Book review, movie criticism

Sunday, August 10, 2008

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο παίχτης.

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο παίχτης, Γράμματα 1991, μετ. Όλγα Αγγελίδη

Το βιβλίο το είχα αγοράσει πριν λίγα χρόνια, προσφορά της «Πρωτοπορίας», 3 ευρώ. Το πήρα μαζί μου τώρα στο ταξίδι στην Κρήτη, να το διαβάσω στο πλοίο. Δεν διάβασα παρά ελάχιστες σελίδες. Ήμουν τόσο κουρασμένος που το έριξα στον ύπνο μόλις έφτασα στο πλοίο. Με ξύπνησαν τα μεγάφωνα στις 12 η ώρα (ταξίδευα με το ημερήσιο), που ανάγγειλαν ότι το εστιατόριο είναι έτοιμο να υποδεχθεί το κοινό. Πήγα, έφαγα, γύρισα, διάβασα λίγες σελίδες και ξανακοιμήθηκα, κοντά στις μία. Με ξύπνησε η τηλεόραση κατά τις 4, καθώς ξεκινούσε μια ελληνική κωμωδία της δεκαετίας του 60. Κάθισα και την είδα. Έτσι το βιβλίο το διάβασα σχεδόν όλο την επομένη στην Κρήτη.
Πριν δυο χρόνια, μετά από δεκαετίες, ξαναδιάβασα Ντοστογιέφσκι, τον Αιώνιο σύζυγο, και έμεινα έκπληκτος μπροστά στον μεγάλο συγγραφέα, που μπορεί και συναρπάζει με ένα έργο που δεν θεωρείται από τα πρώτα του. Στον Παίχτη συνάντησα πάλι τον μεγάλο συγγραφέα, που μου έκανε όμως μια εντελώς διαφορετική εντύπωση. Τον έγραψε το 1866, πιθανότατα μόλις άρχισε να γίνεται χαρτοπαίχτης, γιατί περιγράφει τον εθισμό με πολύ παραστατικό τρόπο-όχι στα χαρτιά αλλά στη ρουλέτα. Αυτό που με συνάρπασε σε αυτό το μυθιστόρημα είναι η απολαυστική του σάτιρα, που μου θύμισε περισσότερο τον Γκόγκολ και τις Νεκρές ψυχές παρά τον Ντοστογιέφσκι που ήξερα μέχρι τότε.
Ένας απόστρατος Ρώσος στρατηγός έχει πάει σε μια γερμανική λουτρόπολη με τις κόρες του, τη φιλενάδα του, μια κατά πολύ νεότερή του courtesan, με την οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί, τις τρεις κόρες του και τον νεαρό δάσκαλο, τον «ουτσίτελ», λέξη με συνδηλώσεις περιφρόνησης, και ο οποίος αφηγείται την ιστορία.
Ο ουτσίτελ, ο δασκαλάκος, είναι ερωτευμένος με την Παυλίνα, τη μεγάλη κόρη, πλατωνικά, με την γνωστή αυτοταπείνωση που μας είναι γνωστή από τα μεταγενέστερα έργα του Ντοστογιέφσκι. Ο στρατηγός βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, και κάθε τρεις και μια στέλνει τηλεγράφημα να δει αν πέθανε η θεία του, την οποία περιμένει να κληρονομήσει για να ξεπληρώσει τα χρέη του, αλλιώς χάνει όλη του την περιουσία την οποία έχει υποθηκευμένη. Και κάποια στιγμή αρχίζουν τα απολαυστικά επεισόδια. Καταφτάνει η γιαγιά, μισοπαράλυτη που την κουβαλάνε πάνω σε μια πολυθρόνα. Έχει μάθει για τα τηλεγραφήματα και του δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν θα του δώσει πεντάρα. Δελεάζεται από τη ρουλέτα, κερδίζει αρχικά, αλλά στη συνέχεια χάνει όσα χρήματα κουβαλάει μαζί της, ενώ μάταια ο ουτσίτελ και οι άλλοι, με την παράκληση του στρατηγού, προσπαθούν να την πείσουν να πάψει πια να παίζει. Κάθε καπίκι που χάνει, ο στρατηγός το νιώθει σαν προσωπική απώλεια.
Όμως ας μιλήσουμε για αυτά που μου έκαναν εντύπωση στο μυθιστόρημα.
Κατ’ αρχήν μια θεματική του fin de siecle: Η Μπλανς, η μνηστή του στρατηγού, δεν είναι παρά μια από τις νεαρές κοπέλες που συντηρούν πλούσιοι αριστοκράτες, μια Μανών Λεσκώ αλλά χωρίς τον ντε Γκριέ. Ή μάλλον υπάρχει ο ντε Γκριέ, ο οποίος όμως δεν είναι παρά ο δανειστής του στρατηγού. Σίγουρα ο Ντοστογιέφσκι θα είχε υπόψη του το μυθιστόρημα του αββά Πρεβώ, που ξέφυγε από τη λήθη χάρη στις όπερες του Πουτσίνι (Μανόν Λεσκώ) και του Μασνέ (Μανόν). Και η Μαργαρίτα Γκωτιέ, επίσης μια courtesan, η Κυρία με τας καμελίας του Αλέξανδρου Δουμά υιού, έμεινε κι αυτή στην ιστορία χάρη στην Τραβιάτα του Βέρντι. Ο Ζολά βέβαια παρουσίασε τη μη ρομαντική εκδοχή αυτού του τύπου γυναίκας με τη Νανά. Πάντως θα πρέπει να υπήρχαν αρκετές γυναίκες αυτού του τύπου για να ασχοληθεί μαζί τους η λογοτεχνία. Φαντάζομαι θα γράφηκαν και άλλα παρόμοια έργα που δεν έχω υπόψη μου.
Το δεύτερο πράγμα που μου προξένησε εντύπωση, και που συνάντησα και στον Θαλασσόλυκο του Τζακ Λόντον, για τον οποίο θα γράψουμε επίσης δυο λογάκια μόλις τον τελειώσουμε, είναι για τα χρυσά νομίσματα που κυκλοφορούσαν όπως όλα τα άλλα κέρματα.
Και το τελευταίο: Η συχνή αναφορά στα εθνικά στερεότυπα, που μελετάει η Imagologie. Ο Άγγλος είναι τέτοιος τύπος, ο Γάλλος τέτοιος, ο Γερμανός τέτοιος και ο Ρώσος τέτοιος.
(Αφηγείται ο ουτσίτελ) «Όπως όλοι οι Γάλλοι, ο Ντε Γκριέ ήταν ευχάριστος κι ευγενικός από συμφέρον και ανάγκη, και ανυπόφορα πληκτικός όταν η ανάγκη έπαυε να υπάρχει. Ο Γάλλος σπάνια είναι αξιαγάπητος από φυσικού του. Γίνεται τέτοιος κατά παραγγελία ή από υπολογισμό. Αν δει, λόγου χάρη, ότι είναι ανάγκη να παραστήσει τον εκκεντρικό, τον πρωτότυπο και ασυνήθιστο, τότε η εκκεντρικότητά του γίνεται τρομερά ανόητη και αφύσικη και παίρνει μορφές από παλιά αποδεκτές, μα από καιρό φθαρμένες και εκχυδαϊσμένες…» (σελ. 61).
Και κάπου αλλού, αφού μιλάει πιο πριν πάλι για τους Γάλλους: «…οι περισσότεροι Άγγλοι είναι απότομοι και τραχείς, ενώ οι Ρώσοι έχουν μια πολύ λεπτή αίσθηση της ομορφιάς, που την αγαπούν άλλωστε πολύ» (σελ. 187). Και πιο κάτω: «…όλοι οι Ρώσοι έτσι είναι φτιαγμένοι, ή έχουν την τάση να γίνουν έτσι. Αν δεν είναι η ρουλέτα, θα ’ναι κάτι παραπλήσιο» (σελ. 189).
Ο ήρωάς μας τελικά θα κατακτήσει την Παυλίνα-για μια βραδιά. Να πως την αφηγείται ο Ντοστογιέφσκι εκείνη τη βραδιά.
«Και πάλι μ’ αγκάλιαζε, με φιλούσε, ακουμπούσε με τρυφερότητα το πρόσωπό της στο δικό μου. Δεν σκεφτόμουν πια ούτε άκουγα τίποτα. Το κεφάλι μου γύριζε…
Πρέπει να ήταν εφτά το πρωί όταν συνήλθα πάλι. Ο ήλιος φώτιζε το δωμάτιο…» (σελ. 158).
Το πώς πέρασαν τη νύχτα είναι ένα απόλυτο αφηγηματικό κενό. Ή μάλλον όχι εντελώς, υπάρχουν οι τρεις τελείες. Για ένα σύγχρονο συγγραφέα, το σημείο αυτό της αφήγησης θα ήταν το πιο αβανταδόρικο. Αλλά άλλοι καιροί, άλλα ήθη.
Θα τελειώσω με κάτι που με ενδιαφέρει ως αφηγηματολόγο. Ο χρόνος της αφήγησης, ειδικά στα μυθιστορήματα του δέκατου ένατου αιώνα, είναι συνήθως μεταγενέστερος από το χρόνο της ιστορίας. Εδώ έχουμε δυο αφηγηματικούς χρόνους. Ο πρώτος είναι εμβόλιμος στην ιστορία, αφού διαδραματισθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Ο δεύτερος ακολουθεί σχεδόν αμέσως το τέλος της ιστορίας, στο τελευταίο κεφάλαιο το οποίο ξεκινάει ως εξής: «Είναι κοντά ένας χρόνος κι οχτώ μήνες που δεν έριξα ούτε μια ματιά στις σημειώσεις αυτές, και μόνο τώρα, μες στη θλίψη και τη μιζέρια μου, έτυχε να τις ξαναδιαβάσω και να διασκεδάσω λιγάκι» (σελ. 179). Σε περίληψη παραθέτει τι συνέβη στους μήνες αυτούς, για να εστιάσει στην συνάντηση που είχε μόλις πριν λίγο με τον Άστλυ, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα του λέει: «Ναι, δυστυχισμένε, σας αγαπούσε, τώρα μπορώ να σας το φανερώσω, γιατί είστε ξοφλημένος πια! Κι έπειτα, ακόμη κι αν σας πω ότι εξακολουθεί να σας αγαπάει, εσείς πάλι εδώ θα μείνετε. Ναι, καταστρέψατε τον εαυτό σας…πάρτε δέκα λουδοβίκια, δεν σας δίνω περισσότερα γιατί σίγουρα θα τα χάσετε» (σελ. 189).
Το έργο τελειώνει στην επόμενη σελίδα, με τον ουτσίτελ να ετοιμάζεται να πάει να παίξει αυτά τα δέκα λουδοβίκια, με την ελπίδα να κερδίσει και να προσπαθήσει να κατακτήσει ξανά τη γυναίκα που αγαπάει και τον αγαπάει.
Θα τα καταφέρει;
Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Άτομα με αφηγηματικές προσδοκίες δημιουργημένες από την παραλογοτεχνία και τον κινηματογράφο θα απογοητευτούν. Όχι όμως και οι ρομαν-φιλ (κατά το σινεφίλ), που βλέπουν το μυθιστόρημα όπως ο Roman Jakobson, σαν μια μεγάλη μετωνυμία της πραγματικότητας, ή αλλιώς σαν μια φέτα ζωής.
Post a Comment