντα της. Μάλλον σκοπεύει να τον μαχαιρώσει. Κάποια στιγμή τη βλέπουμε να το στρέφει στο στήθος της. Θα αυτοκτονήσει; Όμως όχι, απλά θα τσιμπηθεί και θα τρέξει λίγο αίμα. Θα εγκαταλείψει χωρίς να την αντιληφθούν τον κτίριο όπου θα δινόταν μια μαθητική συναυλία στην οποία θα αντικαθιστούσε μια μαθήτριά της στο πιάνο. Στην τελευταία σκηνή την βλέπουμε να φεύγει από την κεντρική είσοδο του κτιρίου. Οι άλλοι προφανώς την περιμένουν μάταια.
  Την Ανί Ζιραντό την είδα πριν χρόνια στο ρόλο της γεροντοκόρης σε μια ταινία που έχω ξεχάσει τον τίτλο της. Σ’ αυτό το έργο παίζει το ρόλο της μητέρας της γεροντοκόρης, που είναι η Ιζαμπέλ Υπέρ. Εξαιρετικές και οι δυο. (Τελικά βρήκα το έργο ψάχνοντας στο διαδίκτυο, λεγόταν «Η γεροντοκόρη» (1972), για να μάθω επίσης ότι η Ανί Ζιραντό, δυστυχώς, πέθανε πριν ενάμισι χρόνο, το Φλεβάρη του 2011).
  The time of the wolf (2003).
  Αυτό ξεκινάει σαν κανονικό θρίλερ, με έναν νεκρό. Στη συνέχεια καταλήγει σε ένα υπαρξιακό έργο περίπου «Κεκλεισμένων των θυρών».
  Δεν λέγεται σαφώς, αλλά κάποια παγκόσμια καταστροφή έχει ενσκήψει και οι άνθρωποι έχουν τραπεί στη φυγή για να σωθούν. Η γυναίκα με τα δυο παιδιά, της οποίας τον άντρα σκότωσαν στην αρχή για να τους πάρουν το αυτοκίνητο και τα εφόδια, μετά από κάποια περιπλάνηση καταλήγει σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό, όπου όλοι περιμένουν κάποιο τραίνο να σταματήσει να τους πάρει. Αυτά που περνάνε, αραιά και πού, δεν σταματούν. Και βλέπουμε τις εντάσεις και τις αντιθέσεις που δημιουργούνται μεταξύ τους. Homo homini lupus, ιδιαίτερα σε τέτοιες καταστάσεις.
  Η τελευταία σκηνή είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Το μικρό αγοράκι ετοιμάζεται να πέσει στη φωτιά, αυτοθυσιαζόμενο για τη σωτηρία των υπόλοιπων. Ένας άντρας το σώζει την τελευταία στιγμή, ενθαρρύνοντάς το και λέγοντάς του ότι η πρόθεση είναι που μετράει. Στην επόμενη και τελευταία σκηνή βλέπουμε ένα τραίνο που περνάει. Το «μάτι της κάμερας» βρίσκεται στο πλάι του, ακολουθώντας το, πριν επιβιβαστεί πάνω του. Να σταμάτησε άραγε και να τους πήρε;
  Και πάλι βλέπουμε τα μεγάλα πλάνα και τις μεγάλες σκηνές, που είναι φαίνεται το χαρακτηριστικό υφολογικό στοιχείο του Χάνεκε. Όπως βέβαια και τα μίνι σασπένς που δημιουργούνται συνεχώς, με κορυφαίο την εξαφάνιση του μικρού αγοριού, που θα το βρουν μητέρα και κόρη την επόμενη μέρα.
  Caché (2005)
  Έχουμε ήδη γράψει γι’ αυτό. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ.
  Funny games (2008)
  Βλέποντας αυτό το έργο, καθαυτό θρίλερ αυτή τη φορά, συνειδητοποίησα ότι ο Χάνεκε αρέσκεται να παρουσιάζει στα έργα του άτομα με αποκλίνοντα έως διεστραμμένο ψυχισμό. Δυο πυροβολημένοι νεαροί εισβάλλουν στο σπίτι μιας οικογένειας και τους σκοτώνουν διαδοχικά, πρώτα το παιδί, μετά τον άντρα και μετά τη γυναίκα. Και πώς τελειώνει το έργο; Με την τιμωρία των κακών;
  Κάθε άλλο. Στο τέλος του έργου βλέπουμε τους δυο νεαρούς να ετοιμάζονται να εισβάλλουν σε άλλο σπίτι. Η απαίτηση για «ποιητική δικαιοσύνη», όπου οι κακοί στο τέλος τιμωρούνται, πάει περίπατο. Ελάχιστα έργα έχω δει όπου οι κακοί τελικά ξεφεύγουν, καθώς ένα τέτοιο τέλος δεν αρέσει ολοφάνερα στο κοινό.
  Ολοφάνερα; Το Funny games είναι αμερικάνικο remake της ίδιας ταινίας που γύρισε ο Χάνεκε το 1997. Αλλά από τα αμερικανάκια τι να περιμένεις.
  Όμως θα πρέπει να αναφέρουμε ένα αποστασιοποιητικό εφέ, που θέλω να το θεωρήσω ως μια απόπειρα ακύρωσης του ανατριχιαστικού αυτού τέλους. Η δεμένη γυναίκα καταφέρνει και αρπάζει την καραμπίνα που βρίσκεται πλάι της και σκοτώνει τον ένα από τους δυο νεαρούς. Και ο άλλος νεαρός τι κάνει; -Το τηλεκοτρόλ, πού είναι το τηλεκοντρόλ, φωνάζει. Το βρίσκει, και στην οθόνη της τηλεόρασης όπου προβάλλεται η σκηνή, την γυρίζει πίσω, σαν να πρόκειται για βιντεοταινία, και σταματάει στο σημείο πριν η γυναίκα αρπάξει την καραμπίνα. Να είναι άραγε αυτός ο στόχος του Χάνεκε, ή απλά σαρκάζει τα θρίλερ του είδους, όπου ο κακός τιμωρείται;
  Όπως και να έχει τα θρίλερ δεν μου αρέσουν, και όταν είδα πως πρόκειται για θρίλερ σκέφτηκα να το σταματήσω, αλλά καθώς ήταν το τελευταίο έργο του Χάνεκε που είχα να δω είπα όλο το βόδι το φάγαμε, ας μη μείνουμε στην ουρά. Και είχα αποφασίσει να μη γράψω γι’ αυτό, αλλά άλλαξα γνώμη όταν είδα αυτό το απαίσιο τέλος.
  Όσο για την επόμενη, βραβευμένη με χρυσό φοίνικα ταινία του Χάνεκε, έχουμε γράψει ήδη.
  The white ribbon (2009)
  Εδώ βρίσκεται η ανάρτηση.
  Η τελευταία του ταινία, ο «Έρωτας», που βραβεύτηκε φέτος στις Κάνες, δεν έχει προβληθεί ακόμη, από όσο ξέρω τουλάχιστον.
Post a Comment