Book review, movie criticism

Sunday, August 31, 2008

Μιχαήλ Μπαχτίν, Έπος και μυθιστόρημα

Μιχαήλ Μπαχτίν, Έπος και μυθιστόρημα, μετ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Πόλις 1995.

Κάπου το έγραψα, δεν θυμάμαι πού, ότι η συγκριτολογική παρουσίαση είναι η καλύτερη, γιατί τα συγκρινόμενα φωτίζουν αμοιβαία το ένα το άλλο. Στις βιβλιοπαρουσιάσεις μου δεν χάνω ευκαιρία να συγκρίνω όπου μπορώ, με πιο χαρακτηριστική μια πρόσφατη βιβλιοπαρουσίαση στο blog μου του βιβλίου του μαροκινού συγγραφέα Abdellatif Laâbi, Le fou d’ espoir ou Le chemin des ordalies (Ο τρελός από ελπίδα ή ο δρόμος των βασανιστηρίων), που το συνέκρινα με το βιβλίο της Μαρίνας Νεμάτ Η φυλακισμένη της Τεχεράνης. Τακτοποιώντας το «ράφι των τύψεων», κατά την προσφυή έκφραση της Εαρινής Συμφωνίας, ανακάλυψα το Έπος και μυθιστόρημα του Μπαχτίν και είπα να το διαβάσω. Και είδα ότι ο Μπαχτίν κάνει ακριβώς αυτό, αντιπαραθέτει το μυθιστόρημα στο έπος, και σε αυτή την αντιπαράθεση παρουσιάζονται ανάγλυφα τα χαρακτηριστικά του κάθε είδους.
Αυτά σαν εισαγωγή.
Το να πούμε ότι ο Μπαχτίν είναι ένας κορυφαίος θεωρητικός της λογοτεχνίας κ.λπ. κ.λπ, είναι τρουισμός (συγνώμη για τη λέξη, δεν μου έρχεται πιο κατάλληλη, σημαίνει περίπου κάτι το δεδομένο, το παραδεδεγμένο από όλους). Επί πλέον, αφού πρόκειται για παλιό βιβλίο (γράφηκε το 1941 και η ελληνική του μετάφραση εκδόθηκε το 1985) δεν έχει νόημα να το παρουσιάσουμε όπως θα κάναμε για ένα καινούριο βιβλίο. Εδώ απλά θα σχολιάσουμε κάποια σημεία.
«…το μυθιστόρημα δεν έχει τον παραμικρό κανόνα! Από την ίδια του τη φύση είναι μη κανονιστικό. Είναι η ενσάρκωση της ευλυγισίας» (σελ. 86).
Και όμως, πολλοί κρίνοντας ένα μυθιστόρημα έχουν τους δικούς τους κανόνες, και ανάλογα το δέχονται ή το απορρίπτουν. Ο ίδιος ο Μπαχτίν δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Γράφει πιο πριν για τον Γκόγκολ:
«Ο Γκόγκολ έχασε τη θέα της Ρωσίας, θέλουμε να πούμε: έχασε το πλάνο που του επέτρεπε να την καταλάβει και να την αναπαραστήσει. Μπερδεύτηκε κάπου ανάμεσα στη μνήμη και στην οικεία επαφή. Για να το πούμε πιο απλά: δεν κατόρθωσε να ρυθμίσει τα κιάλια του» (σελ. 64).
Δεν το λέει πιο απλά, αλλά πιο περιεκτικά με μια μεταφορά.
Το ζήτημα όμως είναι αλλού, και έχει να κάνει και με την πρόσληψη. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα ένα ένα.
Ο Μπαχτίν χρησιμοποιεί εδώ έναν πολύ διαδεδομένο κανόνα. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς κανόνες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, και όχι μόνο της ζντανωφικής εκδοχής του. Ποιον κανόνα; Το μυθιστόρημα πρέπει να αναπαριστά την πραγματικότητα (θεωρία της αντανάκλασης). Και εδώ, κατά τον Μπαχτίν, ο Γκόγκολ απέτυχε, «έχασε τη θέα της Ρωσίας… έχασε το πλάνο που του επέτρεπε να την καταλάβει και να την αναπαραστήσει».
Και εδώ μπαίνει το ζήτημα της πρόσληψης. Τι με ενδιαφέρει εμένα, τον Μπάμπη Δερμιτζάκη, για να μην πω τον Έλληνα αναγνώστη γιατί ίσως υπάρχουν και εξαιρέσεις, η «θέα της Ρωσίας» στις αρχές του 19ου αιώνα; Σκοτίστηκα.
Ήταν πριν πολλά χρόνια, μόλις είχα γυρίσει από το στρατό, που ένας φίλος μου διάβαζε τις Νεκρές Ψυχές και μου μιλούσε γεμάτος ενθουσιασμό για το βιβλίο, για το χιούμορ του. Το έβαλα λοιπόν στα υπόψιν. Όμως δεν το διάβασα παρά πολλά χρόνια αργότερα, και για την ακρίβεια πριν τρία χρόνια. Θυμάμαι που σχεδόν σε κάθε σελίδα έσκαγα στα γέλια. Πιο απολαυστικό, πιο χιουμοριστικό, πιο σατιρικό, πιο σπαρταριστό βιβλίο δεν έχω διαβάσει.
Είναι αυτό το απόλυτο κριτήριο για την ποιότητα του έργου;
Σίγουρα όχι. Όμως δεν είναι και η ελλιπής αναπαράσταση της Ρωσίας, βάσει της οποίας ο Μπαχτίν φαίνεται να το απορρίπτει.
Θυμάμαι πριν χρόνια, μετά τη μεταπολίτευση, σε ένα αριστερό γκρουπούσκουλο που ήμουνα, που τσακωνόμουνα συνέχεια με τους συντρόφους για τις κωμωδίες. Σε μια κωμωδία ήθελαν να υπάρχει κοινωνικό μήνυμα. Αν αυτό δεν υπήρχε, η κωμωδία απορριπτόταν. Για μένα, αντίθετα, καθοριστικό στοιχείο ήταν το πόσο γέλιο έβγαζε, το πόσο γελούσα βλέποντάς την. Όμως ήμουν εξαίρεση, και όχι μόνο στο γκρουπούσκουλο. Φαντάζομαι ότι θα είμαι ο μοναδικός που βάζει στο ίδιο επίπεδο τον Τσάρλι Τσάπλιν με τον Χοντρό και τον Λιγνό.
Άλλο απόσπασμα:
«…το μυθιστόρημα ξεπερνάει συχνά τα όρια της ιδιαίτερης τέχνης που είναι η μυθοπλαστική λογοτεχνία και μεταμορφώνεται άλλοτε σε ηθικολογικό κήρυγμα, άλλοτε σε φιλοσοφική πραγματεία, άλλοτε σε πραγματικό πολιτικό λίβελο, ή εκφυλίζεται σε πρωτογενή προσωπική εξομολόγηση, σε μιαν υπερευαίσθητη «κραυγή που βγαίνει από την καρδιά» και που δεν έχει ακόμα βρει το μορφικό της περίγραμμα» (σελ. 74).
Φυσικά το μυθιστόρημα δεν είναι άλλοτε το ένα και άλλοτε το άλλο, συχνά είναι ένα μίγμα από κάποια, ή από όλα αυτά, και σπάνια γέρνει προς τη μια ή την άλλη μεριά, όμως δεν βρίσκεται εδώ η ένστασή μας. Δεχόμαστε ότι ο Μπαχτίν χρησιμοποίησε ένα ακραίο τρόπο για να δείξει πιο παραστατικά τα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος, που είναι πράγματι αυτά. Η ένστασή μας βρίσκεται στο «εκφυλίζεται». Η λέξη δεν έχει απλά αρνητικές συνδηλώσεις, η ίδια η σημασία της εκφράζει μια πλήρη απαξίωση. Με αυτό το «εκφυλίζεται» ο Μπαχτίν απαξιώνει τον εσωτερικό μονόλογο ως λογοτεχνικό υποείδος, αλλά και την αφηγηματική τεχνική του «χείμαρρου της συνείδησης» (Stream of consciousness).
Ναι, αυτές οι δυο είναι οι μόνες ενστάσεις μας για ένα θαυμάσιο έργο που παρουσιάζει με ανάγλυφο τρόπο τόσο το έπος όσο και το μυθιστόρημα. Το να γράψω πού συμφωνώ δεν έχει νόημα, όμως θέλω να γράψω πού υπερθεματίζω. Ο Μπαχτίν μιλώντας για το έπος λέει ότι η υπόθεση ήταν γνωστή στον ακροατή, όπως και η υπόθεση της τραγωδίας στο θεατή. Αντίθετα, «Το μυθιστόρημα ποντάρει στην έννοια της άγνοιας» (σελ. 72). Πάντα πίστευα ότι το σασπένς, η άγνοια και η αγωνία για το τέλος ή για άλλα «μυστικά» της πλοκής είναι από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος. Και μου έρχεται τώρα στου νου και θα το πω, και ας φαντάζει προκλητικό: Ίσως ο μοντερνισμός δεν είχε συνέχεια γιατί περιόρισε το σασπένς.
Αλλά μου φαίνεται ότι απολυτοποιώ κι εγώ σαν τον Μπαχτίν. Το σωστό είναι να πω ότι η περιστολή του σασπένς, σχεδόν σε σημείο εξαφάνισης, είναι μια, ίσως η κυριότερη, από τις αιτίες που οδήγησαν τον μοντερνισμό σε αδιέξοδο και έμεινε χωρίς συνέχεια.
Αλλά και ο Κωστής Παπαγιώργης έχει μια ένσταση για τον Μπαχτίν. Έχουμε γράψει ήδη το κείμενο, αλλά προτιμώ να αναρτήσω πρώτα αυτό εδώ, που το έγραψα σήμερα, αν και το βιβλίο το διάβασα στην Κρήτη. Μετά θα βάλουμε τον Ντοστογιέφσκι του Παπαγιώργη.
Post a Comment