Book review, movie criticism

Sunday, November 11, 2012

Αγγελική Στρατηγοπούλου, Ευαγγελισμός



Αγγελική Στρατηγοπούλου, Ευαγγελισμός, Καστανιώτης 2009, σελ. 84

  Ο «Ευαγγελισμός» είναι το δεύτερο βιβλίο της Αγγελικής Στρατηγοπούλου. Έχει προηγηθεί το μυθιστόρημα «Δεν θα ξαναρωτήσω τον μπαμπά».
  Ο «Ευαγγελισμός» δεν είναι μυθιστόρημα, είναι νουβέλα. Αναφέρεται στις σχέσεις μιας μητέρας με το παιδί της· του οποίου το φύλο το μαθαίνουμε πολύ αργότερα. Τον λένε Ισαάκ, που, όπως μας πληροφορεί η Αγγελική, «θα πει γέλιο» (σελ. 66). Το φύλο του δικού της παιδιού όμως δεν θα το μάθει ο αναγνώστης. Στο βιογραφικό της, στο αυτί του βιβλίου, γράφει ότι έχει «ένα παιδί»· που βέβαια ξέρουμε ότι συχνά είναι συνώνυμο με το αγόρι.
  Όμως η Στρατηγοπούλου δεν παρασύρεται από αυτή τη συνωνυμική χρήση. Αφήνει στη νουβέλα της, πιστεύω σκόπιμα, την αβεβαιότητα για το φύλο για να δώσει μεγαλύτερη ευρύτητα στο θέμα της, που είναι η αμφιθυμική σχέση μητέρας-παιδιού, οποιουδήποτε φύλου.
  «Όταν πεθάνεις, θα γίνω ό,τι θέλω. Θα ασχοληθώ με τη γεωργία, το εμπόριο, τη ναυπηγική. Ίσως και με τις τέχνες… Εσύ μόνο θα ακούς ό,τι θέλεις, όπως πάντα, κι όταν σε συναντάω τις νύχτες, θα βρίσκεις σίγουρα τρόπους να εκφράζεις της αντιρρήσεις σου… Ώσπου να σε εξορίσω και από κει. Να φτάνεις μέχρι τις παρυφές του ύπνου μου και να χτυπάς στα όνειρα να σου ανοίξουν. Όμως θα τα έχω προειδοποιήσει και θα βρίσκεις τις πόρτες τους κλειστές… Το μικρό σου κατσικάκι δεν θα σε συγχωρήσει ποτέ. Βέβαια η προοπτική να αναστηθείς κάποτε δεν είναι αμελητέα. Αφού μαρτυρείται έστω και μία φορά, σημαίνει πως έχει τη δυνατότητα να επαναληφθεί. Αν αποκλείσουμε το θαύμα, το φαινόμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί και προορισμός» (σελ. 19-20).
  Η νουβέλα στο μεγαλύτερο μέρος της είναι μια αποστροφή του παιδιού προς τη μητέρα του. Νοιώθει να πνίγεται από την υπερπροστασία της, την οποία εκλαμβάνει συχνά ως ανωριμότητα, αντιστρέφοντας στις αποστροφές τους ρόλους: αυτή είναι το παιδί που πρέπει να το βοηθήσει να ωριμάσει.
  Καθώς δεν πρόκειται για αφήγηση αλλά για αποστροφή, με έναν αποδέκτη με τον οποίο ο «αφηγητής» έχει ένα πολύ έντονο δέσιμο, και πιο έντονο και άρρηκτο από τη σχέση εξάρτησης μητέρας και παιδιού δεν μπορεί να υπάρξει, στη νουβέλα αυτή δεν παρατηρούμε το σασπένς μιας αφήγησης που αναφέρεται σε μια ιστορία. Τα επεισόδια είναι ελάχιστα, και είναι τέτοια ώστε να εικονογραφούν πιο ανάγλυφα τη σχέση, πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα αμφιθυμικά αισθήματα του παιδιού. Μάλιστα στα τμήματα τα, κατά κάποιο τρόπο, πιο φορτισμένα συναισθηματικά, αλλάζει η γραμματοσειρά και επί πλέον τα γράμματα γίνονται πλαγιαστά. Ακόμη και όταν κάποιες φορές η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη, διατηρούμε την αίσθηση πως πρόκειται για τον ίδιο αφηγητή ο οποίος παρατηρεί αποστασιοποιημένα αυτή τη σχέση, σαν ένας τρίτος, ουδέτερος παρατηρητής.
  «Το παιδί… Μιλούσε στον κόσμο με θαυμασμό για τη μαμά του, αλλά όταν ήταν μόνο του σκεφτόταν ότι όλα αυτά, αν και τόσο θεαματικά, δεν του πρόσφεραν τίποτα. Είχε την ελάχιστη απαίτηση να του φτιάξει έναν κόσμο απ’ την αρχή. Να είναι εκείνη που θα διορθώσει τις ατέλειες, θα κοιμίσει τα ηφαίστεια και θα ισοπεδώσει τις χαράδρες» (σελ. 41).
  Στην αποστροφή του παιδιού συχνά εμφιλοχωρεί ένα συμβολικό-μεταφορικό στοιχείο, που της δίνει ένα ποιητικό χρώμα μαγικού ρεαλισμού.
  «…Η υποψία των φτερών στην πλάτη της θα της αποκάλυπτε αργότερα το νόημά της… Η μαμά άφησε τα φτερά στο μεγάλο τραπέζι του σπιτιού με ένα σημείωμα που έγραφε: θα σε πάνε όπου θέλεις, αρκεί να φυσάει δυνατά» (σελ. 53-54).
  «Το κατσικάκι… τους είπε ότι η μαμά του δεν βόσκει, δεν μηρυκάζει και είναι εναντίον του θηλασμού. Τα κατσικάκια το λυπήθηκαν πολύ και του πρότειναν να μείνει μαζί τους για να έχει απ’ όλα. Ήταν ακόμη Ιανουάριος και εν μέρει δέχτηκε, χωρίς να αφήσει τελείως τη μαμά του, που επέμενε να του διαβάζει παραμύθια πριν κοιμηθεί» (σελ. 43).
  Η αφηγηματική φωνή αλλάζει στο τέλος του έργου. Τώρα αρχίζει να μιλάει η μητέρα.
  «Ωστόσο ζω, που σημαίνει μεταφέρω τον χρόνο· τον πάω κάθε μέρα μια μικρή βόλτα γύρω από το σώμα μου και τον βοηθάω να διανύσει μαζί μου την προκαθορισμένη απόσταση. Τον εκπαιδεύω να είναι συνεπής στις συναντήσεις μας και δεν χρησιμοποιώ πια δόλια μέσα για να του αποσπάσω μυστικά, γιατί το μόνο που με νοιάζει τώρα είναι να μη με εγκαταλείψει» (σελ. 83). Ποιον από τους δυο μεταφέρει, το χρόνο ή το γιό; Η άνω τελεία δίνει στο απόσπασμα μια ποιητική διάσταση, αφήνοντας όμως ανοικτή την κυριολεξία.
  «Φύλαξα την παλιά τρίκυκλη μηχανή μου για αργότερα. Είχε καλάθι στο πλάι, όπου καθόταν το παιδί. Στην κοιλιά της μηχανής ένιωθε αγέννητο και του άρεσε. Τώρα που γεννήθηκε πια, τρέχω μόνη μου, χωρίς φορτίο στο καλάθι. Το πολύ ένα καρπούζι για το σπίτι…» (σελ. 83).
    Η αλλαγή φωνής μας κάνει να υποπτευόμαστε ότι στην πραγματικότητα αυτή η σχέση εξάρτησης, που συχνά διακρίνεται για τις διπλόσημες καταστάσεις (double-bind situations) για τις οποίες μίλησε ο Bateson, έχει βιωθεί από το ίδιο πρόσωπο και στους δυο ρόλους: Η γυναίκα σαν παιδί, με τη δική της μητέρα, και η γυναίκα σαν μητέρα, με το δικό της γιο. Αυτή η αλλαγή ρόλου δίνει μια δραματικότητα στην αφήγηση. Τον ρόλο του «άλλου» τον συνειδητοποιούμε καλύτερα όταν καλούμαστε να τον παίξουμε κι εμείς. Τον ρόλο του γέρου πατέρα μου τον συνειδητοποιώ κι εγώ καλύτερα τώρα που αρχίζω να γερνάω. Όσο για τον ρόλο του γονιού, η μητέρα μου με είχε προϊδεάσει. «Τι ανησυχείς ρε μάνα», της έλεγα συχνά, «τίποτα δεν πρόκειται να πάθω», για να εισπράττω πάντα τη στερεότυπη απάντηση: «Όταν αποκτήσεις δικό σου παιδί τότε θα καταλάβεις». Και όντως κατάλαβα.
  Θα μπορούσα να υποθέσω ότι υπάρχουν αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία σ’ αυτή την αφήγηση, αν δεν ήταν η τυπικότητα των ρόλων και των σχέσεων. Κάθε παιδί και κάθε μάνα πρέπει να νοιώθει κάπως έτσι, όπως μας περιγράφει στη νουβέλα της η Στρατηγοπούλου· νουβέλα εξαιρετική, τόσο από την άποψη της ποιητικότητας της γραφής όσο και από την άποψη της οξυδέρκειας με την οποία η συγγραφέας διεισδύει στις σχέσεις που περιγράφει.
 
 
Post a Comment