Book review, movie criticism

Friday, May 17, 2013

Κατωχωρίτικες ιστορίες, 29η ιστορία, Οι αλίπαστοι ιχθύες



Κατωχωρίτικες ιστορίες, 29η ιστορία, Οι αλίπαστοι ιχθύες

  Ο Γιώργης ο Παραουλάκης, δικηγόρος, είναι γιος του Κωστή του Παραουλάκη ο οποίος έχει πρωταγωνιστήσει σε αρκετές κατωχωρίτικες ιστορίες. Αυτές που μπόρεσα να μάθω τις αφηγούμαι σε τρεις αναρτήσεις μου με «Κατωχωρίτικες ιστορίες», στην 13η, «Το κλειδί», στη 16η, «Τα κουκιά», και στη 18η, «Οι χοχλιοί». Είμαι σίγουρος ότι μελλοντικά θα ανακαλύψω κι άλλες. Στην παρακάτω όμως δεν πρωταγωνιστεί ο ίδιος, αλλά την αφηγήθηκε στο γιο του. Έχει πολύ πλάκα, και γι’ αυτό άλλωστε τη συγκράτησε στη μνήμη του. Μου την έστειλε με μήνυμα στο facebook αφού διάβασε την τελευταία «Κατωχωρίτικη ιστορία» που ανάρτησα πριν λίγες ώρες, και το οποίο παραθέτω.

  «Μπάμπη, καλησπέρα,
  Μια ακόμη κατωχωρίτικη ιστορία που διηγούνταν ο πατέρας μου, όπως τη φέρνω στη μνήμη από τα παιδικά μου χρόνια. Σημειώνω ότι ίσως κάνω λάθος στα ονόματα γιατί η αλήθεια είναι δεν ήξερα ποτέ καλά τους χωριανούς μου, και ειδικά τους συγκεκριμένους, που υποθέτω ότι θα ναι πεθαμένοι από δεκαετίες:
  Λοιπόν η Μιχελινάκαινα, η οποία της άρεσε να μιλεί στην καθαρεύουσα, συναντά τη Ζέρβαινα, και μέσα στις άλλες κουβέντες που κάνουν συνήθως οι νοικοκυρές μεταξύ τους, τη ρωτάει η Ζέρβαινα τι θα τρώγανε το μεσημέρι. «Κυάμους και αλιπάστους ιχθείς», η απάντηση της Μιχελινάκαινας. Κι η Ζέρβαινα: «Ε, ετσά φαγιά τρώτε εσείς οι πλούσοι!».
  Χώρισαν οι γειτόνισσες αλλά τη Ζέρβαινα την έτρωγε η περιέργεια τι σόι φαγητό ήταν αυτό που της είπε η Μιχελινάκαινα. Περνάει λοιπόν ο Ταπιανός, ο οποίος είχε δουλέψει στα μεταλλεία του Λαυρίου με αποτέλεσμα να αποκτήσει την φήμη του κοσμογυρισμένου και παντογνώστη, και η Ζέρβαινα τον ρωτάει.
  «Βρε αυτό μου ’πε η Μιχελινάκαινα. Ήντα φα
ΐ είναι κειονά;».
  «Ε, κακομοίρα μου! Κυάμοι μωρέ είναι τα κουκιά»!
  «Αλήθεια; Αλλά οι αλιπάστοι ιχθείς;»
  «Ε, ιχθείς είναι τα ψάρια».
  «Ναι, αλλά αλιπάστοι;»
  Εκεί ο παντογνώστης κώλωσε αλλά δεν ήθελε να πει ότι δεν ξέρει για να μην χάσει την αίγλη του. Έξυσε την κεφαλή του, το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε: «Αλίπαστα, αλίπαστα….λίπασμα…»
«Ψάρια μωρή χωρίς αγκουανό!» ήταν η απάντησή του.
  Η Ζέρβαινα σταυροκοπήθηκε: «Ε, πρώτη φορά γροικώ ότι έχει και ψάρια με αγκουανό!»
  «Ε, ήντα κατές εσύ κακομοίρα μου για να το ξέρεις κι αυτό!», ήταν η τελευταία κουβέντα του Ταπιανού, και έφυγε αμέσως».

  Να συμπληρώσω για τα πρόσωπα.
  Τον Ταπιανό τον θυμάμαι γέρο, πάντα με τις βράκες. Το «Ταπιανός» ήταν κάτι σαν παρατσούκλι, γιατί είχε έλθει στο χωριό μας από τις Τάπες, ένα χωριό βορειοδυτικά του νομού Λασιθίου. Η Ζέρβαινα θα πρέπει να ήταν μητέρα της Μαρίας και της Δέσποινας. Ο πατέρας τους ήταν ανάμεσα στους νεκρούς διαδηλωτές που είχαν ξεκινήσει από τα χωριά μας, με αίτημα την απελευθέρωση κάποιων αριστερών. Στην είσοδο της Ιεράπετρας τους περίμενε ισχυρή αστυνομική δύναμη και ο τότε διοικητής έδωσε την διαταγή να ανοίξουν πυρ. Όσο για τη Μιχελινάκαινα, ήταν μαία από την Ιεράπετρα, από πολύ καλή οικογένεια, εξ ου και η καθαρεύουσα, όπως με πληροφορεί ο Γιώργης σε σχόλιο στο facebook.


   
Post a Comment