Book review, movie criticism

Monday, November 1, 2010

Γιώργος Σκούρτης, Το μυθιστόρημα μιας δολοφονίας

Γιώργος Σκούρτης, Το μυθιστόρημα μιας δολοφονίας

Το "Μυθιστόρημα μιας δολοφονίας" του Γιώργου Σκούρτη
(Καστανιώτης 1993) είναι το τρίτο πεζογράφημά του. Πρόκειται
για το "χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου", που αφηγείται
αναδρομικά ο ήρωας.
Ο ήρωας αυτός είναι ένας από τη μακριά εκείνη σειρά τρελών
που πρωταγωνιστούν στα έργα του Γιώργου Σκούρτη. Μας αφηγείται
πως, κάποια στιγμή, αποφάσισε να σκοτώσει μια κοπέλα, και πήγε
και το δήλωσε στην αστυνομία. Από κει και ύστερα αρχίζουν οι
περιπέτειές του, ο κατατρεγμός του. Μετά από ένα χρόνο
περίπου, και ενώ όλοι τον είχαν πια ξεχάσει, δολοφονεί την
κοπέλα - ή τουλάχιστον έτσι υποστηρίζει. Όμως απαλλάσσεται λόγω
αμφιβολιών.
Ο Σκούρτης στο έργο αυτό έχει σαν στόχο να μας δώσει μια
ιστορία θρίλερ, με άφθονο σασπένς. Μια ιστορία που την πλοκή
της τη χειρίζεται με αριστοτεχνικότατο τρόπο, σπάζοντάς τη σε
δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος κυριαρχεί η δολοφονία. Ξέρουμε ότι η
δολοφονία έχει γίνει, και ο αφηγητής αναλαμβάνει να μας πει
πώς τη διέπραξε, κατά τη δική του εκδοχή. Παρακολουθούμε τα
γεγονότα που οδήγησαν μέχρι εκεί.
Το δεύτερο μέρος κυριαρχείται από την παρουσία ενός
σκοτεινού ατόμου, άγνωστου, που όμως ο αφηγητής, με τις
ευαίσθητες κεραίες της τρέλας που διαθέτει, διαισθάνεται ότι
έχει κάποια σχέση με την προσωπική του ιστορία. Συναντιέται
τυχαία μαζί του, έχοντας την αίσθηση ότι κάπου τον
ξέρει. Κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι αυτός ο άγνωστος τον
παρακολουθεί. Στο τέλος θα αποπειραθεί να τον
δολοφονήσει. Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος, και πώς θα εξελιχθεί
αυτή η ιστορία;
Οι δυο "ιστορίες" αυτές, που η μια αποτελεί συνέχεια της
άλλης, συμφύρονται και χρονολογικά και αφηγηματικά. Ο άγνωστος
αυτός άντρας κάνει την εμφάνισή του στη ζωή του αφηγητή
σχεδόν αμέσως με τη δήλωσή του ότι θα σκοτώσει τη
Ροζίτα. Κάποια στιγμή τον πιάνει να τον παρακολουθεί καθώς
δουλεύει στον γκισέ του ταμείου του (είναι τραπεζικός) ενώ
μια άλλη φορά συγκρατεί στη μνήμη του το μισό πρόσωπο που
μένει καρφωμένο στην οθόνη, από το πλήθος των θεατών, στο τέλος
ενός ρεπορτάζ στην τηλεόραση που αναφερόταν στην περίπτωσή
του. Το ρεπορτάζ αυτό έγινε όταν κάποιος άγνωστος τηλεφώνησε
στην τηλεόραση και ταυτόχρονα και στην αστυνομία, λέγοντάς
τους ότι πρόκειται για τον δράκο που τρομοκρατεί την
περιοχή. Η υποψία διαμορφώνεται αμέσως στον αναγνώστη, που θα
την διατυπώσει αργότερα και ο αφηγητής, ότι ο άγνωστος αυτός
τηλεφώνησε στην αστυνομία.
Αφηγηματικά, οι δυο ιστορίες συμφύρονται με το να τις
αφηγείται ο αφηγητής εναλλάξ. Τη μια αναφέρεται στην ιστορία
του φόνου, και την άλλη σε γεγονότα που του συμβαίνουν εκείνο
τον καιρό, και που έχουν να κάνουν με εκείνο τον άγνωστο.
Aυτό που αποκαλύπτεται στο τέλος, ο αναγνώστης το
υποψιάζεται πιο πριν. Θα το είχε υποψιαστεί ακόμη νωρίτερα, αν
ο αφηγητής ήταν πιο σαφής. Στη σελ.81 ο αφηγητής λέει ότι "ο
ιατροδικαστής έβγαλε το πόρισμα πως το μαχαίρι χτύπησε τη
Ροζίτα από διαφορετική κατεύθυνση απ' αυτή που έλεγα και
αναπαρίστανα εγώ". Πολύ αργότερα μαθαίνουμε ότι η διαφορετική
αυτή κατεύθυνση δεν ήταν μια κατεύθυνση από την οποία θα
μπορούσε επίσης να τη χτυπήσει, π.χ. από το πλάι, αλλά από
πίσω. Όμως ο συγγραφέας θα μας δώσει αποσπασματικά τα νήματα
της αλήθειας. Και η αλήθεια αυτή είναι ότι τη Ροζίτα τη
χτύπησε ο άγνωστος αυτός άνθρωπος, και αυτή έπεσε αιμόφυρτη
στην αγκαλιά του. Το μαχαίρι κύλησε από το χέρι του και ο
άγνωστος δολοφόνος γλίστρησε στη φούχτα του το ματωμένο δικό
του, σήκωσε το άλλο από χάμω και το έβαλε στα πόδια. Στο τέλος
του έργου, ο αφηγητής, πηγαίνοντας στο μέρος της δολοφονίας για
μια δεύτερη, κατά μόνας αναπαράσταση, στην προσπάθειά του να
θυμηθεί τι ακριβώς συνέβη, καθώς το σοκ φαίνεται να έριξε μια
κουρτίνα στη μνήμη του την οποία άρχιζε να σηκώνει σιγά
σιγά, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον άγνωστο. Θυμάται τότε ακριβώς
τη σκηνή που αναφέραμε πιο πάνω, την οποία τότε μαθαίνουμε κι
εμείς. Συγκρούεται μαζί του και τον μαχαιρώνει. Αυτός,
ετοιμοθάνατος, δηλώνει την επομένη στο νοσοκομείο, κάτι που
έχει υποψιαστεί πια και ο τελευταίος αναγνώστης, ότι είναι ο
δράκος.
Το βιβλίο κλείνει με τα ίδια λόγια της αρχής, που μοιάζουν
με τις εντός παρενθέσεως οδηγίες σε θεατρικό έργο. Στα τελευταία
λόγια υπάρχουν οι εξής διαφορές: το "μόλις χθες
αποφυλακίσθηκα" γίνεται "πριν μια βδομάδα αποφυλακίσθηκα" και
το "δεν είμαι τρελός" γίνεται "δεν είμαι πια τρελός", με
υπογράμμιση.
Το πιστεύουμε. Τα θρίλερ έχουν πάντα happy end. Ο ήρωας είναι
αθώος και η απόδοση δικαιοσύνης σκοτώνοντας το δολοφόνο της
ΡΖ (παρεμπιπτόντως, όλα τα ονόματα είναι γράμματα της
αλφαβήτου όπως ΜΡ κ.α) έχει μια καθαρτική, θεραπευτική
επίδραση πάνω του.
Ο Σκούρτης μοιάζει να θέλει να κλείσει την ψαλίδα μιας
απόκλισης που συνέβη στο μυθιστόρημα μετά τον 19ο αιώνα:
Ο συναρπαστικός μύθος και η συναρπαστική πλοκή έγιναν κτήμα
της παραλογοτεχνίας, ενώ η σοβαρή λογοτεχνία τα εξοβέλισε. Τα
στοιχεία της σύγκλισης άρχισαν να κάνουν πάλι την εμφάνισή
τους τις τελευταίες δεκαετίες,(το "όνομα του ρόδου" είναι η
πιο χαρακτηριστική, αλλά καθόλου η μοναδική περίπτωση) και ο
Σκούρτης εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Πέρα από
αστυνομικό μυθιστόρημα, το έργο μπορεί να διαβαστεί και σαν
κοινωνικό μυθιστόρημα. Η τρέλα του ήρωα έχει ένα τριπλό
καθορισμό. α) ψυχολογικό: η συνδυασμένη επίδραση της
απώλειας των γονέων σε τροχαίο, της εγκατάλειψής του από την
αδελφή του όταν αυτή αντιλήφθηκε τις αιμομικτικές τάσεις
που έτρεφε απέναντί της, και του παραχαϊδέματος μιας θείας, που
μη έχοντας η ίδια παιδιά επένδυε στον ανιψιό μια ματαιωμένη
μητρική τρυφερότητα. β)υπαρξιακό: ο φόβος του θανάτου
κατατρύχει τον ήρωα. γ) κοινωνιολογικό: το διάβασμα
εφημερίδων, η παρακολούθηση των ειδήσεων με τα "γεγονότα της
ημέρας", γεμάτα "δολοφονίες, σφαγές, πολέμους, ληστείες και
αυτοκτονίες σχιζοφρενών..." του προκαλεί απέχθεια και τον
οδηγεί σε μια σταδιακή αποκοπή από τον κόσμο. Ο ήρωας της
ιστορίας κλείνεται στον εαυτό του, περιχαρακώνεται στη
μοναξιά του, απωθώντας ακόμη και το σεξουαλικό του
ένστικτο. Όμως αυτή η απώθηση της επιθυμίας για το άλλο φύλο
θα τον οδηγήσει στην ψυχοπαθολογική έκφραση της
απόφασης να δολοφονήσει μια κοπέλα που, όπως διαισθάνεται και
ο ίδιος, κατά βάθος την αγαπά.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο λοιπόν, η αστυνομική αυτή ιστορία
είναι ένα δοκίμιο πάνω στην τρέλα και στην ανθρώπινη μοναξιά.
Τέλος, ανάμεσα στις ωραιότερες σελίδες του έργου, είναι αυτές
που σατιρίζονται τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδιαίτερα στην
υπέροχη αυτή σκηνή της συνέντευξης στην τράπεζα.
Post a Comment