Book review, movie criticism

Saturday, February 20, 2016

Goran Markovic, Most of his films



   Goran Markovic (1946 - )

  Ειδική εκπαίδευση (1977)

  Η «Ειδική εκπαίδευση» αναφέρεται στη ζωή σε ένα αναμορφωτήριο.
  Ο Πέρα είναι τυπικά «αγνώστου πατρός», όμως ξέρει ότι πατέρας του είναι ο Τσάνε, αστυνομικός. Αυτός τον φροντίζει, παρουσιάζεται όμως ως θείος του. Μένει με τη μητέρα του, η οποία δέχεται στο σπίτι της διάφορους εραστές. Μετά από κάμποσες κλοπές θα καταλήξει στο αναμορφωτήριο. Εκεί θα γνωριστεί με τον Λιούψε. Αυτός δεν έκλεψε ποτέ, αλλά καθώς είναι χωρίς γονείς, βρήκε η πολιτεία αυτό το μέρος σαν πιο κατάλληλο για να τον στεγάσει. Αυτός από αντίδραση θα πάψει να μιλάει. Την ίδια μέρα με τον Πέρα καταφτάνει στο αναμορφωτήριο και ένας χαρισματικός δάσκαλος, που θα έλθει σε σύγκρουση με τη διεύθυνση και τους συναδέλφους του καθώς χρησιμοποιεί ανορθόδοξες μεθόδους. Θα κατακτήσει όμως την εμπιστοσύνη των μαθητών του.
  Ο Λιούψε με τον Πέρα γνωρίζονται με δυο κορίτσια. Ο δάσκαλος τους κάνει πλάτες. Στο σπίτι του ενός κοριτσιού ο Λιούψε θα κάνει έρωτα μαζί του. Είναι ο πιο μεγάλος. Επί τέλους θα ανοίξει το στόμα του και θα μιλήσει. Όμως το κορίτσι θα «κλέψει» τους γονείς της, και αυτοί θα κατηγορήσουν τα δυο παιδιά. Όταν αυτή το μαθαίνει θα ομολογήσει την πράξη της, όμως είναι πια αργά. Προσπαθώντας να το σκάσουν τα δυο παιδιά θα συμβεί το ατύχημα. Τον Λιούψε θα τον παρασύρει ένα αυτοκίνητο. Ο δάσκαλος θα αναγνωρίσει το πτώμα στο νεκροτομείο.
  Με αρκετά στοιχεία κωμωδίας ο Γκόραν Μάρκοβιτς μας αφηγείται τη συγκινητική ιστορία των δυο παιδιών, δίνοντας ταυτόχρονα ως φόντο και τις συνθήκες ζωής στο αναμορφωτήριο, που δεν είναι βέβαια και οι καλύτερες.

National class (1979)

  Τελικά το στοιχείο του Μάρκοβιτς φαίνεται ότι είναι η κωμωδία. Ενώ για την «Ειδική εκπαίδευση» γράφω ότι έχει στοιχεία κωμωδίας σε μια ιστορία κάθε άλλο παρά κωμική, η «Εθνική τάξη» (κάτι σαν formula 1, δεν ξέρω ακριβώς από ράλι) είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία.
  Ο Μπράνα είναι ένας ανεπρόκοπος 27χρονος νεαρός, αλλά ικανός ραλίστας. Δεν θέλει να πάει στρατό, και προσπαθώντας να τον αποφύγει γινόμαστε μάρτυρες ξεκαρδιστικών επεισοδίων. Η φίλη του μένει έγκυος, αυτός δεν έχει καμιά διάθεση να την παντρευτεί, αλλά τα συμπεθέρια έχουν άλλη γνώμη. Στο τέλος του έργου θα τον δούμε στο τραίνο να ταξιδεύει για το κέντρο νεοσύλλεκτων. Την προηγούμενη είχε γίνει ο γάμος.
 Να παραθέσω ένα χιουμοριστικό επεισόδιο που είχε πολύ πλάκα. Πηγαίνει να βρει μια κοπέλα με την οποία φλερτάρει στον κινηματογράφο. Έχει αρχίσει η ταινία. Δεν ακούγεται ήχος. «Ήχο, χασάπη» φωνάζει, ενώ προσπαθεί να δει πού κάθεται η κοπέλα. Την εντοπίζει, κάθεται δίπλα της. Ξαναφωνάζει για τον ήχο. «Ησυχία», φωνάζουν από δίπλα. «Είναι βουβή ταινία», του ψιθυρίζει η κοπέλα.
Πρόκειται για το «Θωρηκτό Ποτιέμκιν». Πιο πριν, όταν η κοπέλα του είπε ποιο ήταν το έργο που θα πήγαινε να δει, τη ρώτησε μήπως είναι αυτό με τον Στηβ Μακ Κουίν. Όχι, του λέει, είναι έργο του Αϊζενστάιν.
Δεν φάνηκε να τον γνωρίζει. 

Δάσκαλοι, δάσκαλοι (1980)

Και αυτή η ταινία είναι κωμωδία όπως και η τελευταία του, την οποία είδα πρώτη. Αναρωτιέμαι οι επόμενες τι θα είναι.
Στην κωμωδία αυτή βλέπουμε χιουμοριστικά επεισόδια που συμβαίνουν σε ένα σχολείο, μάλλον σχολείο της νομενκλατούρας γιατί ήταν τέλεια εξοπλισμένο, με εστιατόριο κ.λπ. Το κεντρικό επεισόδιο είναι μια ΕΔΕ που διενεργεί ένας νεαρός καθηγητής σταλμένος από τον επιθεωρητή, μετά από την καταγγελία μιας καθηγήτριας για σεξουαλική παρενόχληση από έναν άλλο καθηγητή. Τα πράγματα βέβαια εξελίσσονται διαφορετικά, η παρενόχληση δεν ήταν ακριβώς παρενόχληση. Και ο φουκαράς ο κατηγορούμενος καθηγητής, όταν θα τσακώσει την καθηγήτρια αυτή με τον καθηγητή, θα κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, την οποία όμως δεν θα εκτελέσει, από δειλία. Σε μια από τις τελευταίες σκηνές ο επιθεωρητής σχίζει την αναφορά της καθηγήτριας, με δική της συναίνεση, ενώ υποχρεώνει τη διευθύντρια να παραιτηθεί, γιατί της είχαν ξεφύγει οι εκπαιδευτικοί στόχοι.
Από τα πιο χιουμοριστικά επεισόδια είναι η γιορτή που στήνουν προς τιμήν της καθαρίστριας που συνταξιοδοτήθηκε. Διάφοροι επιτήδειοι προσπαθούν να της αρπάξουν το τσεκ με το σεβαστό ποσό που της δόθηκε ως δώρο, με πρώτο και καλύτερο το γιο της. Όμως κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος, έχει το νου του.
Απολαυστικότατη κωμωδία. Μου θύμισε ότι και εγώ ήμουν καθηγητής, και με χαρά σκέφτομαι ότι είμαι συνταξιούχος εδώ και τέσσερα χρόνια, και ότι αυτά τα χρόνια εκδίδω ένα βιβλίο κάθε χρόνο ενώ πριν είχα να εκδώσω μια δεκαετία, αλλά με θλίψη σκέφτομαι ότι έχω κλείσει τα 65.  

Variola Vera (1982)

«Κεκλεισμένων των θυρών» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του έργου, κεκλεισμένων των θυρών ενός νοσοκομείου όπου ανιχνεύθηκε σε έναν ασθενή που απεβίωσε ο ιός της ευλογιάς και τέθηκε σε καραντίνα. Και, όπως στο έργο του Σαρτρ, βλέπουμε τις σχέσεις και τις καταστάσεις που διαμορφώνονται, σε επεισόδια που αποκαλύπτουν τόσο τον ατομισμό μπροστά στο φόβο του θανάτου όσο και την ανθρωπιά μπροστά στον πόνο του συνανθρώπου.
Ο διευθυντής αρνείται να δει την ετοιμοθάνατη νοσοκόμα, ερωμένη του που τάχα θα παντρευόταν μόλις έπαιρνε διαζύγιο από τη γυναίκα του. Η νεαρή γιατρός, κόρη υψηλόβαθμου αξιωματούχου, αφού επαναφέρει στη ζωή κάποιον που σταμάτησε η καρδιά του τον «φυγαδεύει» για έξω προκειμένου να τύχει καλύτερης νοσηλείας σε άλλο νοσοκομείο, με ένα ασθενοφόρο που είχε κανονισθεί να βγάλει την ίδια έξω κρυφά.
Ο έρωτας δεν είναι δυνατόν να απουσιάζει. Ο νεαρός μπαίνει κρυφά μέσα στο νοσοκομείο για να δει την νεαρή γιατρό με την οποία είναι ερωτευμένος, αψηφώντας τον κίνδυνο. Έχει ελπίδες ότι θα ανταποκριθεί στον έρωτά του.
Δεν θα αναφερθούμε σε όλα τα επεισόδια. Πινελιές χιούμορ υπάρχουν και σ’ αυτό το έργο, μια και το χιούμορ είναι φαίνεται ιδιοσυγκρασιακό χαρακτηριστικό του Μάρκοβιτς.


Δυο λόγια για τον τίτλο: η «Ταϊβανέζικη κανάστα» είναι ένα παιχνίδι με τράπουλα που το έπαιξε ο Σάσα, ο ήρωάς μας, με κάποιους μαφιόζους κατασκευαστές που τον παρέσυραν να βάλει την υπογραφή του σε παράνομες προσθήκες σε κάτι κτίσματα.
Πρέπει να πω ότι το έργο αυτό μου προκάλεσε κάποια αμηχανία. Ο ήρωας, που δεν έχει ξεπεράσει ακόμα τα ένδοξα χρόνια της νιότης του, και συγκεκριμένα τον Μάη του ’68 (φαίνεται είχε αντίκτυπο και στη Γιουγκοσλαβία), στην πραγματικότητα είναι ένας απροσάρμοστος, ελαφρά πυροβολημένος. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγεις άσφαλτα όταν τον ακούς να προτείνει στη γυναίκα του, στην οποία πριν λίγο καιρό είχε δηλώσει ότι θέλει να χωρίσουν, να ζήσουν όλοι μαζί, αυτός, τα παιδιά τους και η δεκαεξάρα φιλενάδα του. Κατά τα άλλα είναι ένας ανεπρόκοπος που φτιάχνει movers, κάτι σαν καραγκιόζηδες, τα οποία τα θεωρεί έργα τέχνης, και τα πουλάει στους δρόμους μαζί με την δεκαεξάρα. Για να ψάξει να βρει δουλειά, ούτε λόγος. Έχει τελειώσει αρχιτέκτονας και μόνο σαν αρχιτέκτονας θέλει να δουλέψει. Ζει βέβαια με τα λεφτά της γυναίκας του, η οποία δεν είναι εισοδηματίας, είναι εργαζόμενη. Στο τέλος τον βλέπουμε, εγκαταλειμμένο από όλους, να δηλώνει στο τηλέφωνο στη γυναίκα του ότι θα αυτοκτονήσει. Αυτή του το κλείνει. Δεν θα βρει όμως το θάρρος, όπως όλοι οι ανεπρόκοποι.
Μήπως η ταινία είναι ένα σχόλιο για τους απροσάρμοστους του γαλλικού Μάη, αλλά και για τους «προσαρμοσμένους» που αφομοιώθηκαν από την εξουσία, όπως ο αστυνομικός, φίλος και σύντροφος στις διαδηλώσεις τότε, που τον ξελάσπωσε δυο φορές;
Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός είχε κάποιο δίκιο όταν ζητούσε από τους συγγραφείς να παρουσιάζουν στα έργα τους θετικούς ήρωες. Όμως όχι για να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση, αλλά για να μπορέσεις να «ταυτιστείς» μαζί τους, με την αριστοτελική έννοια του όρου. Αυτή ήταν η αντίρρησή μου και για το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ, που δεν μου άρεσε εξαιτίας του αρνητικού ήρωά του.  


«Déjà vu» είναι ο κανονικός τίτλος και όχι οι «Αναμνήσεις», τίτλο που του έδωσαν οι άγγλοι. Το déjà vu είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο (έχω γράψει γι’ αυτό στο βιβλίο μου «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα») που αναφέρεται στην αίσθηση ότι κάτι που βλέπεις τώρα το έχεις ξαναζήσει. Βέβαια δεν είναι αυτή η περίπτωση σ’ αυτό το θρίλερ, που ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά. Ο ήρωας απλώς θυμάται τραυματικές στιγμές από το παρελθόν του. Το «θάνατος τους φασίστες» που κραύγαζε το έξαλλο ακροατήριο όταν το δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο τον πατέρα του και άλλους καλλιτέχνες γιατί απλά δεν σιώπησαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής αλλά εξακολουθούσαν να παίζουν, το ακούει και τώρα, μετά από χρόνια, σε μια θεατρική παράσταση όπου αυτός θα έπαιζε ως πιανίστας.
Αυτός είναι ο εκλυτικός παράγοντας που θα πυροδοτήσει την παράνοιά του. Θα σκοτώσει τη φίλη του την Anica Dobra και τον πατέρα της ενώ ο μικρός της αδελφός, που έχει πρόβλημα στο μάτι, θα καταφέρει να ξεφύγει. Μετά από άλλα τόσα χρόνια ο αδελφός αυτός θα πάρει την εκδίκησή του.
Δεν μου αρέσει το θρίλερ, αλλά ο Goran Markovic είναι κορυφαίος σκηνοθέτης και τον βλέπω πακέτο. Και, έχω την εντύπωση, ότι το θρίλερ ήταν το πρόσχημα για να κριτικάρει τις ακρότητες εκείνης της εποχής. Μια άλλη ακρότητα που παρουσιάζει είναι όταν κάνουν έξωση της μητέρας του ήρωά του από το διαμέρισμά τους. Κουβαλάνε τα έπιπλα, ενώ αυτή ξεψυχάει στο κρεβάτι της. Τα παρακάλια του μικρού γιου της δεν συγκινούν.
Έγραψα και πιο πριν ότι ο Markovic έχει κωμική φλέβα. Βλέπουμε χιουμοριστικές σκηνές, κυρίως εκεί όπου διάφοροι χαλβαδιάζουν την όμορφη Ανίτσα.


  Μετά το «Déjà vu» ο Μάρκοβιτς επιστρέφει στην κωμωδία με το «Σημείο συνάντησης». Πρόκειται για κωμωδία φαντασίας.
Ένας αρχαιολόγος κάνει ανασκαφές. Τυχαία ανακαλύπτουν τρεις εργάτες την είσοδο στον άλλο κόσμο. Είναι ενθουσιασμένος. Όμως παθαίνει καρδιακή προσβολή. Τον μεταφέρουν σπίτι. Εκεί πεθαίνει.
Όμως δεν πέθανε πολύ. Συνέρχεται κατά διαστήματα. Από τα πιο κωμικά επεισόδια στην ταινία είναι που τον βλέπει ο φίλος του που πάει να τον ξυρίσει (τους νεκρούς τους ξυρίζουν, το θυμάμαι από τον πατέρα μου) έντρομος, να κινείται. Η αδελφή της πεθαμένης γυναίκας του με την οποία συζεί πέφτει λιπόθυμη μόλις τον βλέπει.
Στο μεταξύ ο νεκρός έχει ενδιαφέρουσες συζητήσεις με φίλους νεκρούς στον άλλο κόσμο, ανάμεσα στους οποίους είναι και η γυναίκα του, η Ανίτσα Ντόμπρα, η οποία πέθανε νέα. Μαθαίνει πράγματα που δεν ήξερε για τους φίλους του.
Στο μεταξύ, με το θάνατό του, δημιουργείται μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι. Τα πράγματα που είχε μαζέψει πρέπει να μεταφερθούν αλλού. Ο γιος πουλάει το σπίτι. Και όλοι είναι μεθυσμένοι, γιατί μόλις έγινε ένας γάμος.
Τέσσερις από τους νεκρούς αποφασίζουν να επιστρέψουν από την τρύπα που τους έδειξε ο καθηγητής. Ο βαρκάρης τους μεταφέρει απέναντι, αφού βέβαια του πληρώσουν τον οβολό. Εκεί βρίσκεται μια στοά, την οποία πρέπει να διασχίσουν. Είναι σαν την κόλαση του Δάντη. Θα συναντήσουν τον Προμηθέα με το όρνιο να του τρώει το συκώτι, τον Χριστό να προχωράει αγκομαχώντας με τον σταυρό στο ώμο ανάμεσα στους ρωμαίους στρατιώτες, έναν καταδικασμένο σε θάνατο στην πυρά από την Ιερά Εξέταση, θα δουν τη δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου που ήταν η αφορμή του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, και τελευταίο τον Χίτλερ.
Η καρδιά του φτωχού καθηγητή δεν άντεξε βλέποντας το σπίτι του σ’ αυτή την άθλια κατάσταση, με τα πολύτιμα αντικείμενα που συγκέντρωσε τόσα χρόνια πεταμένα εδώ και εκεί.
Ξαναπεθαίνει. Και η ταινία τελειώνει με τους νεκρούς να τραγουδάνε μια καντάτα.
Τα θρίλερ και οι ταινίες φαντασίας δεν μου αρέσουν, αλλά αυτή την απόλαυσα.


Και πάλι κωμωδία. Κεντρικός ήρωας εδώ είναι ο δεκάχρονος, στρουμπουλός και φαγανός Ζοράν. Βλέπουμε διάφορα κωμικά επεισόδια, πρώτα στο σπίτι του Ζοράν που το μοιράζονται δυο οικογένειες, και έπειτα σε μια εκδρομή με βραβευμένους μαθητές στην πατρίδα του Τίτο. Από τα πιο απολαυστικά επεισόδια είναι εκείνο με τα φαντάσματα. Ο υπεύθυνος δάσκαλος με ένα μεγάλο μαθητή κάνουν τα φαντάσματα, με στόχο να αποκαλυφθούν στο τέλος στους μαθητές και να τους διώξουν το φόβο των φαντασμάτων. Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, οι πανικόβλητοι μαθητές  στην τρεχάλα τους τα έχουν κάνει γης μαδιάμ. Ο φύλακας κατηγορεί τον δάσκαλο, και του λέει ότι θα πρέπει να πληρώσει για τις ζημιές.
Έχω ξεχάσει να το πω, το κωμικό είναι πολύ συχνά το ντύμα της σάτιρας. Και ο Μάρκοβιτς σατιρίζει με σπαρταριστό χιούμορ πρόσωπα και καταστάσεις. Αυτό, σε όλες του τις ταινίες.  

Urnebesna tragedija (1995)

«Μπουρλέσκα κωμωδία», έτσι έχει μεταφραστεί στα γαλλικά ο τίτλος της ταινίας, που είδαμε και πάθαμε να τη βρούμε στο youtube.
Το θέαμα των τρελών είναι και κωμικό και τραγικό, και όταν αποτελεί θέμα σε θεατρικό έργο έχουμε την tragicomedy. Εδώ βέβαια δεν πρόκειται για θεατρικό έργο αλλά για κινηματογραφική ταινία, αλλά θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε τραγικωμωδία.
Ο γιατρός της ψυχιατρικής κλινικής έχει εξοργισθεί όταν του φέρνουν ένα τρόφιμο που σκότωσε ολόκληρη την οικογένειά του. Δεν μπορεί να θεραπεύει τους ασθενείς του με ηλεκτροσόκ και ψυχρά λουτρά, χρειάζεται φάρμακα και η πολιτεία δεν του τα παρέχει. Παίρνει όλους τους τροφίμους με σκοπό να τους επιστρέψει στα σπίτια τους. Όμως κάνει μια τελευταία προσπάθεια να δει το δήμαρχο, ακολουθούμενος από τους ασθενείς του. Αρνούνται να τον δεχτούν.
Στη συνέχεια εξελίσσονται διάφορα κωμικά επεισόδια, δίνοντας στην ταινία τον μπουρλέσκο χαρακτήρα της. Όμως ο Μάρκοβιτς είναι προσεκτικός. Όπως δεν πρέπει να κακολογείς τους νεκρούς, έτσι δεν πρέπει να κοροϊδεύεις και τους τρελούς. Γι’ αυτό δημιουργεί ένα αποστασιοποιητικό εφέ με το να εισαγάγει το φανταστικό στην πλοκή, διαλύοντας έτσι τον ιλουζιονισμό, την ψευδαίσθηση δηλαδή ότι αυτά που βλέπουμε είναι πραγματικότητα. Ένας τρόφιμος τα έχει με κάποιον που παρενοχλεί τη μνηστή του, μια άλλη τρελή. Τον κυνηγά. Αυτός φουντάρει από τα κάγκελα στις σκάλες κάποιου ορόφου. Τον αρπάζει από τα πόδια. -Μην ανησυχείς του λέει, ξέρω να πετάω. Τον αφήνει.
Δεν βλέπουμε το σώμα του στο έδαφος, αλλά ένα περιστέρι που πετάει από το έδαφος και κάθεται στα κεραμίδια απέναντι. Από τότε το περιστέρι αυτό τον παρακολουθεί, και πότε το βλέπει σαν περιστέρι και πότε σαν τον τρόφιμο εκείνο. Κάποια στιγμή τον βλέπουν και άλλοι. Ακόμη και ο γιατρός όταν κλείνει το ένα μάτι.
Κόντευα να το ξεχάσω, βλέπουμε και εδώ το μοτίβο «Τα σύνορα της αγάπης», με τον ηλικιωμένο σέρβο πατέρα που τα φτιάχνει με τη γερμανίδα, επίσης τρόφιμο, και ζητούν από τον γιατρό και τη νοσοκόμα που είναι φιλενάδα του να τους παντρέψουν.
Απολαυστική και αυτή η κωμωδία του Μάρκοβιτς.

Kordon (2002)

  Kordon σημαίνει «Ζώνη αστυνομικών φρούρησης», διαβάζω στο λεξικό της Magenta. Και για πρώτη φορά ο Μάρκοβιτς εγκαταλείπει το χιούμορ σ’ αυτή την ταινία.
Η υπόθεση τοποθετείται στο Βελιγράδι, το Πάσχα του 1997, διαβάζω στο IMDb. Εξαιτίας της ανατροπής του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς είχαν ξεσπάσει βίαιες διαδηλώσεις.
Ο κάμερα παρακολουθεί ένα όχημα της αστυνομίας που κινείται ακολουθώντας τις εντολές της διοίκησης. Παράλληλα παρακολουθούμε και την αντιπαράθεση του Kordon με τους διαδηλωτές. Και, θυμήθηκα τώρα, υπάρχει ένα χιουμοριστικό επεισόδιο. Μια νεαρή διαδηλώτρια πλησιάζει έναν αστυνομικό και τον φιλάει. Του προτείνει να πάει μαζί της, και θα περάσει πολύ καλά. -Δεν μπορώ απόψε, της λέει, αύριο αν θες. -Η προσφορά ισχύει μόνο για απόψε, του λέει. Πλησιάζει ο «Δράκος», όπως είναι το κωδικό όνομα του επικεφαλής, και η συζήτηση σταματάει.
Μέσα από διάφορα επεισόδια ο Μάρκοβιτς μας παρουσιάζει τα διάφορα προβλήματα και τις αμφιταλαντεύσεις που αντιμετωπίζουν κάποιοι από τους άνδρες του. Τον ένα τον θέλει η γυναίκα του, γιατί σήμερα είναι η περίοδος ωορρηξίας, και αγωνίζονται να κάνουν παιδί. Δεν μπορεί να φύγει. Αυτή είναι αγριεμένη στην αρχή, έπειτα όμως ημερεύει και αρχίζουν τα φιλιά, ενώ οι συνάδελφοί του μέσα στο όχημα σχολιάζουν ειρωνικά. Ένας άλλος σκέφτεται το κτήμα του, ενώ ένας τρίτος θέλει να παραιτηθεί βλέποντας την άγρια αντιμετώπιση ενός διαδηλωτή. Όμως θα εξαναγκασθεί να γίνει βασιλικότερος του βασιλέως. Ένας θα χαθεί από την ομάδα και θα τη βγάλει σε ένα παγκάκι με μια ηλικιωμένη γυναίκα, κουβεντιάζοντας. 
Όμως ο μεγάλος σκηνοθέτης δεν μένει μόνο στα επεισόδια. Δίνει και ένα μίνι στόρι, που κάνει την ταινία ολότελα τραγική. Μια βιντεοταινία που βρίσκουν στην κάμερα ενός νεαρού που συλλαμβάνουν τον δείχνει να κάνει έρωτα με την κόρη του Δράκου. Ο Δράκος, μόλις το βλέπει, δίνει εντολή και τον σαπίζουν στο ξύλο. Όμως σε λίγο παίρνει τηλεφώνημα από την κόρη του που του λέει να ψάξει για έναν (λέει το όνομά του) γιατί είναι ο φίλος της. Τον βάζει να ορκιστεί ότι θα τον προστατεύσει.
Ο φίλος της είναι εκείνος που ξυλοφορτώνουν. Τον αρπάζει και τον τρέχει ο ίδιος στο νοσοκομείο. Εκεί συναντάει και την κόρη του που τον ψάχνει ανάμεσα στους τραυματίες. Όταν βλέπει να τον υποβαστάζει ο πατέρας της, καταλαβαίνει. Του λέει ότι δεν θέλει να έχει πια καμιά σχέση μαζί του.
Βαρύ κτύπημα για τον πατέρα. Χήρος, την ανάθρεψε με μεγάλη φροντίδα. Τη μετέφερε στα χέρια του όταν ήταν μικρή σε ένα νοσοκομείο, 25 ολόκληρα χιλιόμετρα, για μια επείγουσα επέμβαση.
Δεν αντέχει το κτύπημα, παθαίνει καρδιακή προσβολή. Όμως η κόρη του επιστρέφει. Τον βάζει σε ένα καροτσάκι και τον πηγαίνει για το σπίτι.
Είναι η τελευταία ταινία που βλέπω αυτού του υπέροχου σέρβου σκηνοθέτη. Και, όλο ξεχνάω να το γράψω, δεν υπάρχει γιουγκοσλάβικη ταινία που να μην ακούσω τη λέξη «μπουντάλα». Εμείς τονίζουμε στη λήγουσα. Όπως βέβαια σπάνια να δω αμερικάνικη ταινία και να μην ακούσω τη λέξη asshole.

Falsifikator (Πλαστογράφος, 2013)
 
  Ο «Πλαστογράφος» είναι μια απολαυστική κωμωδία. Η τελευταία του Μάρκοβιτς, αλλά η πρώτη που είδα.
  Η υπόθεση διαδραματίζεται στο τέλος της δεκαετίας του ’60. Ο Andjelko είναι διευθυντής σε ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ένα μικρό βοσνιακό χωριό, την Ντουμπίτσα. Πλαστογραφεί διάφορα έγγραφα, απολυτήρια, πτυχία, κ.λπ, όμως όχι για να βγάλει χρήματα, τα αρνείται πεισματικά, αλλά από καλοσύνη. Χάρη στα πτυχία αυτά πολλοί ξέφυγαν από την ανεργία, όπως δηλώνει.
Όμως τελικά θα την πάθει. Ένας γείτονας καταδίδει τον κτηνίατρο για το πλαστό του πτυχίο γιατί του πήρε τη γυναίκα, παρόλο που και ο ίδιος έχει πλαστό πτυχίο που του το έφτιαξε ο Andjelko. Για να γλιτώσει φεύγει στον Βελιγράδι. Ένας σωρός κόσμος στους οποίους είχε φτιάξει πλαστά πτυχία του συμπαραστέκονται. Κάποτε όμως τον εντοπίζει ένας συμμαθητής του που δουλεύει στην ασφάλεια και καταλήγει στη φυλακή. Εκεί θα γνωρίσει έναν δολοφόνο που ξεκλήρισε μια οικογένεια όταν του άναψαν τα λαμπάκια, ένα μουσουλμάνο που ονειρεύεται να ιδρύσει μια ισλαμική δημοκρατία στη Βοσνία, και έναν νεαρό που ανέλαβε την ευθύνη μιας βομβιστικής ενέργειας που διέπραξε ο αδελφός του, γιατί ως ανήλικος θα γλίτωνε τη θανατική ποινή.
Όμως του τη φυλάγανε. Η δίκη του θα γίνει την ημέρα της ενηλικίωσής του.
Γιατί δεν τον βαράνε οι δεσμοφύλακες ενώ βαράνε τους συγκρατούμενούς του; Μα γιατί και σ’ αυτούς έχει φτιάξει πλαστά πτυχία. Όταν κάποια στιγμή πηγαίνει στον διευθυντή της φυλακής, με έκπληξη βλέπει να κρέμεται στον τοίχο, πίσω από το κάθισμά του, ένα πτυχίο που έφτιαξε ο ίδιος.
Θέλει να καταδικαστεί, διέπραξε μια παρανομία και πρέπει να τιμωρηθεί γι’ αυτό, και όταν ο δικαστής τον αθωώνει, γιατί και εκείνου το πτυχίο ήταν από τα πλαστά που είχε φτιάξει, διαμαρτύρεται έντονα.
Σπαρταριστή κωμωδία, κατά τόπους βέβαια μαύρη, αλλά υπέροχη.
Post a Comment