Book review, movie criticism

Monday, May 20, 2013

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 31η ιστορία, Και πάλι οι ρακές

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 31η ιστορία, Και πάλι οι ρακές

  Απόψε έκανα επίσκεψη στον ξάδελφό μου τον Κωστή τον Κοντοπόδη, στο Κεντρί. Η ξαδέλφη μου η Πόπη έφερε τη ρακή και τους μεζέδες, και εμείς λέγαμε ιστορίες πίνοντας. Όσο λέγαμε πίναμε και όσο πίναμε λέγαμε, σε μια διαδικασία που στη φυσική λέγεται θετική ανάδραση.
  Κάποια στιγμή άρχισα να ανησυχώ. Κι αν στην επιστροφή στο Κάτω Χωριό με πιάσουν για αλκοτέστ, τι γίνεται; Ο Κωστής προθυμοποιήθηκε να μου υποδείξει μια διαδρομή από όπου δεν θα με έπιαναν: να πάω από το δρόμο του Καπιστριού και να στρίψω μετά στο δρόμο που διασχίζει τα θερμοκήπια και βγάζει στη σιδερένια καμάρα, δυο χιλιόμετρα από το χωριό. Εγώ όμως προτίμησα να το ρισκάρω. Μπορεί να ήταν Κυριακή, όμως δεν ήταν καμιά γιορτή για να τη στήσει η τροχαία στα περάσματα. Και πράγματι έφτασα χωρίς κανένα απρόοπτο στο χωριό. Μόνο κάτι σκυλιά με γάβγισαν στο μονοπάτι που στρίβω για το σπίτι (το αμάξι το αφήνω στο δρόμο, στο σπίτι πάω με τα πόδια), αλλά αυτά με γαβγίζουν πάντα, είτε έχω πιει είτε όχι, είτε είναι μέρα είτε είναι νύχτα. Πρόκειται για δυο ηλίθια σκυλιά, σε αντίθεση με ένα τρίτο, που βρίσκεται και αυτό στο ίδιο περιβόλι, που όμως έχει καταλάβει πως είμαι γείτονας, ακίνδυνος δηλαδή, και δεν με γαβγίζει ποτέ.
  Είπα τις ιστορίες που ανάρτησα στο blog μου τώρα το Πάσχα στον Κωστή, μου είπε κι αυτός κάμποσες δικές του. Ανάμεσα στις ιστορίες που μου είπε, δυο είχαν να κάνουν με ρακές. Δεν είναι ακριβώς κατωχωρίτικες, είναι κεντριανές, αλλά είπα να τις ενσωματώσω κι αυτές στις κατωχωρίτικες, για δυο λόγους: πρώτον γιατί έχω ήδη γράψει μερικές ιστορίες με ρακές και αξίζει να κάνω μια μεγάλη υποενότητα με θέμα τη ρακή, και δεύτερον επειδή το Κεντρί είναι το χωριό της μητέρας μου. Βέβαια θα μπορούσα να τοποθετήσω αυτές τις ιστορίες στο Κάτω Χωριό, όμως δεν μου αρέσει να λέω ψέματα. Είμαι τόσο φιλαλήθης που ακόμη και το αλκοτέστ για μένα θα ήταν περιττό: Ναι, ήπια, ψέματα θα πω;
  Ο Ηλίας ο Χατζάκης είναι καφετζής. Αγοράζει ρακή από τον αδελφό του. Μια μέρα ο αδελφός του τού κουβαλάει δυο νταμιτζάνες, τις πληρώνεται και φεύγει.
  Όμως κάτι ξέχασαν και οι δυο. Δεν έχει προλάβει να κατέβει την κατηφόρα ο αδελφός του και γυρνάει πίσω, ενώ ο Ηλίας τρέχει να τον προλάβει. Τον προλαβαίνει όμως ο αδελφός του:
  -Κοίτα, μη βάλεις νερό στη ρακή, έχω βάλει εγώ.
  Αυτό ακριβώς ήθελε να τον ρωτήσει ο Ηλίας, αν έβαλε νερό στη ρακή για να μη βάλει κι εκείνος, γιατί θα γίνει πολύ νερουλή και άντε μετά να κάνεις καλά τους πελάτες.
  Και η δεύτερη ιστορία.
  Στα καζανίσματα ο κανανάρης έχει συνήθως επισκέπτες. Δοκιμάζουν τη ρακή, τρώνε τα μεζεδάκια τους, και ανάλογα με το βαθμό της ευθυμίας εν τη οποία διατελούν τραγουδάνε, χορεύουν, ή απλώς λένε αστείες ιστορίες.
  Ο Κωστής είναι καζανάρης, αλλά αυτό συνέβη σε άλλο καζανάρη. Έχει επισκέπτες δυο κινέζους. Δοκιμάζουν τη ρακή, δυνατή η ρακή, φαίνονται ευχαριστημένοι, όμως γιατί στο καλό ρωτάει ο ένας απ’ αυτούς «για τσει τσα»;
  Εγώ που ξέρω κινέζικα κατάλαβα τι είπαν: 呀沏茶, α! βάλε νερό στο τσάι, όμως ο καζανάρης άλλο κατάλαβε, γιάντα τσει ετσά, γιατί τσούζει έτσι. Μα αφού είναι πρωτόρακη, είναι δυνατό να μην τσούζει; Και δίνει αμέσως την απάντηση: Ετσά τσει παέ, έτσι τσούζει εδώ.   

Post a Comment