Book review, movie criticism

Friday, May 24, 2019

Έστα Ράζου, Απ’ όπου έρχεται η βοή


Έστα Ράζου, Απ’ όπου έρχεται η βοή, Γαβριηλίδης 2019, σελ. 123


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Το παρελθόν στοιχειώνει τους ήρωες των διηγημάτων αυτής της συλλογής

  Μετά την ποιητική συλλογή «Στον έρωτα παίρνεις σχήματα» η Έστα Ράζου μας δίνει τη συλλογή διηγημάτων «Απ’ όπου έρχεται η βοή».
  Θα δώσω το λόγο στην Έστα, παραθέτοντας το πιο καίριο οπισθόφυλλο το οποίο έχω διαβάσει ποτέ σε βιβλίο.
  «Ιστορίες ανθρώπων που φωνάζουν, φτάνει πια. Επειδή ήρθε η ώρα να βγάλουνε τις μάσκες και ν’ αντιμετωπίσουν τις αδυναμίες τους.
  Ζωές που αλλάζουν ρότα ξαφνικά, αποζητώντας τη λύτρωση. Μέσα από τον έρωτα. Μέσα από το θάνατο.
  Με το αυτί πάντα τεντωμένο, σαν τα σκυλιά που αλυχτάνε προσπαθώντας ν’ ακούσουν. Να καταλάβουν από πού έρχεται η βοή.
  Ιστορίες ανθρώπων πολύ κοντινών μας.
  Η δική μας –ίσως-ιστορία».
  Από πού έρχεται αλήθεια η βοή;
  Απ’ όπου κι αν έρχεται, εμείς έχουμε καθήκον, σαν τους ήρωές της, να την αφουκραστούμε. Είναι, ίσως, το μόνο που μπορεί να μας σώσει.
  Στο πρώτο διήγημα «Οδός Πανός» ο τριτοπρόσωπος αφηγητής εστιάζει στη Φανή η οποία εστιάζει σε έναν εξηντάρη, τον οποίο έχει πάρει από πίσω (Θυμάμαι που διάβασα για τη διπλή εστίαση στο βιβλίο της Mieke Bal «Narratology»). Τι θα ανακαλύψει; Ένα ποίημα και μια «λύτρωση», που συντελείται στην περίπτωσή του με το θάνατο.
  Και στην περίπτωση της κοπέλας στο δεύτερο διήγημα «Ένας γάτος που τον έλεγαν Εμίρ» η λύτρωση θα συντελεσθεί πάλι με το θάνατο: του γάτου. Στο «Νήμα», το τρίτο διήγημα, τη λύτρωση την αναζητούν, τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα, στον έρωτα. Αυτή σε έναν άλλο, τον οποίο ο άντρας της ανέχεται, και σε κάποια στιγμή αυτός σε κάποιαν άλλη, την οποία αυτή δεν ανέχεται.
  «Εκείνη τυφλωμένη απ’ τον έρωτά της για μένα, και η δική σου ζήλια την κατάλληλη στιγμή σαν από μηχανής θεός. Αλλάξαμε και πάλι σχήμα. Κι από τρίγωνο μεταμορφωθήκαμε σε τετράγωνο. Και οι τέσσερις πιόνια των επιθυμιών μας. Ένα ολόκληρο σύμπαν έμπαινε ανάμεσά μας κι εμείς δίχως να δίνουμε σημασία» (σελ. 53).
  Η τελική, αποφασιστική λύτρωση θα ήταν ο θάνατος, όμως δεν προχώρησαν μέχρι εκεί. Ο πρωτοπρόσωπος εδώ αφηγητής μετά από χρόνια αναθυμάται, σαν τους ήρωες του Τουργκένιεφ, τα περασμένα.
  Στο τέταρτο διήγημα της συλλογής που έχει τον τίτλο «Ώρα τρεις», μόλις τρισέλιδο σε αντίθεση με τα προηγούμενα διηγήματα που ήταν εκτενέστατα καταλαμβάνοντας σχεδόν το μισό του βιβλίου, η λύτρωση θα έλθει πάλι με το θάνατο, και πάλι με τη μορφή της εκδίκησης όπως και στον «Εμίρ».
  Στο «Σάλι» είναι η ηρωίδα που ανακαλεί το παρελθόν, «περίπου μισό αιώνα αργότερα», ρίχνοντας στους ώμους της το σάλι που είχε βρει ξεχασμένο σε ένα κάθισμα, το οποίο κουβαλάει και τις αναμνήσεις του κοριτσιού που το ξέχασε.
  Έρωτας και/ή θάνατος, σχεδόν πάντα και το παρελθόν, στοιχειώνουν τους ήρωες της Ράζου. Στο «Σαν κόρη οφθαλμού» η ηρωίδα θα ψάξει και θα βρει ένα τηλέφωνο, τηλέφωνο γραμμένο στο λήμμα ενός τόμου μιας εγκυκλοπαίδειας. Όμως δεν είναι πάντα εύκολο να συναντηθείς με το παρελθόν σου, αν και στην περίπτωσή της, παραλίγο. 
  Στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή η Ράζου διεκτραγωδεί το πρόβλημα ενός ατόμου που σε ηλικία δυόμισι ετών, από υψηλό πυρετό, έχασε την ακοή του. Αυτό του δημιούργησε ένα σωρό προβλήματα. Ευτυχώς που βρέθηκε μια δασκάλα με κατανόηση.
  Σε ελάχιστα μεγαλύτερη ηλικία ο Αντώνης, μακρινός ξάδελφος, Δερμιτζάκης κι αυτός, προσβλήθηκε επίσης από υψηλό πυρετό. Δεν έχασε την ακοή του αλλά τα εγκεφαλικά κέντρα που προσβλήθηκαν του δημιούργησαν μια ελαφρά νοητική καθυστέρηση και μεγάλο τραυλισμό. Αλλά ο θεός για όλα φροντίζει. Αποτελεί το βοηθό του φίλου μου του Μιχάλη που στην ίδια ηλικία προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα με αποτέλεσμα να καθηλωθεί από τότε σε αναπηρικό καροτσάκι, και μέσω αυτού διευρύνει μια κοινωνικότητα η οποία διαφορετικά θα του ήταν περιορισμένη.
   Αυτά που χαρακτηρίζουν κυρίως το ύφος της Ράζου είναι οι μικρές προτάσεις και η απουσία διαλόγου. Υπάρχουν μόνο μικρές ατάκες σε κάποια διηγήματα. Ο αφαιρετικός της λόγος προέρχεται από τις ποιητικές καταβολές της, θυμίζοντάς μου τον «Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» της Ρέας Γαλανάκη. Υπάρχουν αποσπάσματα που μας μαγεύουν σαν ποιήματα. Να δώσουμε ένα σαν δείγμα γραφής, όπως το συνηθίζουμε.
  «Ναι, ψυχή μου, θα πρέπει να το ομολογήσω. Ο σκηνοθέτης που γνώρισες τον καιρό της αποδοχής του δεν υπάρχει πια. Στα μαλλιά χειμώνας, στο πρόσωπο χαρακωμένα αυλάκια, άλλα κάθετα κι άλλα οριζόντια. Ένας πόλεμος ενάντια στο χρόνο» (σελ. 44).
  Πολύ ωραίες αυτές οι μεταφορές.
  Και ένα ακόμη.
  «Δεν φοβήθηκα όμως. Ποτέ ξανά. Πήγα όπου η ζωή ήθελε. Γι’ αυτό είμαι τόσο γεμάτη. “Καπνίζεις; Καλά κάνεις”. Είναι το μόνο πράγμα που θα συνεχίσω μέχρι να πεθάνω. Τι κι αν κλείσει η φωνή μου, τι κι αν κουράζομαι στο περπάτημα. Είναι και τα ρημάδια τα χρόνια. Οι φίλοι μου το ξέρουν. “Στην κάσα” τους είπα, “μη και δε ρίξετε ένα πακέτο. Απ’ το καλό. Το δικό μου. Που σου καίει το λαρύγγι”» (σελ. 7-8).
  Στη «Φάρσα» από τις «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες», ο ήρωάς μου, φοβερός πλακατζής αλλά καταδικασμένος από την επάρατο, παραγγέλλει στους φίλους του να του βάλουν στην κάσα ένα κινητό, για μια τελευταία φάρσα. Όταν θα τον κατέβαζαν στην άρκλα κάποιος απ’ αυτούς θα έπαιρνε τηλέφωνο αυτό το κινητό.
  «Αυτό που έγινε τότε δεν το περίμενε κανείς. Μέσα από το φέρετρο άρχισε να κτυπάει ένα κινητό. Τα σκοινιά ξέφυγαν από τα τρομαγμένα χέρια των παλικαριών και το φέρετρο κάθισε με τρανταγμό πάνω στα δοκάρια της άρκλας. Αυτοί που ήσαν δίπλα οπισθοχώρησαν τρομαγμένοι».
  Αλλά ο λόγος είναι για την Έστα. Εξαιρετικά τα διηγήματά της, και εκτός από την ευχή να είναι καλοτάξιδα θα εκφράσουμε και την πεποίθησή μας ότι θα κατακτήσει μια λαμπρή θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.

  Μπάμπης Δερμιτζάκης

No comments: