Book review, movie criticism

Tuesday, May 14, 2013

Αυτοβιογραφικά σημειώματα. 5. Ο προπάππους μου



Ο προπάππους μου

Ο παππούς μου, Γιάννης Ζωγραφάκης, αριστερά, φωτογραφία 1898 

  Χθες (13-5-2013) πήγα στη Θριπτή με τον Γιώργη τον Μανιαδάκη, συνταξιούχο δάσκαλο από το Κεντρί, ένα χωριό που βρίσκεται τρία χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ιεράπετρας. Παντρεύτηκε χωριανή μου και δίδαξε για χρόνια στο δημοτικό σχολείο της κοινότητας Κάτω Χωρίου. Πριν δυο μέρες είχα αναρτήσει στο Λέξημα και στο blog μου μια βιβλιοκριτική για το βιβλίο του «Κεντρί, το χωριό των σταμνάδων». Περάσαμε από τον μαγατζέ μου να ρίξω μια ματιά, μετά από το αμπέλι του όπου απύριασε (θειάφισε), κατόπιν πήγαμε καφενείο όπου ήπιαμε, μπύρα αυτός κρασί εγώ (με μόνιμο πρόβλημα στο λαιμό δεν πίνω ποτέ μου παγωμένα), και τέλος στον μαγατζέ του στα Καμινάκια, τρία χιλιόμετρα νότια του Αοριού, όπως αλλιώς λέμε τη Θριπτή. Εκεί πήρα φωτογραφίες, κάποιες από τις οποίες ανάρτησα στο facebook. Είχαν  αρκετά like.

Όταν ήμασταν στο αμπέλι του μου μίλησε για ένα θείο, το Γιώργη τον Τζανιδάκη. Είναι λέει ζωντανό αρχείο του χωριού, αν και 99 χρονών, και θα ήταν καλό να συζητήσουμε μαζί του, να μας πει ιστορίες του σογιού. Αν μπορούσαμε να τον μαγνητοφωνήσουμε θα ήταν ακόμη καλύτερα. Συμφωνήσαμε να με πάρει κάποια στιγμή τηλέφωνο να κανονίσουμε ραντεβού.
  Με πήρε σήμερα για να μου πει ότι ο θείος αυτός είχε πεθάνει χθες, ίσως τότε που είχαμε την κουβέντα του. Το απόγευμα θα γινόταν η  κηδεία του.
  Τον θείο αυτόν δεν τον θυμόμουν καθόλου, αν και ήμουν σίγουρος ότι θα τον είχα συναντήσει παλιά, οπωσδήποτε πριν πεθάνει η μητέρα μου. Συμφώνησα με το Γιώργη να περάσει να με πάρει να πάμε στην κηδεία.
  Στο νεκροταφείο επισκέφτηκα τον τάφο της θείας μου της Μαρίκας της Μαρμαρέλη, κόρη της Αριάδνης, αδελφής του παππού μου, που πέθανε πριν τρία χρόνια. Στο ίδιο νεκροταφείο είχε θαφτεί και η γιαγιά μου, πριν 50 χρόνια. Η μητέρα μου, κατωχωρίτισσα πια, είχε θαφτεί στο νεκροταφείο του χωριού μου. Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο περάσαμε για λίγο να δω την ξαδέλφη μου τη Γεωργία, που είχε σπάσει το πόδι της πριν είκοσι μέρες περίπου. Μετά πήγαμε στο καφενείο όπου δεχόταν η οικογένεια του θείου τα συλλυπητήρια.
  Το καφενείο είναι στην πλατεία. Στην ίδια πλατεία που είχε συμβεί το επεισόδιο με τον προπάππου μου, το οποίο μου είχε διηγηθεί ο Γιώργης πριν λίγες μέρες. Και μου έδειξε από ποιο δρόμο μπήκε ο προππάπους μου ο Αντώνης ο Ζωγραφάκης και από ποιον έφυγε.
  Όμως να πω πιο πριν τα λίγα που μου είχε πει η μητέρα μου για τους προπαππούδες μου τους Ζωγραφάκηδες.
  Ήταν λέει πολύ πλούσιοι. Και περήφανοι. Δεν καταδέχονταν να πηγαίνουν πεζοί. Πάντα ήσαν καβαλάρηδες, σαν τους Κολοκοτρωναίους, που «Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε». Δεν ξέρω αν στους Κολοκοτρωναίους έβγαλαν παρατσούκλι, όμως τους προγόνους μου οι κεντριανοί τους αποκαλούσαν κοροϊδευτικά λόρδους.
  Ο προπάππους μου, μου είπε η μητέρα μου, έχασε την περιουσία του «στα κομματικά». Ποια κομματικά, δεν μου εξήγησε ακριβώς. Πάντως ο παππούς μου, αφού παντρεύτηκε τη Μαρίκα την Παρσωτοπούλα, από τον Παρσά, το σημερινό Μεταξοχώρι, ένα χωριουδάκι δίπλα από το Χριστό, ξαδέλφη ή ανιψιά του πατριάρχη Μελέτιου Μεταξάκη προς τιμήν του οποίου μετονομάσθηκε και το χωριό, και αφού της έσπειρε δυο παιδιά, τη μητέρα μου πρώτα και το θείο το Μανώλη μετά, ξενιτεύτηκε για την Αργεντινή, κάπου στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα.
  Το Κεντρί ήξερα από παλιά ότι ήταν τουρκοχώρι. Τους τούρκους τους είχε τραβήξει το υγιεινό κλίμα του χωριού, που με το ξημέρωμα οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν πάνω του και διέλυαν την πρωινή πάχνη, καθώς βρίσκεται στα δυτικά του γεραπετρίτικου κάμπου, στα ριζά ορεινών όγκων που καταλήγουν στα λασιθιώτικα βουνά. Στο βιβλίο του Γιώργη διάβασα ότι, σε απογραφή του 1880, οι τούρκοι ήταν διπλάσιοι από τους χριστιανούς, πάνω από τετρακόσιοι.  
  Και τώρα η ιστορία που μου αφηγήθηκε ο Γιώργης, που του την αφηγήθηκε ο άλλος Γιώργης, αυτός που δεν πρόλαβα να συναντήσω.
  Ο προπάππους μου ο Αντώνης ο Ζωγραφάκης μπαίνει στην πλατεία, ως συνήθως έφιππος, από τον ανατολικό δρόμο. Οι τούρκοι γιόρταζαν τότε το μπαϊράμι. Είχαν στρώσει μια σειρά τραπέζια από την μιαν άκρη της πλατείας μέχρι την άλλη. -Δεν περνάς, του λέει ένας τούρκος που βρισκόταν στην είσοδο. –Εγώ δεν περνώ; Τώρα θα δεις. Δίνει βιτσιά του αλόγου του, το οποίο καλπάζει πάνω στα στρωμένα με μεζέδες τραπέζια. Μέχρι να βγάλουν τα πιστόλια τους οι τούρκοι και να αρχίσουν να τον πυροβολούν αυτός είχε φτάσει στην άλλη άκρη της πλατείας, στο δρόμο που έβγαζε δυτικά. Καλπάζοντας έφυγε κατά το βουνό ενώ οι σφαίρες πίσω του σφύριζαν. Δεν τον πέτυχε καμιά.
  Έμεινε στο βουνό για κάμποσες μέρες μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα. Η παντοκρατορία των τούρκων βρισκόταν στα τέλη της, σε ελάχιστα χρόνια θα είχαμε την Κρητική Πολιτεία, και έτσι οι τούρκοι προτίμησαν να μη δώσουν συνέχεια στο επεισόδιο. Εξάλλου είχαν ζήσει ειρηνικά με τους χριστιανούς τόσες δεκαετίες, όπως αφηγήθηκε ο θείος στο Γιώργη, και αυτός ήταν ένας άλλος λόγος να μη θελήσουν να διαταράξουν την ειρηνική αυτή συνύπαρξη.
  Αυτή ήταν η ιστορία που μου αφηγήθηκε για άλλη μια φορά ο Γιώργης, στην ίδια πλατεία που έγινε το επεισόδιο, δείχνοντάς μου από πού μπήκε ο προππάπους μου ο Αντώνης Ζωγραφάκης και από πού βγήκε, καλπάζοντας με το άλογό του, ενώ πίσω στου σφύριζαν οι σφαίρες των τούρκων.    


  Στο βουνό, στα κτήματά του στα Μουλκάτα, μαθαίνω σήμερα (21-5-2013) από την ξαδέλφη μου τη Γεωργία, είχε μείνει και παλιά, με τη μέλλουσα γυναίκα του.
  Η οικογένειά της δεν τον ήθελε. Ήταν μεγαλούτσικος στα χρόνια ενώ η νύφη ήταν μικρή.
  Αυτό μου φάνηκε περίεργο. Ήταν πάρα πολύ πλούσιος, και η οικογένειά της θα έπρεπε να τον θέλει. Η κοπέλα πάλι θα έπρεπε να μην τον θέλει, κι ας ήταν πλούσιος, αφού την περνούσε αρκετά χρόνια.  Όμως συνέβη το αντίθετο.
  Σε λίγες μέρες τους βρήκε ο αδελφός της και την πήρε πίσω. Και άρχισαν οι κοροϊδίες: «Βρε δεν ντρέπεσαι να σου την πάρουνε μέσα από τα χέρια σου…» κ.λπ. κ.λπ.
  Μέχρι που ο προπάππους μου ο Αντώνης ο Ζωγραφάκης δεν άντεξε πια το δούλεμα και πήγε και την ξανάκλεψε.
  Αυτή τη φορά ήταν οριστικό. Αν του την έπαιρναν ξανά, τώρα εγώ δεν θα βρισκόμουν εδώ να γράφω αυτές τις γραμμές. Με άλλη γυναίκα, ένας απόγονός του που θα ήταν στη θέση μου θα είχε άλλα γονίδια. Αντί να γράφει σύντομα κείμενα για το blog του και για το facebook πιθανότατα να έγραφε ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Η απαγωγή της…». Παρεμπιπτόντως η Τασούλα δεν άφησε κανένα απόγονο με τον απαγωγέα της, τον οποίο παράτησε μετά από ένα χρόνο.
  Και ποιο ήταν το όνομα αυτής της προγιαγιάς;
  Η Γεωργία δεν ήξερε να μου πει.
Post a Comment