Book review, movie criticism

Sunday, May 19, 2013

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 30η ιστορία, Το παγκάρι



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 30η ιστορία, Το παγκάρι

  Την ιστορία την ήξερα από παλιά, έχω μάλιστα την εντύπωση ότι κυκλοφορεί πανελλαδικά. Ο Γιώργης ο Τζανετάκης, φίλος και συγκάτοικός μου και στα τέσσερα φοιτητικά μου χρόνια, με διαβεβαίωσε ότι είναι αληθινή. Στις αντιρρήσεις μου επέμενε έντονα. Όπως και να έχει είναι πολύ αστεία, γι’ αυτό, μετά από κάποιους δισταγμούς, αποφάσισα να τη γράψω στη δική του εκδοχή.
  Ο συγχωρεμένος ο Λιανός ήταν αγροφύλακας στην Επισκοπή. Όπως και με τον δικό μας τον Κωστή τον Παραουλάκη κυκλοφορούν και με αυτόν πολλές αστείες ιστορίες. Ο παπάς τού παραπονέθηκε ότι κάποιος κλέβει το παγκάρι στην Παναγία την Ευαγγελίστρια (μεγάλη η χάρη της, έχω δεκαετίες να πάω, λέω να κάνω καμιά βόλτα, να ανάψω κανένα κερί και να αφήσω τον οβολό μου).
  -Μα αφού είναι εξωκλήσι, τι λεφτά να έχει; ρωτάει ο Λιανός
  -Και όμως, πηγαίνουν χωριανοί, ανάβουν τα καντήλια και αφήνουν τον οβολό τους. Και επειδή δεν είναι σίγουροι αν βρίσκω τα λεφτά, μου το λένε για να ξέρω.
  -Καλά λοιπόν, θα το ψάξω.
  Στο εξής όταν περνούσε κοντά από την Ευαγγελίστρια έμπαινε μέσα και καθόταν κανένα μισάωρο στο ιερό, να ξεκουραστεί από την πεζοπορία. Δεν είναι μικρό πράγμα να γυρνάς στα χωράφια όλη μέρα. Ένας συγγενής μου, ο Αθάνατος, αγροφύλακας του Κεντριού, συνήθιζε να παίρνει ένα βολταρέν πριν ξεκινήσει για την καθημερινή του περιπολία.
  Μια από τις πολλές φορές λοιπόν που σταμάτησε εκεί ακούει κάποιον να μπαίνει μέσα στην εκκλησία.
  -Παναγία μου, να πάρω τα ψιλά από το παγκάρι για να αγοράσω τσιγάρα;
  -Όχι, απαντάει μέσα από το ιερό ο Λιανός.
  -Σκάσε εσύ μικρό, δεν ρωτώ εσένα, τη μάνα σου ρωτώ.
  Και μια ακόμη αστεία ιστορία με τον Λιανό. Την ήξερα, αλλά την αφηγούμαι και αυτή όπως μου την είπε ο Γιώργης.
  Πηγαίνει στο καφενείο. Σε μια γωνιά κάθονται τρεις χωριανοί και παίζουν πρέφα. Κάθεται στο διπλανό τραπέζι, με κατσουφιασμένο πρόσωπο και κατεβασμένο το κεφάλι. Κάποια στιγμή τον παίρνουν χαμπάρι. Βρε τι έπαθε ο αγροφύλακάς τους και είναι τόσο άκεφος;
  -Βρε συ, τι έπαθες και είσαι τόσο κατσούφης;
  Αναστενάζοντας τους απαντάει ο Λιανός.
  -Να δείτε μωρέ κοπέλια ειντά ’παθα. Επήγε ο κάτης, ήσυρε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε μέσα στη κουζίνα και μού ’φαγε τη στάκα.
  Δεν ξέρουμε αν γέλασαν ή αν πήγαν να τον δείρουν. Σε τέτοιες αστείες ιστορίες δεν έχει άλλωστε σημασία. Το παρατσούκλι του ενός ήταν κάτης (γάτος), του άλλου μάνταλος (χερούλι της πόρτας) και του άλλου στάκα (νοστιμότατο παραπροϊόν από το φτιάξιμο βουτύρου με το γάλα της κατσίκας ή του προβάτου).
  Τους πισκοπιανούς μόνο με τα παρατσούκλια τους μπορείς να τους βρεις. Μάλιστα για τον ταχυδρόμο η επίσκεψη στο χωριό ήταν αληθινός μπελάς, γιατί όταν ρωτούσε πού θα βρει τον τάδε, διαβάζοντας το όνομα που έγραφε ο φάκελος, κανείς δεν τον ήξερε.
  Το διαπιστώνω κι εγώ. Όταν μου μιλάνε για πισκοπιανό αναφέρονται σ’ αυτόν πάντα με το παρατσούκλι του («παρανόμι» στα Πανωκατωχωρίτικα, δηλαδή στην τέως κοινότητα Κάτω Χωρίου), και πρέπει να ρωτήσω και το ονοματεπώνυμό του για να καταλάβω για ποιον μιλάνε, δηλαδή ποιο είναι το σόι του, και με την περιέργεια μήπως τυχόν πρόκειται για κανένα συμμαθητή μου. Και όταν θέλω εγώ να αναφερθώ σε πισκοπιανό πρέπει να πω και το παρατσούκλι του, γιατί αλλιώς δεν ξέρουν για ποιον τους μιλάω. Μου έχει συμβεί δυο τρεις φορές αυτό το Πάσχα που ξαναβρίσκομαι στην Κρήτη.
  Όμως επειδή «κακολογήσαμε» τους πισκοπιανούς, να πούμε και κάτι κολακευτικό γι’ αυτούς.
  Την ιστορία την άκουσα από τον Κίμωνα Φράιερ σε μια εκδήλωση για τον Καζαντζάκη. Μου την επανέλαβε όταν κάποτε τον επισκέφτηκα σπίτι του, τότε που ήμουν φοιτητής.
  Γυρνούσε την Κρήτη με τη βέσπα του την εποχή που μετάφραζε την «Οδύσσεια», αρχές της δεκαετίας του ’50. Έκανε στάσεις σε διάφορα χωριά. Έκανε μια στάση και στην Επισκοπή. Μόλις κάθεται στο καφενείο τον πλησιάζουνε τρεις πισκοπιανοί, όπως το συνηθίζουν στα χωριά της Κρήτης, για να τον ρωτήσουν ποιος είναι, από πού είναι, και να τον κεράσουν. Αφού τέλειωσε αυτό το τελετουργικό, ο Φράιερ άρχισε να τους μιλάει για τον Καζαντζάκη.
  -Ξαφνικά, μου λέει, ένας από αυτούς έφυγε. Γύρισε μετά από λίγο έχοντας μαζί του άλλους πέντε. Σε λίγο φεύγουν άλλοι δυο, για να επιστρέψουν και αυτοί μετά από λίγα λεφτά ακολουθούμενοι από άλλους δέκα. Τελικά αντιλήφθηκα ότι μιλούσα σε ένα ακροατήριο με πάνω από πενήντα άτομα.
  Αυτός είναι ο Καζαντζάκης, αλλά αυτοί είναι και οι Πισκοπιανοί.
  Υπάρχει και άλλο ανέκδοτο. Ο Φράιερ δεν πήγε να βγάλει εισιτήριο σε πρακτορείο, πιστεύοντας ότι θα εύρισκε στο πλοίο.
  -Δυστυχώς δεν υπάρχει θέση για τη βέσπα σας, έπρεπε να είχατε βγάλει εισιτήριο πιο πριν, του λέει ο υπεύθυνος.
  Βρε αμάν ο Φράιερ, τίποτα αυτός. Ξαφνικά του έρχεται μια ιδέα.
  -Ξέρεις, πηγαίνω στην Κρήτη για να μιλήσω για τον Καζαντζάκη.
  -Υπέρ ή κατά; ρωτάει εκείνος με έντονο τον τόνο της ανυπομονησίας για την απάντηση στη φωνή του.
  -Υπέρ, απαντάει ο Φράιερ.
  -Τακτοποίησε τη βέσπα του κυρίου, δίνει αμέσως την εντολή σε ένα ναύτη.
  Και ένα τελευταίο, που μου το αφηγήθηκε ο ξάδελφός μου ο Κωστής ο Κοντοπόδης, που δίνει πολύ ανάγλυφα ένα χαρακτηριστικό του Κρητικού.
  Ένας τουρίστας επισκέπτεται τα Ανώγεια. Ο ανωγειανός κάθεται στο πεζούλι του σπιτιού του. Ο τουρίστας ξέρει ελληνικά.
  -Από πού είσαι; τον ρωτάει ο ανωγειανός.
  -Από την Κίνα.
  -Και από ποιο μέρος της Κίνας;
  -Από τη Σαγκάη.
  -Μέσα από τη Σαγκάη;
  -Όχι, από ένα χωριό πιο έξω.
  -Και από ποιο χωριό;
  -Από το Suzhou (Στις ιστορίες μου θέλω να δίνω αληθοφάνεια. Έψαξα στο διαδίκτυο και βρήκα ότι υπάρχει ένα παραθαλάσσιο χωριό κοντά στη Σαγκάη με αυτό το όνομα).
  Και η καταπληκτική τελευταία ερώτηση:
  -Και τίνος είσαι από το Σου Τζόου;
  -Και τίνος είσαι από το Κάτω Χωριό; Ερώτηση που είχα βαρεθεί να την ακούω.
  -Του Μανώλη του Ντερμιτζή.




   
Post a Comment