Book review, movie criticism

Sunday, November 20, 2016

Philip Roth, Η ταπείνωση



Philip Roth, Η ταπείνωση (μετ. Κατερίνα Σχινά), Πόλις 2009, σελ. 170

  Μετά την «Αγανάκτηση», σειρά έχει η «Ταπείνωση». Εδώ ακολουθήσαμε τη συνηθισμένη μας διαδρομή: διαβάσαμε πρώτα το βιβλίο και μετά είδαμε την ταινία, αντίθετα από ό,τι κάναμε με την «Αγανάκτηση».
  Παρόλο που γράφηκε μόλις ένα χρόνο μετά (2009), έχει μεγάλη διαφορά απ’ αυτή. Δεν νομίζω να είναι ιδέα μου μια και είδα πρώτα την ταινία, αλλά η «Αγανάκτηση» είναι ένα έργο με αρκετά επεισόδια, που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Ο James Scharmus τη μετέφερε σχεδόν αυτούσια, εξαιρώντας κάποια επεισόδια που ήσαν κατά κάποιο τρόπο περιττά στην οικονομία της πλοκής. Οι διάλογοι στο έργο του είναι παρμένοι σχεδόν στο σύνολό τους από το μυθιστόρημα, με κορυφαίο τον αντικινηματογραφικό και αντιθεατρικό, αλλά εξαίρετα λογοτεχνικό, όπως σημειώσαμε, διάλογο ανάμεσα στον Μάρκους και στον κοσμήτορα, 16 ολόκληρα λεπτά, αλλά που με συνάρπασε, και όχι μόνο εμένα.
  Συχνά στην κινηματογραφική μεταφορά ενός μυθιστορήματος το σενάριο συνυπογράφει ο συγγραφέας. Δεν είναι όμως η περίπτωση της ταινίας του  Barry Levinson (2014), το σενάριο της οποίας υπογράφουν οι Buck Henry και Michal Zebede. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αναρωτιόμουν αν θα μπορούσε να γίνει ποτέ ταινία, αγνοώντας ότι είχε πράγματι γίνει. Και αυτό γιατί τα επεισόδια είναι ελάχιστα, ενώ πολλές σελίδες αφιερώνονται στην περιγραφή των συναισθημάτων και των σκέψεων του Σάιμον, κυρίως στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, μια σπουδή πάνω στα γηρατειά και στην κάμψη των ικανοτήτων του ηθοποιού με τα συνακόλουθα ψυχολογικά προβλήματα, θέμα το οποίο πραγματεύεται και ο Manuel de Oliveira στη θαυμάσια ταινία του «Γυρίζω σπίτι» (2001).
  Ο εξηνταεξάχρονος Σάιμον, μετά από δυο απανωτές αποτυχίες του στη σκηνή, νοιώθει ξοφλημένος σαν ηθοποιός. Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει για να πάει να βρει το γιο της, ναρκομανή, που ζει στην Καλιφόρνια. Στη συνέχεια θα ζητήσει διαζύγιο. Σε βαθιά κατάθλιψη, με αυτοκτονικές σκέψεις, νοσηλεύεται για 26 μέρες (στην ταινία γίνονται 30) σε μια ψυχιατρική κλινική. Θα διαβάσουμε πολλά για την αυτοκτονία, καθώς αρκετοί ασθενείς νοσηλεύονται μετά την απόπειρα που έκαναν. Εκεί θα συναντηθεί με τη Σύμπιλ. Νοσηλεύεται μετά από τον νευρικό κλονισμό που έπαθε και που την οδήγησε σε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, όταν διαπίστωσε ότι ο δεύτερος σύζυγός της κακοποιούσε σεξουαλικά την οκτάχρονη κόρη της. Θα του ζητήσει να τον σκοτώσει, πληρώνοντάς τον αδρά. Φυσικά αυτός θα αρνηθεί, δεν είναι επαγγελματίας δολοφόνος.
  Βγαίνοντας από την ψυχιατρική κλινική, έχοντας συνέλθει κάπως, θα δεχθεί την επίσκεψη της Πεγκίν, κόρης δυο φίλων του ηθοποιών, την οποία πρωτοείδε να θηλάζει στο στήθος της μητέρας της. Τώρα είναι σαραντάρα, λεσβία, και διδάσκει σε ένα κοντινό κολέγιο. Τα έχει με την κοσμήτορα, επίσης λεσβία, με την οποία τα έφτιαξε για να κερδίσει τη θέση για την οποία υπήρχαν άλλες υποψήφιες με περισσότερα προσόντα. Είχε χωρίσει με τη φίλη της, όταν αυτή αποφάσισε να γίνει άντρας (κάτι που ακούω για πρώτη φορά. Καλά, να κόψει τα στήθη της, αλλά με το πέος τι γίνεται; Θα έκανε μεταμόσχευση; Αν δεν βαρεθώ θα το ψάξω). Θα τα φτιάξει μαζί του, μια και ήταν ερωτευμένη μαζί του από κορίτσι. Η κοσμήτορας ωρύεται, και ενημερώνει τους γονείς. 
  Οι γονείς της είναι αντίθετοι με αυτή τη σχέση, σχέση με ένα γερασμένο και ξοφλημένο ηθοποιό, και προπαντός που έχει νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική. Εδώ θυμόμαστε την «Αγανάκτηση», όπου οι γονείς του Μάρκους ήταν αντίθετοι στη σχέση του με την Ολίβια, καθώς είχε νοσηλευτεί κι αυτή σε ψυχιατρική κλινική.
  Ο Σάιμον ονειρεύεται να κάνει παιδί μαζί της. Είναι μεγάλος, τι πιθανότητες έχει; Διαβάζω πράγματα που αγνοούσα.
  «Τα κύτταρα των όρχεων που παράγουν το σπέρμα διαιρούνται κάθε δεκαέξι μέρες… Αυτό σημαίνει ότι τα κύτταρα έχουν διαιρεθεί περίπου οκτακόσιες φορές στην ηλικία των πενήντα ετών. Και με κάθε κυτταρική διαίρεση αυξάνονται και οι πιθανότητες βλαβών στο DNA του σπέρματος» (σελ. 144-145).
  Και πιο κάτω:
  «Όσο μεγαλύτερος είναι ο άνδρας κατά τη σύλληψη του παιδιού, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες η σύντροφός του να αποβάλει… Οι ηλικιωμένοι πατέρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσουν παιδιά με αυτισμό, σχιζοφρένεια ή σύνδρομο Ντάουν» (σελ. 146).
  Σαρανταέξι χρονών ήταν ο πατέρας μου κατά τη σύλληψή μου, μάλλον ήμουν τυχερός. Μάλλον.
  Στο μυθιστόρημα δεν προλαβαίνει να της γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να κάνουν παιδί, πιο πρώτα του ανακοινώνει εκείνη ότι θέλει να χωρίσουν (μάλλον τα έφτιαξε με μια λεσβία, επιστρέφοντας στον ομοφυλόφιλο εαυτό της). Στην ταινία αποτελεί αντικείμενο έντονου διαξιφισμού.
  Στο μυθιστόρημα το γράμμα της Σύμπιλ που του θύμιζε, όλο παράπονο, την άρνησή του να σκοτώσει τον άντρα της, στην ταινία γίνεται πραγματική συνάντηση στην οποία του ζητάει πάλι το ίδιο πράγμα. Και πάλι αρνείται. Αυτή τον ξαναπλησιάζει με ένα πάκο χρήματα. Τρομοκρατημένος θα απομακρυνθεί γρήγορα. Οι τηλεφωνικές συνομιλίες με τους γονείς της Πεγκίν στην ταινία γίνονται πρόσωπο με πρόσωπο. Ήλθαν στο σπίτι του να πάρουν την κόρη τους. Η εγχειρισμένη λεσβία φίλη της Πεγκίν εμφανίζεται μόνο στην ταινία, όχι στο μυθιστόρημα.
  Οι σκέψεις του Σάιμον πάνω στην κατάστασή του στο μυθιστόρημα γίνονται συνομιλίες μέσω skype με τον ψυχίατρό του στην ταινία. Κάποιες σκηνές τεμαχίζονται με παρέμβλητα πλάνα από αυτές τις συνομιλίες. Η συνομιλία με την Σύμπιλ στην κλινική τεμαχίζεται επίσης με τα σχόλιά του πάνω σ’ αυτή στις ομαδικές συνεδρίες.
  Στο μυθιστόρημα ο Σάιμον έχει την καραμπίνα για προστασία. Στην ταινία την έχει γιατί μια τέτοια είχε και ο Χέμινγουεϊ. Στο μυθιστόρημα αυτοκτονεί μ’ αυτήν, όπως ο Χέμινγουεϊ. Αφού η Σύμπιλ βρήκε το θάρρος να σκοτώσει τον άντρα της με καραμπίνα, όπως διάβασε στις εφημερίδες, γιατί να μην έχει κι αυτός το ίδιο θάρρος να πυροβολήσει τον εαυτό του;
  Όμως στην ταινία αυτοκτονεί διαφορετικά.
  Επιστρέφει για τελευταία φορά στο θέατρο, μετά από πίεση του ατζέντη του. Παίζει τον βασιλιά Ληρ. Στην τελευταία σκηνή, στο σαιξπηρικό έργο, ο Ληρ ξεψυχάει από αβάσταχτη θλίψη πάνω στο σώμα της Κορδέλιας. Ο Σάιμον μαχαιρώνεται με ένα στιλέτο ενώ το κοινό επευφημεί, με τον Αλ Πατσίνο – έναν ηθοποιό που μου αρέσει πάρα πολύ - να δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας.
  Γράφοντας για την «Μαντάμ Μποβαρύ» αναφέρθηκα και σε μερικά κινηματογραφικά έργα, που κάποια ήσαν μεταφορά, περισσότερο ή λιγότερο πιστή, του έργου του Φλωμπέρ, ενώ για κάποια άλλα απλώς το μυθιστόρημα είχε εμπνεύσει τον σκηνοθέτη τους. Νομίζω ότι κάθε θεατής μιας κινηματογραφικής μεταφοράς έχει την προκατάληψη να θέλει η μεταφορά να είναι όσο γίνεται πιο πιστή στο πρότυπο. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά είναι λάθος, γιατί αναπόφευκτα θα μας οδηγούσε να υποτιμήσουμε μια θαυμάσια ταινία που όμως αφίσταται από το πρότυπό της, και αντίστροφα να υπερεκτιμήσουμε μια μέτρια ταινία που είναι πιστή σ’ αυτό.  
  Νομίζω ότι στον Ροθ θα επανέλθω.
Post a Comment