Book review, movie criticism

Sunday, August 17, 2008

Jack London, Ο θαλασσόλυκος

Jack London, Ο θαλασσόλυκος, μετ. Δέσποινα Κερεβάντη, Γράμματα 1996, σελ. 329

Το διάβασα καπάκι μετά τον Παίχτη, αγορασμένο κι αυτό από την Πρωτοπορία με 3 ευρώ. Δεν είχα ξαναδιαβάσει έργο του Jack London, και τον είχα στα υπόψη μου. Θυμάμαι μόνο το Κάλεσμα της άγριας φύσης που είχα δει σε ταινία, πριν χρόνια.
Το μυθιστόρημα αυτό με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Συναρπαστικό από την αρχή ως το τέλος, το χώρισα στη συνείδησή μου σε δυο μέρη. Το πρώτο από αυτά είναι ένας εφιάλτης, το δεύτερο ένα όνειρο. Το πρώτο μέρος είναι σκληρά νατουραλιστικό, με πρωταγωνιστή έναν αγριάνθρωπο που γεμίζει τον τόπο με πτώματα, το δεύτερο μια τρυφερή ερωτική ιστορία, στον αντίποδα του πρώτου.
Αλλά ας ξεκινήσουμε με το πρώτο μέρος. Γραμμένο στην παράδοση του νατουραλισμού, τον υπερβαίνει. Πρωταγωνιστής είναι ο Γουλφ Λάρσεν, ο καπετάνιος του Γκοστ, ενός ιστιοφόρου που κατευθύνεται στην Ιαπωνία για κυνήγι φώκιας. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο πλοίο είναι εντελώς ασύλληπτα στην υπερβολή τους. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο Λόντον μεταφέρει στο μυθιστόρημά του σκηνές που έζησε σαν ναυτικός, τόσο πολύ ξεφεύγουν από κάθε φαντασία.
Ο Γουλφ Λάρσεν είναι ένας αγριάνθρωπος, βαθιά μελαγχολικός, μοναχικός, σκληρός στα όρια του σαδισμού, που ταλαιπωρεί το πλήρωμά του. Παρολαυτά ο Λόντον τον παρουσιάζει να έχει μια ικανοποιητική μόρφωση και αρκετό ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, και τον βάζει να κάνει φιλοσοφικές συζητήσεις με τον Χόμφρεϋ, τον αφηγητή, που από ναυαγός κατέληξε σε ναύτη του πλοίου που τον έσωσε. Πήρε όμως γρήγορα προαγωγή σε υποπλοίαρχο. Ο Χόμφρεϋ εκφράζει έναν εκλεπτυσμένο ανθρωπισμό, ο Λάρσεν ένα κακοχωνεμένο δαρβινισμό. Η σκληρότητά του φαίνεται να τρέφεται από μια μεταφυσική απαισιοδοξία. Η καλλιέργειά του βρίσκεται σε αντίθεση με την σκληρότητά του, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που δεν πείθει. Οι ναζί, καλλιεργημένοι γερμανοί, ήταν ψυχροί εκτελεστές, αυτός όμως είναι σαδιστικά βασανιστής. Μια από τις περιγραφές που του κάνει ο αφηγητής είναι η παρακάτω:
«Ήταν ένα υπέροχο δείγμα αταβισμού, ένας άνθρωπος με πρωτόγονο ψυχισμό στην πιο αυθεντική μορφή του, απομεινάρι της εποχής πριν από την ανακάλυψη της ηθικής. Δεν ήταν ανήθικος, ήταν απλώς πέρα από κάθε ηθική».
Η προσωπικότητά του μου θύμισε τον Kurtz στο The heart of darkness του Κόνραντ, ένα μυθιστόρημα που δεν μου άρεσε, όπως δεν θα μου άρεσε και αυτό αν δεν υπήρχε το δεύτερο μέρος του. Η λέξη brutal, βάναυσος, σκληρός, χαρακτηρίζει εξίσου και τους δυο ήρωες, με τη διαφορά ότι ο Kurtz εμφανίζεται πολύ αργά στη σκηνή, όπου όμως κυριαρχεί η φήμη του, ενώ ο Λάρσεν την καταλαμβάνει με την ογκώδη και στιβαρή παρουσία του σχεδόν από την πρώτη στιγμή.
Για το πλήρωμα ο Χόμφρεϋ κάνει την νατουραλιστική του περιγραφή:
«Είναι μια κλειστή κοινωνία ανέραστων, σκληροτράχηλων αντρών, που η καθημερινή γκρίνια και η φαγωμάρα σκληραίνει ολοένα την καρδιά τους. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν μπορεί να τους έχει γεννήσει μάνα. Στα μάτια μου μοιάζουν με κάτι ανάμεσα στο κτήνος και στον άνθρωπο, ένα ξεχωριστό είδος, χωρίς φύλο. Λες κι έχουν εκκολαφθεί απ’ τον ήλιο σαν τα αυγά της χελώνας ή έχουν έρθει στον κόσμο με κάποιον παρεμφερή αποκρουστικό τρόπο. Όλη τους τη ζωή σιγοσαπίζουν μες στη κτηνωδία και την ακολασία, για να πεθάνουν στο τέλος όπως έζησαν, χωρίς να γνωρίσουν την αγάπη» (σελ. 121).
Η απιθανότητα του χαρακτήρα του Λάρσεν συναγωνίζεται την απιθανότητα των γεγονότων. Με τον αδελφό του τον Ντεθ Λάρσεν τους χωρίζει άσπονδο μίσος και στη σύγκρουσή τους γεμίζει ο τόπος πτώματα. Δεν ξέρω αν ο Λόντον είχε υπόψη του τον Αριστοτέλη που λέει ότι όταν οι συγκρούσεις γίνονται μεταξύ συγγενών είναι πιο τραγικές, και γι αυτό βάζει σαν αντίπαλο του Γουλφ Λάρσεν τον αδελφό του. Θέλει όντως να μας κάνει να νιώσουμε τραγικά αισθήματα για αυτούς τους ήρωες; Στην δική μου περίπτωση σίγουρα δεν τα καταφέρνει, αφού το μόνο που μπορώ να νιώσω είναι αποστροφή. Ο Λόντον, με το στόμα της ηρωίδας του, θα παρομοιάσει κάποια στιγμή τον Γουλφ Λάρσεν με τον Εωσφόρο, τον αντάρτη που δεν δέχεται να υποταχθεί στο θεό. Πάλι καλά που δεν τον παρομοιάζει με τον Προμηθέα.
Το Γκοστ περιμαζεύει και άλλους ναυαγούς, ανάμεσα στους οποίους είναι και μια γυναίκα, ποιήτρια, με την οποία ο Χόμφρεϋ, που θαυμάζει την ποίησή της και έχει γράψει κριτικές για τις συλλογές της, γρήγορα θα νιώσει ερωτευμένος. Όταν ο Λάρσεν προσπαθεί να τη βιάσει χωρίς επιτυχία γιατί τον εμποδίζει ο Χόμφρεϋ, θα αποφασίσουν να το σκάσουν με μια από τις βάρκες του πλοίου. Θαλασσοδέρνονται μέρες πριν αράξουν σε ένα έρημο νησί. Οι δυσκολίες της επιβίωσης τρέφουν ένα αίσθημα το οποίο όμως δεν εκδηλώνεται, αλλά εκφράζεται κάθε στιγμή από τον αφηγητή, στην πιο ρομαντική ιστορία αγάπης σε συνθήκες διαβίωσης Ροβινσώνα Κρούσου. «Ήταν η πρώτη νύχτα που θα κοιμόμουν σ’ αυτό το στρωσίδι, και ήξερα προκαταβολικά ότι θα έκανα τον πιο γλυκό ύπνο αφού ήταν φτιαγμένο από τα χεράκια της» (σελ. 270).
Και με μια φοβερή απιθανότητα ξαναγυρνάει ο εφιάλτης, για να τους κάνει άλλη μια φορά τη ζωή δύσκολη. Το Γκοστ, νικημένο από το Μακεδονία του Ντεθ Λάρσεν, αράζει ακριβώς στον όρμο όπου βρίσκονται και οι δυο ερωτευμένοι ήρωές μας. Μόνος επιβάτης ο Γουλφ Λάρσεν. Αν και τυφλός από όγκο στο κεφάλι, που θα τον οδηγήσει σταδιακά στην παράλυση και στο θάνατο, θα τους κάνει τη ζωή κόλαση, προσπαθώντας να τους εμποδίσει να επισκευάσουν το πλοίο και να φύγουν. Θα τα καταφέρουν τελικά αφού πεθάνει. Μετά από λίγες μέρες θα τους βρει ένα ατμόπλοιο. Πριν τους πλευρίσει θα εκφράσουν επί τέλους τον έρωτά τους, στο πιο ευχάριστο σασπένς που βρήκα ποτέ σε μυθιστόρημα.
«-Ένα φιλί αγαπούλα μου, ψιθύρισα, ένα φιλί πριν μας προφτάσουν.
-Και μας γλιτώσουν απ’ τους εαυτούς μας, συμπλήρωσε, μ’ ένα αξιολάτρευτο χαμόγελο, σκανταλιάρικο, όπως δεν το είχα δει ποτέ άλλοτε, γιατί ήταν απ’ τη σκανταλιά του έρωτα τούτη τη φορά».
Έτσι τελειώνει το μυθιστόρημα.
Post a Comment