Book review, movie criticism

Tuesday, June 11, 2013

Μανώλης Πρατικάκης, Σύνδρομο fregoli



Μανώλης Πρατικάκης, Σύνδρομο fregoli, Καλέντης 2013, σελ. 308

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Τρία κλινικά περιστατικά δοσμένα με μια συναρπαστική αφήγηση, κατά τόπους εντελώς ποιητική, από τον ψυχίατρο και βραβευμένο ποιητή

  Η σύγχρονη ποίηση απέδειξε ότι ποίηση δεν είναι μόνο μέτρο και ρίμα, ή μόνο μέτρο. Το μέτρο και η ρίμα την εποχή της προφορικότητας βοηθούσαν στην απομνημόνευση, όμως στη σημερινή εποχή, εποχή του γραπτού λόγου, φαντάζουν συχνά ως περιττά αξεσουάρ, αξεσουάρ μάλιστα τα οποία δεσμεύουν την ουσία της ποίησης, που είναι κυρίως οι τολμηρές εικόνες και μεταφορές καθώς και οι πολλαπλές συνδηλώσεις. Ο Πρατικάκης με το προηγούμενο έργο του, την «Κιβωτό», απέδειξε ότι τα όρια μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας δεν είναι αδιάβατα. Και ενώ σε εκείνο το έργο, στο μεγαλύτερο μέρος του βρισκόταν προς τη μεριά της ποίησης, με το τελευταίο του έργο, το «Σύνδρομο fregoli», βρίσκεται προς τη μεριά της πεζογραφίας. Το έργο φυσικά ως έργο πεζογραφικό μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, όμως μέσα σ’ αυτό εμφιλοχωρούν αποσπάσματα υπέρτατης ποιητικής ομορφιάς.
  Το «Σύνδρομο fregoli», το πρώτο από τα τρία αφηγήματα που εμπεριέχονται στο βιβλίο, είναι το πιο εκτενές. Μέσα από αυτό ο Πρατικάκης μας διηγείται την πραγματική ιστορία της Καλλιόπης, μιας ασθενούς του.
  Το σύνδρομο fregoli είναι γνωστό και ως σύνδρομο του σωσία. Ο ασθενής που πάσχει από αυτό έχει την εντύπωση ότι υπονομεύεται από κάποιους οι οποίοι, μεταμφιεζόμενοι σε αυτόν, διαπράττουν από αξιόμεμπτες έως αξιόποινες πράξεις με στόχο την ενοχοποίησή του.
  Στο αφήγημα αυτό αποκαλύπτεται περισσότερο από μια φορά ο θαυμασμός του Πρατικάκη για τον «μεγάλο ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής», όπως αποκαλείται συχνά, τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που ήδη στα εικοσιπέντε του χρόνια, με το διήγημά του «Ο σωσίας», επέδειξε μια ψυχογραφική δεινότητα που θα την ζήλευε και ο πιο ικανός ψυχίατρος.
  «…Είναι η κρίσιμη στιγμή. Η ώρα μηδέν του ρήγματος, καθώς δεν μπορεί πια να διαχειριστεί τους νοσηρούς μηχανισμούς άμυνας και έτσι δεν μπορεί να διακρίνει πια τι είναι εξωτερικό και τι εσωτερικό. Η σκοτεινή ύλη του εσωτερικού μορφοποιείται στη Σωσία της… Μέσα στο σιωπηλό της ζόφο, η ίδια εφευρίσκει τους διώκτες της που τιμωρώντας την, κατά κάποιο τρόπο τη λυτρώνουν… Έτσι τώρα, κατά κάποιο τρόπο εκθέτοντας τον εσωτερικό της κόσμο σε κοινή θέα, μπορεί να προφυλαχθεί και να ελαττωθεί το συνοδό ηθικό της μαρτύριο. Με άλλα λόγια σπάει τις πόρτες και φέρνει στο φως τα ασυνείδητα περιεχόμενα των επιθυμιών και των φόβων της όπως ακριβώς είναι: αρχετυπικά, πρωτόγονα και γνήσια, χωρίς τις παρεμβάσεις και στρεβλώσεις του νου, αυτού του πανούργου ενδυματολόγου» (σελ. 64-66).
  Η Καλλιόπη κατατρύχεται από ενοχές. Όμως πού οφείλονταν οι ενοχές αυτές οι οποίες, απωθημένες, εμφανίστηκαν με τη μορφή του νοσηρού συμπτώματος; Οφείλονταν στις θωπείες του πατέρα της τις οποίες ανεχόταν υποκρινόμενη την κοιμισμένη, και τις οποίες μάλιστα σε ένα βαθμό απολάμβανε, και αργότερα σε μια αιμομικτική «άπαξ» επαφή με έναν πρωτοξάδελφο, τον οποίο στη συνέχεια κατηγόρησε ως βιαστή, αν και η επαφή αυτή υπήρξε και δική της επιθυμία.
  Δυστυχώς κάποιοι ασυνείδητοι πατεράδες δεν σέβονται τις κόρες τους. Ο ισπανός σκηνοθέτης Montxo Armendáriz στην ταινία του «Μη φοβάσαι» (No tengas miedo, 2011) αναφέρεται σ’ αυτό το φαινόμενο, σταματώντας κατά διαστήματα τη ροή της μυθοπλαστικής ταινίας του για να παραθέσει πραγματικά περιστατικά, ενώ και ο Κλιντ Ίστγουντ στην ταινία του «Η ζωή μετά» (Hereafter, 2010) κάνει αναφορά σ’ αυτό. Το συναντήσαμε επίσης και στις εξομολογήσεις μιας ιρανής στο θαυμάσιο ντοκιμαντέρ της Mahnaz Afzali «Τα γυναικεία λουτρά».
  Υπήρξε και μια ακόμη ενοχή: ζήλευε τη μητέρα της. «…η ομορφιά της ήταν για μένα ένα διαρκές κακούργημα» (σελ. 178).
  «Μα τελικά τι είναι αυτός ο καθρέφτης που μπορείς να στέκεσαι μπροστά του και να βλέπεις απέναντι έναν άλλο, πίσω από το κρύσταλλο; Μήπως δεν υπάρχει καθρέφτης και στέκεται η Άλλη εκεί απέναντί μου και με κοιτάζει με τα ελαφρώς αλλαγμένα της χαρακτηριστικά; Μια τυφλή, αλλόκοτη παρόρμηση μ’ έσπρωξε καταπάνω της να τη συντρίψω» (σελ. 93).
  Τελικά η Καλλιόπη μοιάζει να παλινδρομεί από την τρίτη φάση του λακανικού καθρέφτη, καθώς δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σ’ αυτόν αλλά μια εχθρική Άλλη που της μοιάζει. Ίσως ο Λακάν να έχει γράψει για παρόμοια περιστατικά.
  Η Καλλιόπη, ανασύροντας τις ενοχές της στο συνειδητό θεραπεύεται, αναγνωρίζοντας τον φαντασιακό χαρακτήρα όσων πίστευε προηγουμένως, για να καταλήξει: «Η κόλαση δεν είναι οι Άλλοι. Είμαστε εμείς. Εκείνοι είναι απλώς επικούρειοι» (σελ. 204).
  Πέρα από αυτό το σαρτρικό διακείμενο υπάρχουν από διακείμενα έως άμεσες αναφορές και στον αλεξανδρινό μας ποιητή.
  Το επόμενο αφήγημα έχει τίτλο «Μπρους Λι». Το πρόβλημα του ασθενούς αυτού ήταν περίπου το πρόβλημα της Καλλιόπης αντεστραμμένο: ενώ εκείνη έβλεπε σε κάποιαν άλλη μια μίμηση του εαυτού της, ο Πέτρος, θαυμαστής του Μπρους Λι, πίστευε ότι ο Μπρους Λι, μετά το θάνατό του, ήλθε και κατέλαβε το σώμα του, και ότι τώρα δεν είναι ο προηγούμενος εαυτός του αλλά ο ίδιος ο Μπρους Λι.
  Ο Πρατικάκης παραθέτει το προφίλ του, όταν ήταν παιδί.
  «Πήγαινε στο κατηχητικό, κάθε Κυριακή εκκλησιαζόταν, ήταν πιστός χριστιανός με πατριωτικά αισθήματα από πολύ νωρίς. Πεισματάρης, επίμονος, καχύποπτος, άκαμπτος, φιλότιμος. Όλο για ήρωες μιλούσε, για ανδραγαθήματα, σκάρωνε συχνά δικές του ιστορίες, όλο για πολεμικές τέχνες» (σελ. 242). Φυσικά όταν μεγάλωσε έγινε άσος στο καράτε.
  Αργότερα, με την αρρώστια, ήλθαν οι φαντασιώσεις.
  «Και όμως, θα την πάρουμε την Αγια-Σοφιά. Προ ημερών είδα στο όνειρό μου τεράστιες φλόγες να καίνε τον Ελλήσποντο. Και τις ελληνικές σημαίες να κυματίζουν και ο Οικουμενικός Πατριάρχης με όλα τα φώτα ανάμεσα να λειτουργεί στην Αγια-Σοφιά, με χιλιάδες χριστιανικό εκκλησίασμα…» (σελ. 252). Ο Μανόλης προσπάθησε να τον προσγειώσει: «Πέτρο, άλλο το όνειρο κι οι ευσεβείς πόθοι και άλλο η πραγματικότητα» (σελ. 253). Όμως αυτός είχε ήδη καταστρώσει τα επιτελικά του σχέδια.
  Μια προϋπόθεση για την ψυχιατρική θεραπεία είναι ο γιατρός να αποκτήσει τη συμπάθεια του ασθενούς. Και ο Πρατικάκης το κατάφερε μειώνοντας το χάσμα που υπάρχει εξ αντικειμένου ανάμεσα σε ασθενή και θεράποντα:
  «Μην ακούς, Πέτρο, ο ποιητής είναι ο πιο μεγάλος ασθενής, ο μεγάλος άρρωστος που δεν τον γιατρεύει κανένα φάρμακο, καμιά δόξα και καμιά αναγνώριση, “όταν ανοίγεται στο πέλαγος της μεγάλης αγωνίας”, όπως είπε ένας φίλος σπουδαίος ποιητής.
  Ο Πέτρος χάρηκε, ένιωθε οικεία, σαν κι εμάς, όμοιος μ’ εμάς. Και μάλιστα όταν του είπα ότι «εσείς οι ασθενείς είστε τα πιο γνήσια όντα ακόμη και μέσα στις παραδοξότητές σας, και αυτό δρα συχνά θεραπευτικά πάνω σ’ εμάς». (σελ. 261).
  Με τέτοιον ικανό θεραπευτή ο Πέτρος κατάφερε τελικά να διώξει τις φαντασιώσεις του, να ξορκίσει τα φαντάσματά του και να επανέλθει σε μια κανονική ζωή.
  Με έναν έξοχο ποιητικό λυρισμό περιγράφει ο Πρατικάκης τον έρωτα της Δωροθέας και του Λάμπρου στο τρίτο αφήγημα «Μια παράδοξη τύφλωση».
  «Αργότερα πίσω από μισοφώτιστες συστάδες δένδρων σούρουπο, με πλεγμένα δάχτυλα να περπατούν. Ρίγη πρωτάκουστα διέτρεχαν τα φοβισμένα σώματα και ανάμεσά τους μυστικές αψίδες σε μια ένωση τόξα φωτοβολταϊκά. Κάτω από τις αψίδες να περνούν τα αυτοκρατορικά τους αισθήματα σκιασμένα από υπόκωφους φόβους» (σελ. 271).
  Όταν η Δωροθέα συνέλαβε τον αγαπημένο της να την απατά, αρνήθηκε το γεγονός απωθώντας το, με τίμημα μια υστερική τύφλωση που μπέρδεψε όλους τους οφθαλμίατρους. Οι ψυχίατροι όμως, πιο έμπειροι, κατάλαβαν ότι κάποια τραυματική εμπειρία κρυβόταν πίσω από την τύφλωσή της. Μέσω ναρκανάλυσης με pentothal, τον λεγόμενο ορό αληθείας, κατάφεραν να φέρουν στην επιφάνεια την απωθημένη εικόνα του αγαπημένου της πάνω στο κρεβάτι με μιαν άλλη γυναίκα, δίνοντας έτσι τέλος στην υστερική της τύφλωση.
  Η Ρέα Γαλανάκη πολύ νωρίς εγκατέλειψε τη μαθητεία της στην ποίηση, και μέσω ενός μεταβατικού σταδίου με τον «Βίο του Ισμαήλ Φερίκ πασά» μεταπήδησε στην πεζογραφία. Ο Μανόλης Πρατικάκης δεν εγκατέλειψε ποτέ την ποίηση, όμως με τα τελευταία του έργα μας παρουσιάζεται ως ένας ποιητής-πεζογράφος, όσο κι αν φαίνεται αδόκιμος ο όρος. Η πεζογραφία θα έχει πολλά να κερδίσει αν συνεχίσει αυτό τον δρόμο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
Post a Comment