Book review, movie criticism

Tuesday, November 6, 2012

Μο Γιαν莫言, Οι μπαλάντες του σκόρδου 天堂蒜薹之歌


Μο Γιαν莫言, Οι μπαλάντες του σκόρδου 天堂蒜薹之歌(μετ. από αγγλικά Μιχάλης Μακρόπουλος) Καστανιώτης 2004, σελ. 338

  Το βιβλίο το είχα χρόνια στη βιβλιοθήκη μου, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να το διαβάσω. Και η κατάλληλη στιγμή ήλθε: το βραβείο Νόμπελ του συγγραφέα.
  Όταν γράφω μια βιβλιοκριτική ή μια κριτική για ταινία ποτέ δεν κοιτάζω τι έχουν γράψει άλλοι. Δεν με ενδιαφέρει να γράψω την τέλεια κριτική, ενσωματώνοντας πράγματα άλλων που διέφυγαν της δικής μου προσοχής, αλλά να γράψω πράγματα δικά μου, να γράψω το πώς προσέλαβα εγώ το έργο. Ένας ακόμη λόγος που το αποφεύγω είναι γιατί είμαι σίγουρος πως, διαβάζοντας πράγματα άλλων, δεν θα βλέπω πια καθαρά με το δικό μου μάτι. Αυτή είναι η χειρότερη περίπτωση. Υπάρχει βέβαια και η καλύτερη, να διαφωνήσεις με αυτά που έχουν γράψει άλλοι.
  Μεταφράζοντας ένα σύντομο βιογραφικό του Μο Γιαν διαβάζω: «Τη δεκαετία του 1980 διακρίθηκε για τα λογοτεχνικά του έργα με θέμα την ιδιαίτερη πατρίδα του, διαποτισμένα με τα ανάμικτα συναισθήματα «αγάπη για την πατρίδα» αλλά και «μνησικακία για την πατρίδα»…». Διαβάζοντας τις «Μπαλάντες του σκόρδου» και βλέποντας την ταινία «Οι κόκκινοι αγροί» του Τζανγκ Γιμόου (张艺谋), ο οποίος πιστεύω ότι ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα του Μο Γιαν, δεν διαπίστωσα τίποτα τέτοιο. Δεν νομίζω ότι η ιδιαίτερη πατρίδα του τον απασχολεί σαν τέτοια, απλά είναι ο χώρος όπου τοποθετεί την πλοκή του, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε αγροτική περιοχή της Κίνας.
  Το μυθιστόρημα είναι ένα μυθιστόρημα σκληρότητας. Μιας σκληρότητας που οξύνεται περισσότερο με την αντιστικτική παράθεση ενός λυρικού μαγικού ρεαλισμού. Και η σκληρότητα αυτή δεν διακρίνει μόνο το καθεστώς, που αντιμετωπίζει βάναυσα τους διαδηλωτές που καταστρέφουν τα γραφεία της νομαρχίας διαμαρτυρόμενοι για την αγροτική πολιτική του, αλλά και τους ίδιους τους αγρότες. Σε πρώτο πλάνο βέβαια βρίσκεται ο ματαιωμένος έρωτας του Γκάο Μα και της Τζιν Τζου, που θέλουν να την παντρέψουν με το ζόρι με κάποιον τον οποίο δεν θέλει, σε μια οικογενειακή διαπραγμάτευση. Αργότερα, όταν θα μείνει έγκυος από τον Γκάο Μα, θα αποφασίσουν όχι να του τη δώσουν, αλλά να του την πουλήσουν.
  «Ο ανθρωπάκος μουρμούρισε θλιμμένα: - Τι καιροί έρχονται, όταν μια κοπέλα μπορεί ν’ αποφασίζει ποιον θα παντρευτεί;» (σελ. 300). Και ας έχει απαγορέψει το καινούριο κομμουνιστικό καθεστώς αυτούς τους προκαθορισμένους από τις οικογένειες γάμους, χωρίς τη θέληση των κοριτσιών.
  «Η γέννηση ενός αγοριού γίνεται δεκτή με αγαλλίαση, αλλά ενός κοριτσιού με κατεβασμένα μούτρα. Ύστερα, όταν το αγόρι μεγαλώνει και δεν μπορεί να βρει γυναίκα, να τα πάλι τα κατεβασμένα μούτρα» (σελ. 302).
  Γιατί δεν μπορεί; Εδώ υπονοείται η βρεφοκτονία των κοριτσιών.
  Στο μυθιστόρημα βλέπουμε όχι απλά μια βίαιη συμπεριφορά, αλλά και να πέφτει άγριο ξύλο. Οι αστυνομικοί δέρνουν, οι φυλακισμένοι δέρνουν με τη σειρά τους τούς πιο αδύνατους, και ο πατέρας και τα αδέλφια της κοπέλας τους δέρνουν άγρια και τους δύο. 
  Η διαφθορά της ντόπιας νομενκλατούρας και η αλόγιστη επιβολή φόρων και προστίμων αποτελούν επίσης αντικείμενο της σάτιρας του Μο Γιαν, που συχνά φτάνει τα όρια της μαύρης κωμωδίας. Όσο για τον «απλό λαό», παρουσιάζεται συχνά με μια φοβερή ιδιοτέλεια. Όμως τα κύρια πρόσωπα, ο Γκάο Μα, ο Γκάο Γιαν και η Τζιν Τζου παρουσιάζονται με θετικό τρόπο, αίροντας σε κάποιο βαθμό τον σκληρό νατουραλισμό του έργου.
  Ο Μο Γιαν ξεκινάει περίπου in media res, για να αναπτύξει στη συνέχεια την ιστορία του με αναδρομές και προσημάνσεις. Επινοεί επίσης επεισόδια που τα συνδέει χαλαρά με την πλοκή, όπως αυτό με τις γέννες, για να δώσει μια όσο το δυνατόν πιο πλήρη εικόνα της κινέζικης επαρχίας και τον κατοίκων της.
  Έχω δει και ένα κινηματογραφικό έργο που παρουσιάζει με τρόπο ανατριχιαστικό τη βαρβαρότητα που επικρατεί στην κινέζικη επαρχία. Είναι το Blind mountain (Τυφλό βουνό) του Li Yang, επίσημη συμμετοχή της Κίνας στο φεστιβάλ Καννών το 2007. Αναφέρεται στην πώληση γυναικών που αγοράζονται ως σύζυγοι, μια και οι γυναίκες είναι λιγότερες από τον ανδρικό πληθυσμό. Για το έργο αυτό έχω γράψει εδώ
  Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε την απαισιοδοξία που διακρίνει το μυθιστόρημα αυτό. Πάντως από το «Νορβηγικό δάσος» του Χαρούκι Μουρακάμι  που διαβάσαμε πρόσφατα, αυτό είναι λιγότερο απαισιόδοξο: έχει μόνο δυο αυτοκτονίες, της Τζιν Τζου και της παρ’ ολίγον πεθεράς της, σε αντίθεση με το έργο του Μουρακάμι όπου υπάρχουν πέντε αυτοκτονίες.
  Όμως ας σχολιάσουμε κάποια αποσπάσματα.
  «Του είπα ότι οι άνθρωποι πρέπει να ’χουν κόκκινα λουλούδια στα μαλλιά τους, γιατί τ’ άσπρα φέρνουν κακοτυχία και δεν τα φοράς παρά μόνο όταν κάποιος πεθαίνει» (σελ. 155).
  Μπορεί ο συμβολισμός ενός χρώματος να μην είναι αυθαίρετος, όμως είναι και συμβατικός. Το ότι το άσπρο χρώμα είναι χρώμα πένθους για τους ανατολίτες το έμαθα για πρώτη φορά βλέποντας τα «Όνειρα» του Κουροσάβα. Διάβασα όμως αργότερα ότι και κάποιες πόλεις στην αρχαία Ελλάδα είχαν το άσπρο σαν χρώμα πένθους και όχι το μαύρο. Διαβάζω τώρα στη βικιπαίδεια ότι και «Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ταύτιζαν το λευκό με τις καταστροφές στις καλλιέργειες και τον θάνατο γιατί τους θύμιζε την έρημο και τους σκελετούς των νεκρών ζώων που υπήρχαν σε αυτήν». Τώρα ποιοι συνειρμοί οδήγησαν τις χριστιανικές κοινωνίες να θεωρούν το άσπρο ως χρώμα της αγνότητας δεν γράφει η βικιπαίδεια.
  «Οι αδελφοί Φανγκ τον είχαν κτυπήσει τόσο άσχημα, που παραλίγο να τον στείλουν στο Γιάμα, το Βασιλιά του Κάτω Κόσμου» (σελ. 179). Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν τον Πλούτωνα ως θεό του Κάτω Κόσμου. Και δεν υπήρχε ουράνιος κόσμος, αντίστοιχος του παραδείσου, παρά μόνο κάτω κόσμος, ο κόσμος του σκότους και των νεκρών. Ο χριστιανισμός τελικά είναι αρκετά παρηγορητική θρησκεία.
  Διαβάζουμε:
  «Αυτό μου θύμισε ένα ανέκδοτο. Ένας ετοιμοθάνατος…» (σελ. 258).
  Το ίδιο κάνω κι εγώ πολλές φορές στα κείμενά μου. Όταν κάτι μου θυμίζει ένα ανέκδοτο, το γράφω. Παραθέτει και άλλο ανέκδοτο ο Μο Γιαν πιο κάτω, επίσης πολύ μακροσκελές για να το παραθέσω.
  «Γέρο στον ουρανό, μην τ’ αφήσεις να μολυνθεί, σε παρακαλώ, προσευχήθηκε βουβά» (σελ. 262). lao, σημαίνει γέρος, tian, σημαίνει ουρανός. Όλο μαζί ήξερα ότι σημαίνει Θεός, και το επιβεβαίωσα στον μεταφραστή της google. Τι να πω, να υποθέσω ότι ήταν αβλεψία από τον άγγλο μεταφραστή από τον οποίο μεταφράζει ο Μιχάλης Μακρόπουλος; Δυστυχώς δεν έχω τα δυο κείμενα για να κάνω αντιπαραβολή. Πιθανόν βέβαια να είναι μια συνειδητή απόδοση της λέξης στην κυριολεξία της και όχι στη μεταφορική σημασία του Θεού.

(Τελικά πριν αναρτήσω για την «Υψηλή λογοτεχνία» έψαξα και το επιβεβαίωσα: Old man in heaven, please don't let it get infected, he uttered in silent prayer. Και στα κινέζικα 老天他暗中 祝祷着倒霉的脚你可千万. Ψάχνω στο διαδίκτυο και βλέπω πώς ο θεός δεν λέγεται μόνο Λάο Τιάν, αλλά και Λάο Τιάν Γιε, και μαζί με το Α-老天-χρησιμοποιείται σε επίκληση: Θεέ μου).
Post a Comment