Book review, movie criticism

Thursday, November 10, 2016

Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές τρίτος τόμος



Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές τρίτος τόμος, Ίκαρος 1992, σελ. 417

  Το θεωρούσα χαμένο. Το βρήκα ανάμεσα στα βιβλία μου που ήταν μπλοκαρισμένα σε μια παλιά βιβλιοθήκη στο λεβητοστάσιο. Τα κοίταξα, πήρα αυτά που ήθελα, άφησα αυτά που ίσως θα ήθελα να ξανακοιτάξω, και ένα σωρό αποφάσισα να τα διώξω. Κάποια πήγαν στη βιβλιοθήκη ενός τοπικού συλλόγου, κάποια σε κάποιον φτωχό για πούλημα, τα υπόλοιπα σε έναν ανιψιό που τα ήθελε. Έστειλα και σε ένα φοιτητή στην Πάτρα τα δυο πρώτα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου που μου τα είχε ζητήσει πριν ένα χρόνο περίπου. Και βέβαια άφησα όσα ήσαν με αφιέρωση.
 Τέλειωσα τη δεύτερη ανάγνωση της «Ιλιάδας» και ξεκίνησα τη δεύτερη ανάγνωση της «Οδύσσειας». Μου είναι πιο εύκολη, αφενός γιατί η γλώσσα της είναι πιο στρωτή και αφετέρου γιατί είχα την προνοητικότητα να υπογραμμίζω λέξεις άγνωστες και λέξεις που αν και τις ήξερα φοβόμουν ότι θα τις είχα ξεχάσει κατά τη δεύτερη ανάγνωση. Και καθώς οι ραψωδίες της είναι μικρότερες από αυτές της «Ιλιάδας» κατά το ένα τέταρτο περίπου, κάθε ραψωδία μου τρώει λιγότερο από δυο ώρες. Έτσι είμαι αρκετά ξεκούραστος ώστε να συνεχίζω την ανάγνωση με άλλα βιβλία.
Το πρώτο που διάβασα ήταν τα «Ομηρικά θέματα» του Ιωάννη Κακριδή. Εξαιρετικό βιβλίο, τι να γράψω γι’ αυτό και τι να αφήσω, παρέθεσα τρία αποσπάσματα στην συμπληρωματική ανάρτηση που έκανα στην «Ιλιάδα» με τη θερμή παραίνεση στους αναγνώστες της να το διαβάσουν. Συνέχισα με «Το θεατρικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη» της Θεοδώρας Παπαχατζάκη-Κατσαράκη (Δωδώνη1985), γεμάτο κριτικά αποσπάσματα από παραστάσεις έργων του Καζαντζάκη και μια εκτενή ανάλυση της «Μέλισσας» στο τέλος. Το έργο αυτό θα έπρεπε να το είχα διαβάσει πέρυσι τέτοια εποχή που διάβαζα τα θεατρικά του και τα είχα φρέσκα στο μυαλό μου. Ήταν τα τελευταία διαβάσματά μου για τον Καζαντζάκη, τα οποία ακολούθησε το βιβλίο μου «Ο δικός μου Νίκος Καζαντζάκης». Τρίτο στη σειρά ήλθε ο τρίτος τόμος των Δοκιμών του Σεφέρη με τον υπότιτλο «Παραλειπόμενα», που εκδόθηκε 20 τόσα χρόνια μετά το θάνατό του.
Θυμάμαι ότι μου άρεσαν οι δυο πρώτοι τόμοι που τους διάβασα πριν πολλά χρόνια. Διαβάζοντας τώρα τον τρίτο μπορώ να πω ότι μου άρεσε περισσότερο. Κι’ αυτό γιατί πολλά κείμενα δεν έχουν τον επιτηδευμένο λόγιο χαρακτήρα που έχουν συνήθως τα δοκίμια. Αρκετά από αυτά είναι συντομότατα, όπως επιστολές σε περιοδικά. Κάποια είναι στα γαλλικά και μεταφράστηκαν. Κάποια αναφέρονται στα ταραγμένα χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το «Χειρόγραφο, Σεπτέμβρης 1941». Αρκετά επίσης είναι γραμμένα, περισσότερο ή λιγότερο, εκ βαθέων. Το περισσότερο «εκ βαθέων» είναι ένα κείμενο που το έστειλε για δημοσίευση με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός, στο οποίο μιλάει για «Το μυθιστόρημα της κυρίας Έλσης» του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.
 Όμως δεν μιλάει μόνο γι’ αυτό. Το χρησιμοποιεί και σαν το «αντικειμενικό σύστοιχο» (objective correlative) του αγαπημένου του T.S. Eliot, που του πυροδοτεί αναμνήσεις αλλά και επεισόδια και σκηνές της καθημερινής του ζωής, που θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί σαν ημερολόγιο.
Δεν θέλω να πω περισσότερα, θα ξεφυλλίσω και θα παραθέσω κάποια αποσπάσματα που θα ήθελα να τα σχολιάσω. Διαβάζουμε;
«Αγαπούμε τόσα ποιήματα που δεν καταλαβαίνουμε» (σελ. 14).
Εγώ δεν είμαι από αυτούς. Και μάλιστα δεν συμπαθώ τη σύγχρονη ποίηση γιατί τις περισσότερες φορές είναι ακαταλαβίστικη.
«Ένας καλός κριτικός πρέπει πάντα να είναι σε θέση να πει: αυτό μ’ αρέσει αλλά δεν είναι άξιο ή, αντίθετα: αυτό μολονότι δεν μ’ αρέσει είναι άξιο» (σελ. 16). Για το πρώτο έχω πολλές επιφυλάξεις, για το δεύτερο όμως προσυπογράφω απόλυτα. Το να αναγορεύουμε το προσωπικό μας γούστο σε γενικό κανόνα είναι λάθος. Το πλήρωσαν κορυφαίοι κριτικοί, που έθαψαν έργα για τα οποία οι αιώνες αποφάνθηκαν διαφορετικά, έχω ξαναγράψει πάνω σ’ αυτό, να μην επαναλαμβάνω.
  Το παρακάτω είναι ντοκουμέντο. Οι γερμανοί είχαν υποβάλει αίτημα να δημοσιευτεί ένας λόγος του πρεσβευτή της Γερμανίας στο Athener Zeitung. Ο Σεφέρης ήταν αντίθετος. Όχι όμως και οι αρμόδιοι υπουργοί (Ο Σεφέρης εκφράζεται με τα πιο υποτιμητικά λόγια για τους ανθρώπους που είχε γύρω του ο Μεταξάς). Πηγαίνουν και ζητούν την έγκριση του Μεταξά. Ο Μεταξάς είναι αρνητικός. Μα είναι δυνατόν να αρνηθεί;
«Βρήκανε πώς η απαγόρευση ήταν φοβερή πρόκληση, και τον πείσανε να πάει και να ξαναρωτήσει τον πρόεδρο. Συζητήσανε κάμποση ώρα στον προθάλαμο, και τέλος ΜΠΗΚΑΜΕ (τα κεφαλαία δικά μου, για να τονίσω ότι πρόκειται για προσωπική μαρτυρία) όλοι μαζί στο γραφείο του Μεταξά, εκτός από τους δυο υπουργούς που είχαν φύγει» (σελ. 46).
  Και η συνέχεια.
  «Ο Μεταξάς κοίταξε μια στιγμή, κυκλικά, τα πρόσωπα που περίμεναν άφωνα. Κατάλαβε τι είχε γίνει και άρχισε να λέει έντονα και καθαρά:
-Θα γίνει αυτό που είπα. Κύριοι, πρέπει να ξέρετε πως αύριο θ’ αναγκασθείτε να πολεμήσετε. Πως θα πέφτουν βόμβες πάνω από τα κεφάλια σας. Πως θα ζητήσουμε από το λαό να χύσει το αίμα του. Δε σας επιτρέπεται να τρέμουν τα πόδια σας έτσι σε τέτοιες περιστάσεις» (σελ. 46).
Αντιγράφω από ένα δισέλιδο κείμενο.
«Μια φορά σ’ ένα νοσοκομείο της Αθήνας έκοψαν το πόδι ενός στρατιώτη. Όταν ξύπνησε το παλικάρι από το χλωροφόρμιο και κατάλαβε, γύρισε λίγο το κεφάλι πάνω στο προσκέφαλο και άρχισε να σιγοτραγουδάει: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη…» (σελ. 78). 
«Ένα βράδυ, αρχές του περασμένου αιώνα, σ’ ένα δρόμο της Ζακύνθου, ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός άκουσε, στην πόρτα μιας ταβέρνας, ένα γέρο ζητιάνο να λέει, απλώνοντας το χέρι, ένα τραγούδι για την πυρκαγιά του Αγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Ο ζητιάνος τραγουδούσε:
 Ο Άγιος Τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη·
εκεί που βγαίνει τ’ Άγιο Φως, άλλη φωτιά δεν πάει.
Ο Σολωμός, μας λένε, ενθουσιάστηκε τόσο, που μπήκε στην ταβέρνα και πρόσταξε να τους κεράσουν όλους» (σελ. 357-358).
Το απόσπασμα αυτό το παράθεσα για να επαναλάβω άλλη μια φορά, ότι υπάρχουν μαντινάδες διαμάντια, που τύφλα να έχουν και οι καλύτεροι στίχοι των πιο καλών μας ποιητών. Το ίδιο υπάρχουν και σπαρταριστά ανέκδοτα, πολύ καλύτερα από τις καλύτερες ατάκες των πιο καλών κωμωδιογράφων.  
 «Πολύς λόγος γίνεται εδώ και κάμποσα χρόνια για τη σκοτεινότητα στην ποίηση. Θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί στην πρωτεύουσα δεν μιλάει ποτέ κανείς για τη σκοτεινότητα της κριτικής μας» (σελ. 272).
Οι δικές μου κριτικές δεν είναι σκοτεινές, τουλάχιστον έτσι μου έχουν πει.
Επίσης.
«…να σας παρακαλέσω να προσέξετε ένα χαρακτηριστικό ψεγάδι της κριτικής μας: την ασάφειά της, που γίνεται ακόμη περισσότερο ενοχλητική όταν αυτή η ίδια η κριτική γυρεύει σαφήνεια και ορθολογισμό από τους ανθρώπους που δικάζει» (σελ. 275-276).
Παραθέτει ένα απόσπασμα από
«…το πρώτο άρθρο του κ. Αιμ. Χ. (Καθημερινή, 20 Σεπτεμβρίου). Σας παραδίδω για το αρχείο σας και τον ακόλουθο ορισμό του· θα ήταν κρίμα να λησμονηθεί: «Είναι, η αισθητική, το ειδικό εκείνο βάρος της φιλοσοφίας μιας εποχής, που έχει τη μεγαλύτερη ευπάθεια από όλα τα εποικοδομήματα του ιδεολογικού σκελετού»,
για να σχολιάσει αμέσως από κάτω:
 «Ποιος υπερρεαλιστής δε θα ζήλευε μια τέτοια φράση;» (σελ. 277).
  Και κάτι ακόμη.

  Στην συμπληρωματική ανάρτηση για την «Ιλιάδα» έγραψα ότι ο Καζαντζάκης δεν αναφέρει πουθενά τον Κορνάρο. Ο Σεφέρης πάλι που εκστασιάζεται με τον «Ερωτόκριτο» δεν αναφέρει πουθενά τον Καζαντζάκη. 
  Μόλις συμπληρώσαμε τη δεύτερη σελίδα, λέω να σταματήσω. Θα κλείσω όμως, όπως πάντα, με έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που άγρευσα:
Όταν τα λόγια διαφωνούν μ’ εκείνο που τα αρθρώνει (σελ. 231).
Post a Comment