Book review, movie criticism

Saturday, August 2, 2008

Abdellatif Laâbi, Le fou d’ espoir, Casablanca, Maroc, ed. Eddif.

Συνηθίζεται τελευταία να γίνεται παρουσίαση ξενόγλωσσων βιβλίων. Έτσι κι εμείς σκεφτήκαμε, μια και το διαβάσαμε, να παρουσιάσουμε το βιβλίο Le fou d’ espoir ou Le chemin des ordalies (Ο τρελός από ελπίδα ή ο δρόμος των βασανιστηρίων) του μαροκινού συγγραφέα Abdellatif Laâbi.
Το βιβλίο στο εσώφυλλο χαρακτηρίζεται ως roman, μυθιστόρημα. Δεν πειστήκαμε. Τελικά διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για αυτοβιογραφικό βιβλίο. Όμως να δώσουμε τα βιογραφικά του συγγραφέα, όπως τα βρήκαμε στη Wikipedia.
Ο Abdellatif Laâbi είναι ένας μαροκινός ποιητής, που γεννήθηκε το 1942 στη Φεζ, στο Μαρόκο. Ο Laâbi, που τότε δίδασκε γαλλικά, ίδρυσε μαζί με άλλους ποιητές το καλλιτεχνικό περιοδικό Anfas/Souffles, μια σημαντική λογοτεχνική επιθεώρηση, το 1966. Το περιοδικό αυτό θεωρήθηκε ως σημείο συνάντησης μερικών ποιητών που ένιωσαν την ανάγκη μιας ποιητικής ανανέωσης, που όμως πολύ γρήγορα αποτέλεσε το βήμα ζωγράφων, σκηνοθετών του κινηματογράφου, ανθρώπων του θεάτρου, ερευνητών και διανοούμενων. Το 1972 απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του, αλλά στη σύντομη διάρκεια της ύπαρξής του έγινε χώρος καλλιτεχνικής έκφρασης και για άλλες χώρες του Μαγκρέμπ (αραβικές χώρες της δυτικής Αφρικής) και του Τρίτου Κόσμου. Ο Laâbi φυλακίστηκε, βασανίστηκε και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση για τις πολιτικές του απόψεις, από το 1972 μέχρι το 1980. Υποχρεώθηκε τότε σε αυτοεξορία στη Γαλλία όπως και ο φίλος του Abraham Serfaty, συνεργάτης του περιοδικού, που μετά από 17 χρόνια φυλακή εξορίστηκε επίσης στη Γαλλία το 1991. Ο Laâbi ζει στη Γαλλία από το 1985, και από το 1988 είναι μέλος της Ακαδημίας Μαλλαρμέ. Έχει υπερασπιστεί συγγραφείς που διώχτηκαν για τα έργα τους, όπως ο Σαλμάν Ρασντί.
Υπήρξε σύμπτωση που διάβασα αυτό το βιβλίο αμέσως μετά το «Η φυλακισμένη της Τεχεράνης» της Μαρίνας Νεμάτ (το έχουμε ήδη παρουσιάσει στο blog του Λέξημα), και μάλιστα σε μια κατάλληλη στιγμή για μένα, για να παρηγορηθώ με τη σκέψη ότι υπάρχουν και χειρότερα. Και μια άλλη σύμπτωση: Σχεδόν όταν αποφυλακιζόταν ο Laâbi (μετά από δυο χρόνια για την ακρίβεια) φυλακιζόταν η Μαρίνα Νεμάτ. Περίπου σαν να της παρέδιδε τη σκυτάλη.
Και μια ακόμη σύμπτωση. Τόσο ο Laâbi όσο και η Μαρίνα Νεμάτ χρησιμοποιούν μια παρόμοια αφηγηματική τεχνική. Και οι δυο χρησιμοποιούν δυο χρόνους εναλλάξ: η Μαρίνα Νεμάτ το χρόνο της παιδικής της ηλικίας εναλλάξ με το χρόνο της φυλάκισης και των βασανιστηρίων της, και ο Laâbi το χρόνο της απελευθέρωσής του εναλλάξ με το χρόνο της φυλάκισής του.
Και οι διαφορές:
Ο αποδέκτης της αφήγησης στο βιβλίο της Νεμάτ είναι ο αναγνώστης. Στο βιβλίο του Laâbi ο αποδέκτης της αφήγησης, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι ενδοκειμενικός, και δεν είναι ένας. Εκτός από την αγαπημένη του γυναίκα είναι ρητορικά ο εαυτός του. Όμως συναντάμε και τον Βίκτωρ Χάρα, τον τραγουδιστή που σκότωσαν οι φασίστες του Πινοσέτ αφού πρώτα του έγδαραν τα δάκτυλα για να μην μπορεί να παίζει την κιθάρα του, ενώ προς το τέλος του βιβλίου αποδέκτης γίνεται ο αναγνώστης, στον οποίο ο Laâbi απευθύνεται άμεσα: mon frère, αδελφέ μου, σε ένα κείμενο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πνευματική διαθήκη. Ο αριστερός Laâbi στέκεται κριτικά απέναντι στην αριστερά. «Να γιατί δεν μπορώ, για παράδειγμα, να ξεχάσω πως η κόκκινη σημαία – κόκκινη από το αίμα των εργατών – φέρει με τρόπο ανεξίτηλο, με ζωηρό κόκκινο επίσης, το αίμα του Μπουχάριν…» (σελ. 190). Ακόμη επικεντρώνεται στα μείζονα προβλήματα της εποχής μας, και κυρίως στο πρόβλημα της φτώχειας που πλήττει πρώτα απ’ όλα τα παιδιά, όπως δείχνουν οι υψηλοί δείκτες παιδικής θνησιμότητας στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. «…Αυτό το δικαίωμα είναι το δικαίωμα στη ζωή και πρώτα απ’ όλα το δικαίωμα στη ζωή των παιδιών (σελ. 192).
Ο Laâbi γράφει αμέσως μόλις αποφυλακίζεται. Η Νεμάτ γράφει κάπου είκοσι χρόνια μετά, όταν οι αναμνήσεις από τη φυλακή αρχίζουν να την κατακλύζουν και ανησυχεί για την ψυχική της υγεία. «Αφού δεν μπορούσα να ξεχάσω, ίσως η λύση ήταν να θυμάμαι», γράφει.
Η Νεμάτ στήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα και σώθηκε την τελευταία στιγμή. Ο Laâbi δεν καταδικάστηκε σε θάνατο, όμως βασανίστηκε πιο απάνθρωπα από ότι η Νεμάτ. Η περιγραφή των βασανιστηρίων που υπέστη είναι πραγματικά συγκλονιστική. Εν τούτοις εστιάζει κυρίως στον εσωτερικό αντίκτυπο, στα αισθήματα και στα συναισθήματα που του προκάλεσαν ο εγκλεισμός του στη φυλακή και τα βασανιστήρια.
Όμως οι φυλακισμένοι αναπτύσσουν τις άμυνές τους. Ο Laâbi γράφει χαρακτηριστικά:
«Γιατί οι φυλακισμένοι γελούν περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους; Γέλιο ειλικρινές, βαθύ, πλήρες. Τρελό γέλιο. Να ξεκαρδίζεσαι στο γέλιο. Να διπλώνεσαι από τα γέλια. Τόσες εκφράσεις για να το περιγράψουν! Το γέλιο αποτελεί μέρος της ίδιας φροντίδας για την υγεία που άλλους τους κάνει να πλένονται δυο και τρεις φορές την ημέρα» (σελ. 80).
Και μια τελευταία διαφορά: λυρικά ποιητικός ο Laâbi, δραματικά αφηγηματική η Νεμάτ.
Ας κλείσουμε αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση με ένα ανέκδοτο (δεν είναι σόκιν) που παραθέτει ο Laâbi, για να γελάσουμε κι εμείς, μια και συμμεριζόμαστε την άποψη ότι το γέλιο προσφέρει υγεία.
Είχε κάποιος ένα παπαγάλο που ήταν πολύ βρωμόστομα. Τον είχε σε ένα κλουβί στο μπαλκόνι του σπιτιού του, που έβλεπε στο δρόμο. Ο παπαγάλος ξεστόμιζε ένα σωρό βρωμόλογα στους περαστικούς. Ένας αξιωματούχος όμως δεν άντεξε το βρωμόστομά του και είπε στον ιδιοκτήτη του να τον βγάλει από το μπαλκόνι αλλιώς θα είχε να κάνει μαζί του. Φοβήθηκε αυτός και τον πήγε στο κοτέτσι. Με το να τον δουν οι κότες έτρεξαν φτερουγίζοντας φοβισμένες στο βάθος του κοτετσιού. Και ο παπαγάλος: -Πώς κάνετε έτσι φοβιτσιάρες κότες, δεν έχετε ξαναδεί πολιτικό κρατούμενο;
Post a Comment