Book review, movie criticism

Sunday, November 7, 2010

Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός

Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός, Κέδρος 2010, σελ. 50

H παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μελαγχολικά στην ατμόσφαιρά τους αλλά πανέμορφα στην εικονοποιία τους είναι τα ποιήματα της τελευταίας αυτής συλλογής του ποιητή.

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου με τίτλο «Κρυφός κυνηγός» εκδόθηκε δώδεκα χρόνια ακριβώς μετά την βραβευμένη με κρατικό βραβείο ποίησης ποιητική του συλλογή «Μη σκεπάζεις το ποτάμι». Στο ενδιάμεσο διάστημα εξέδωσε βέβαια άλλα βιβλία, κυρίως δοκίμια, με θέμα την ποίηση. Η μακρόχρονη αυτή κυοφορία έφερε στο φως έναν καταπληκτικό καρπό, μια συλλογή με εξαιρετικά ποιήματα.
Γεννημένος το 1951 ο ποιητής, βρίσκεται σε μια ηλικία κατά την οποία μπορεί να κάνει ένα απολογισμό ζωής, να κοιτάξει το παρελθόν με νοσταλγία αλλά και κριτικά, και να δει το περιβάλλον του αντικειμενικά, χωρίς την αισιοδοξία της νιότης. Ήδη στο πρώτο ποίημα που φέρει τον τίτλο «Οι παλιοί εαυτοί μου» αρχίζει αναρωτώμενος:
«Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
ο ατίθασος του στρατού, ο σκληρός ο ατρόμητος,
των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
πού πήγαν, πού χάθηκαν;

Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε

Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους
κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες».

Ο Καζαντζάκης λέει κάπου «Τότε που ήμουν νέος, και νέος θα πει να θέλεις να σώσεις τον κόσμο». Αν αυτό ισχύει γενικά για τη νιότη, ίσχυσε περισσότερο για τη δική μας γενιά. Μπορεί ο Μαρκόπουλος να εκφράζει ένα προσωπικό του βίωμα, αλλά σίγουρα έχει συνείδηση ότι πρόκειται για ένα συλλογικό βίωμα της γενιάς του.
«Θύμησες που κουρνιάσατε στα πράγματα κιόλας», λέει με απορία σε ένα ποίημα πιο κάτω. Αυτό το «κιόλας» ηχεί γεμάτο παράπονο.
Το παρελθόν όμως δεν εμφανίζεται μόνο με τις θύμησες, αλλά και με τα όνειρα. Στο «Όνειρο» γράφει:
«Ναι, τους είδα που έπαιζαν στον άλλο κόσμο τάβλι,
όλους εκείνους της τάξεως των αγροφυλάκων
που μας έπαιρναν τις σφενδόνες τότε και τα σταφύλια∙
και ήσαν χαρούμενοι, ναι, τους είδα, σας λέω,
με τις στολές τους, και έπαιζαν τάβλι με ζάρια τα δόντια τους» (σελ. 23).
Θυμήθηκα κι εγώ (βρίσκομαι επίσης στην ηλικία των αναμνήσεων) την τρομερή εξουσία του δικού μας αγροφύλακα, που μας έπαιρνε τις σφενδόνες, όχι όμως και τα σταφύλια γιατί ήταν από το δικό μας αμπέλι. Είχα ζηλέψει τόσο την εξουσία του που, πιτσιρικάς, ήθελα όταν μεγαλώσω να γίνω αγροφύλακας. Αλλά δεν θα μου άρεσε να με μισούνε τα παιδιά και γι αυτό δεν θα τους έπαιρνα τις σφεντόνες. Όμως αν τελικά γινόμουν αγροφύλακας και με την οικολογική συνείδηση που έχω τώρα, σίγουρα θα τους τις έπαιρνα.
Θα προσυπογράψω μαζί με τον Μαρκόπουλο: «Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα∙ και όσοι μ’ αγάπησαν» (σελ. 29).
Το ίδιο και το παρακάτω:
«Δύσκολα μιλάει, αλλά δεν στενοχωριέται
γιατί ξέρει ότι η σιωπή
είναι η αδικημένη αδελφή της ομιλίας.
που κάποτε θα βρει το δίκιο της» (σελ. 31).
Ο Μαρκόπουλος αντικρίζει τη ζωή με την μελαγχολία του ανθρώπου που ετοιμάζεται να κλείσει την έκτη δεκαετία της ζωής του. Η μελαγχολία αυτή εκφράζεται με εικόνες νοσοκομείων και νεκροταφείων - των νεκροταφείων αυτοκινήτων μη εξαιρουμένων - με εικόνες αρρώστων και κηδειών. Αλλά και με θάρρος. Δεν διστάζει να βάλει την χρονολογία γέννησής του στο βιογραφικό του στο αυτί του βιβλίου. Πολλοί συγγραφείς μετά από μια πολύ πιο μικρή ηλικία, το ξεχνούν. Άραγε το «ξεχνούν» σαν ξόρκι για τα γηρατειά, ή από υστεροβουλία; Εμείς, «σαν έτοιμοι από καιρό, σαν θαρραλέοι», θα την βάζουμε πάντα.
Από τα πιο πρωτότυπα ποιήματα της συλλογής είναι η «Αέναη εναλλαγή» Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, με τον στίχο «Ω αέναη εναλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο» να διατρέχει σαν λάιτ μοτίβ το ποίημα, όπου ανακαλούνται συνειρμικά μνήμες από το παρελθόν:
«Χρώμα καφέ του Φλεβάρη,
βροχή στα παράθυρα που επιστρέφει
και μελανί σκοτάδι του δάσους,
κάμπος πνιγμένος στην ομίχλη
εκεί που η καμπάνα το απόγευμα την πλημμύρα σημαίνει» (σελ. 39).
Όμως από τα πιο συγκινητικά είναι τα φωτογραφικά στη σύλληψη και σύντομα σαν αποφθέγματα στην απόδοση «Μετά των αγίων» με τα οποία κλείνει η συλλογή αποκαλύπτοντας την ευαισθησία του ποιητή, και που θυμίζουν αρκετά τις «Στενογραφίες» του Κώστα Μαυρουδή. Δίνουμε ένα μικρό δείγμα.
-Το πρώτο φιλί παιδιού στον πατέρα που δεν το θυμάται και ο τελευταίος ασπασμός που θα τον θυμάται για πάντα.
-Το κοριτσάκι στην τηλεόραση που, ενώ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν όλα, αυτό ασταμάτητα έκλαιγε ζητώντας την κούκλα του.
-Δυο παιδάκια, παραμονή Χριστουγέννων, που λένε τα κάλαντα στον τάφο του πατέρα τους.
-Ο πανύψηλος εκείνος άντρας με τα γένια, ντυμένος μαχητής του ΕΛΑΣ κατά τα χρόνια της μεταπολίτευσης, που αντί για όπλο κρατούσε στα χέρια του ένα καδρόνι πουλώντας λαχεία.
Και το τελευταίο της συλλογής:
-Και η στερνή στιγμή της ζωής μας, τέλος, που καθώς θα φεύγουμε έχοντας αφήσει, αν και δίπλα μας, πολύ μακριά φίλους και συγγενείς, από τα βουνά ή τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι.
«Μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις», λένε συχνά για να δείξουν την παντοδυναμία της εικόνας. Όμως οι λέξεις έχουν επίσης μια φοβερή δύναμη, να φτιάχνουν εικόνες στη μεταφορική τους διάσταση, κάτι που στη γλώσσα της εικόνας είναι τόσο δύσκολο ώστε, μετά τον Αϊζενστάιν και το ιδεολογικό μοντάζ του, κάθε προσπάθεια έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Η εικονοπλαστική δύναμη του Μαρκόπουλου στη δημιουργία τολμηρών και ανοίκειων μεταφορών είναι εντυπωσιακή. Όλη η συλλογή είναι ένας τάπητας τέτοιων μεταφορών, μεταφορών συχνά τόσο μεγάλων στην έκταση, που ανάλογες μόνο στον «Ερωτόκριτο» έχω συναντήσει. Ας δώσουμε ένα μικρό δείγμα.
«Διότι είμαι μόνος
σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού
και σαν την αγριοσυκιά
που φύτρωσε ξάφνου μες στη μαυρίλα της πυρκαγιάς» (σελ. 11)
«…και όνειρα που χάνονται
σαν το πουλί που κανένας δεν ξέρει
όταν πετάξει απ’ το σύρμα πού πάει» (σελ. 18)
«…μια ζωή μένοντας μόνος.
Σαν το κερί που το ξέχασε ο καντηλανάφτης στο μανουάλι
και σαν το κρασί που δεν ήπιε, στο τραπέζι,
ο αλκοολικός γιατί τον προσέβαλαν» (σελ. 26).
Η μελαγχολία και η θλίψη που αναδύεται από πολλά ποιήματα εξαϋλώνεται μέσα στη φαντασμαγορία των εικόνων που τα κατακλύζουν, δείχνοντας για μια ακόμη φορά την καθαρτική λειτουργία της τέχνης, που με ωραίες εικόνες μας συμφιλιώνει με την τραγικότητα της ζωής.
Η ποιητική αυτή συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι από τις ωραιότερες που έχω διαβάσει ως τώρα. Με πίστη στο ταλέντο του, περιμένω και την επόμενη συλλογή του, έστω και αν περάσουν άλλα δώδεκα χρόνια μέχρι την έκδοσή της.

Μπάμπης Δερμιτζάκης.
Post a Comment