Book review, movie criticism

Saturday, November 27, 2010

Χρήστος Δεσύλλας, Τα σκαλοπάτια της κόλασης

Χρήστος Δεσύλλας, Τα σκαλοπάτια της κόλασης, ΑΛΔΕ 2010, σελ. 106

H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα σκληρό αφήγημα είναι η τελευταία νουβέλα του Δεσύλλα, που συγκλονίζει τον αναγνώστη με το τέλος της

Ένα σκληρό νεο-νατουραλιστικό αφήγημα είναι η νουβέλα του Χρήστου Δεσύλλα, με ένα τίτλο αποκαλυπτικό ως προς το περιεχόμενό του, τίτλο που έχει το εφέ της δισημίας: Τα σκαλοπάτια της κόλασης ως μεταφορά, και τα σκαλοπάτια ενός σπιτιού που θα οδηγήσουν έναν ανάπηρο νέο στο θάνατο, ίσως σε μιαν άλλη κόλαση από αυτή που ήταν η ζωή του.
Παρόλο που το έργο χαρακτηρίζεται ως νουβέλα, ασφαλώς λόγω της μικρής του έκτασης, η δομή του είναι μυθιστορηματική. Παρακολουθούμε τη ζωή μιας μητέρας, των δύο θυγατέρων της, της Πωλέτ και της Νεφέλης, και των παιδιών της Πωλέτ, της Σοφίας και του Ανδρέα.
Η μητέρα είναι μια γυναίκα σαν την Νανά του Ζολά. Ζει με εραστές. Με μόνη τη διαφορά ότι αυτή έχει παιδιά.
«Πολλοί οι άντρες που διεκδίκησαν την πατρότητα της Νεφέλης και της Πωλέτ, όμως εκείνη ποτέ της δεν παντρεύτηκε. Ζούσε τη δική της ζωή, τις πληρωμένες ανέσεις, την επιλογή των εραστών, τα πρόσκαιρα ειδύλλια πάνω στα λαμέ σεντόνια, τις γαλλικές σαμπάνιες και τις ατέλειωτες προσκλήσεις που συνοδεύονταν πάντα από πανάκριβα δώρα» (σελ. 20-21).
Ο Άλκης, ο φίλος της Πωλέτ που έρχεται για πρώτη φορά στο σπίτι να τη ζητήσει σε γάμο, ξαφνιάζεται από την αρχοντική ομορφιά της μαμάς, που, όπως αποδεικνύεται, τα είχε κάποτε με τον πατέρα του. Είναι μάλιστα τόσο ξαφνιασμένος, ώστε ξεχνάει να κάνει την πρόταση γάμου.
Η Πωλέτ ζηλεύει και θαυμάζει τη μαμά της.
«-Τι πρέπει να κάνω για να σου μοιάσω;
-Μα μου μοιάζεις και πολύ μάλιστα, της απαντούσε, όμως η ομορφιά αγαπητή μου δεν είναι το παν. Χρειάζεται τεμπεραμέντο, τσαχπινιά, πονηριά και καπατσοσύνη. Εάν τα διαθέτεις όλα αυτά, τότε και η ομορφιά βοηθάει. Μα πάνω απ’ όλα θα πρέπει να μάθεις πώς να χειρίζεσαι τους άντρες. Ποτέ να μην τους επιτρέψεις να σε θεωρήσουν εύκολη, απεναντίας δύσκολη, απαιτητική και να περνάει πάντα το δικό σου ανεξαρτήτως κόστους, διαφορετικά, από κοσμοπολίτισσα, θα σε αποκαλούν πουτάνα. Το πρώτο μετράει προς τα πάνω, το δεύτερο προς τα κάτω και πιάνεις πάτο τόσο γρήγορα, που σε ξεχνάει κι ο Θεός» (σελ.31-32).
Η Πωλέτ δεν θα μοιάσει ποτέ της μαμάς της. Μετά το γάμο της αδελφής της θα ζητήσει και αυτή να βρει καταφύγιο στο γάμο. Θα εξελιχθεί σε μια προληπτική γυναικούλα που θα επισκέπτεται μάγισσες και θα ρίχνει αλάτι πίσω από την πλάτη επισκεπτών για να φύγουν.
Ο Αλέξανδρος, ο άνδρας της, θα αργεί συχνά να γυρίσει στο σπίτι του, όμως δεν είναι γυναικάς όπως υποψιάζεται η Πωλέτ, είναι τζογαδόρος. Τα χρέη θα τον οδηγήσουν στο να επιχειρήσει μια κλοπή με βοηθό τον γιο του τον Ανδρέα, τον οποίο παρασέρνει χωρίς τη θέλησή του σ’ αυτή την πράξη. Ο γιος θα τραυματιστεί θανάσιμα και θα μείνει παράλυτος για όλη του τη ζωή, ενώ ο πατέρας θα καταλήξει στη φυλακή όπου μετά από λίγα χρόνια θα αυτοκτονήσει.
Η πινακοθήκη των ηρώων με τον αποκρουστικό εσωτερικό κόσμο θα δώσει στη συνέχεια τη θέση της στην πινακοθήκη ηρώων με αποκρουστική εξωτερική εμφάνιση. Δίπλα στον ανάπηρο πια Ανδρέα θα προστεθεί η καμπούρα υπηρέτρια, η Μάγδα. Θα ικανοποιήσουν κάποια στιγμή τη ματαιωμένη σεξουαλικότητα ο ένας του άλλου, όμως αυτό για τον Ανδρέα είναι μια υποκατάστατη ικανοποίηση. Είναι ερωτευμένος με την αδελφή του και ζηλεύει αφάνταστα όταν τη βλέπει να φιλιέται με το φίλο της.
Οι ήρωες στα νατουραλιστικά μυθιστορήματα του προπερασμένου πια και όχι περασμένου αιώνα, είναι αποκρουστικοί στις πράξεις και στα αισθήματά τους. Είτε είναι θύματα της κοινωνίας είτε της κληρονομικότητας δεν μπορείς να νοιώσεις γι αυτούς κανέναν οίκτο.
Δεν συμβαίνει αυτό στη νουβέλα του Δεσύλλα, παρά τα πάμπολλα στοιχεία νατουραλισμού που διαθέτει. Νοιώθουμε να συμπονούμε τον Ανδρέα τόσο περισσότερο, όσο πιο πολύ τον βλέπουμε με το ψυχρό μάτι μιας κάμερας, όπως μοιάζει η ψυχρή αφήγηση του συγγραφέα που σε καμιά στιγμή δεν εκτρέπεται σε συναισθηματικούς σχολιασμούς για τη μοίρα του ήρωά του. Η αιμομικτική διάθεσή του προξενεί περισσότερο τον οίκτο παρά τον αποτροπιασμό, μια και φαίνεται λίγο πολύ αναπόφευκτη λόγω της κατάστασής του. Όταν την αδελφή του την παρατάει ο φίλος της και βυθίζεται σε κατάσταση απελπισίας, ο Ανδρέας αρχίζει να τρέφει ελπίδες, που έτσι κι αλλιώς κάθε αντικειμενικός παρατηρητής θα τις χαρακτήριζε φρούδες. Η τελική αναμέτρηση των δυο αδελφών είναι συγκλονιστική.
«-Άμα θέλω άντρες βρίσκω, κι όχι σακατεμένους, με ποδάρες που γεμίζουν ένα κρεβάτι. Τ’ άκουσες ψυχανώμαλε; (σελ. 105). Αυτά είναι λόγια αδελφής προς αδελφό.
Ο Ανδρέας, απελπισμένος θα απαντήσει:
«-Σοφία, άνοιξε την πόρτα να δεις πως ο αδελφός σου θα κατέβει μόνος του τα σκαλοπάτια της κόλασης, και κάνοντας στροφή, κατρακύλησε στη σκάλα, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο δάπεδο του σαλονιού» (σελ. 106).
Η μόνες χρονικές ενδείξεις για το χρόνο της ιστορίας είναι ότι την 21η Απριλίου ο Αλέξανδρος ήταν φυλακή. Δεν ξέρουμε αν ήταν το 1967 ή μεταγενέστερη επέτειος. Και μια έμμεση ένδειξη, για μας τους παλιούς, είναι το ότι η μητέρα, πριν ξεσπάσει η τραγωδία, κοίταζε τις γελοιογραφίες στο οικογενειακό περιοδικό (δεν κατονομάζεται) από τις οποίες της άρεσαν οι γελοιογραφίες με τον σπαγοραμμένο. Είμαστε στη δεκαετία του ’60.
Ο χώρος επίσης ταυτοποιείται αρκετά αόριστα, ήδη με την πρώτη πρόταση του έργου: «Η γειτονιά απλωνόταν στην άκρη της πόλης», για να δώσει πιο κάτω ο συγγραφέας, μιλώντας γι αυτή, και μια νύξη για το χρονικό «περίπου» της δράσης: «Τα παιδιά έδιναν ζωντάνια στη γειτονιά που δονείτο από τις φωνές τους. Οι κάτοικοι τα βράδια καθισμένοι στα κεφαλόσκαλα και τις αυλές, μιλούσαν για τα γεγονότα της ημέρας, ακόμη και για το ποδόσφαιρο, ενώ οι γυναίκες κουτσομπόλευαν τις άλλες που δεν ήταν παρούσες». Την είδαμε αυτή τη γειτονιά στη «Συνοικία το όνειρο», την βραβευμένη ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη με μουσική του Μίκη Θοδωράκη.
Ο αποστασιοποιημένος, ντοκιμαντερίστικος τρόπος γραφής του Δεσύλλα που εκβιάζει την συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη αντί να την υποβάλλει με σχόλια, σαν το «μάτι της κάμερας» του ντον Πάσος, είναι ιδιαίτερα πρωτότυπος. Αποστρεφόμενος το περιττό και μένοντας στο ουσιώδες, περιορίζει ένα μυθιστόρημα στην έκταση της νουβέλας. Είναι μια ικανότητα που δεν την διαθέτουν πολλοί συγγραφείς.
Post a Comment