Book review, movie criticism

Wednesday, February 24, 2016

Nima Javidi, Melbourne




  Θα το ξαναπώ άλλη μια φορά, θεωρώ ότι το σασπένς είναι εκ των ων ουκ άνευ σε μια αφήγηση. Το παρακάτω όμως δεν το έχω ξαναπεί, σίγουρα εδώ και πάρα πολλά χρόνια: η πιο γενική δομή μιας αφήγησης (τη διάβασα στον Τσβετάν Τοντόροφ) είναι κατάσταση ηρεμίας-ανατροπή-αποκατάσταση.
Το σασπένς στη «Μελβούρνη» είναι από τα πιο έντονα που έχω συναντήσει, με εξαίρεση ίσως το «Κλειδί» του Ebrahim Forouzesh (σε σενάριο Κιαροστάμι), με ένα μικρό παιδί και ένα μωρό κλειδωμένα σε ένα σπίτι, με το φαγητό να καίγεται στην κουζίνα γιατί η μητέρα είχε ξεχάσει φεύγοντας να κλείσει το μάτι.
Αλλά να επιστρέψουμε στον Τοντόροφ.
Η ανατροπή (με τις συναφείς προσπάθειες αποκατάστασης) καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Θυμήθηκα όμως τώρα το «Σχετικά με την Έλλη» το Asgar Farhadi, όπου η «κατάσταση ηρεμίας» καταλάμβανε ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος, σε σημείο να προκαλεί σασπένς: δεν μπορεί να κυλίσει έτσι η ταινία, κάτι θα συμβεί. Πότε επί τέλους θα συμβεί, και πόσο συγκλονιστικό θα είναι;
Κάποια στιγμή συνέβη η ανατροπή, ή αλλιώς η διατάραξη της αρχικής κατάστασης ηρεμίας. Και ήταν όντως συγκλονιστική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αφήγηση διακρίνεται από αυτό το σχήμα. Έχω δει ταινίες με επεισόδια που απλά εικονογραφούν μια κατάσταση, συνήθως κοινωνική, με αλληλοδιαδεχόμενα επεισόδια που δεν έχουν πυρηνικό χαρακτήρα, που δεν πυροδοτεί δηλαδή το ένα το άλλο, αλλά δεικτικό. Όμως ένας μεγάλος σκηνοθέτης όπως ο σέρβος Goran Markovic, ανάμεσα σε αυτά τα δεικτικά επεισόδια θα χωρέσει μια μίνι ιστορία στην ταινία του «Kordon».
Στη «Μελβούρνη» η αρχική κατάσταση είναι η εξής: ένα ζευγάρι μαζεύουν τα πράγματά τους. Έχουν ξενοικιάσει το διαμέρισμα, θα πάνε στη Μελβούρνη για σπουδές. Θα λείψουν τρία με τέσσερα χρόνια. Σε λίγες ώρες αναχωρούν με το αεροπλάνο. Καθώς είναι απασχολημένοι με την τακτοποίηση, μια γυναίκα τους παρακαλεί να κρατήσουν το μωρό του διπλανού διαμερίσματος. Είναι baby-sitter και πρέπει να πεταχτεί για λίγο έξω για να αγοράσει φάρμακα.
Η Σάρα παίρνει το μωρό και το ακουμπάει στο κρεβάτι. Κοιμάται. Επιστρέφει στις δουλειές τους.
Και η ανατροπή: κάποια στιγμή, πηγαίνοντας ο σύζυγός της να δει το μωρό, βλέπει ότι είναι νεκρό.
Και το σασπένς κορυφώνεται: πώς θα ξεμπλέξουν από αυτή την ιστορία; Έρχεται η μητέρα του Αμίρ, έρχεται ο πατέρας του μωρού που είναι χωρισμένος με τη γυναίκα του, έρχεται αυτός στον οποίο είχαν πουλήσει την επίπλωση, έρχεται ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος να το ελέγξει, έρχονται διάφοροι, τους οποίους θα πρέπει να διαχειριστούν για να μη πάρουν χαμπάρι.
Η πιο δύσκολη στιγμή τους ήταν όταν το μικρό μιας γυναίκας πήρε χαμπάρι το μωρό. Ο Αμίρ όταν το αντιλαμβάνεται το βουτάει γρήγορα από την κρεβατοκάμαρα και το πηγαίνει στη μητέρα του. Όμως αυτό ουρλιάζει θέλοντας το «νινί» (τα μικρά παιδιά φαίνεται ότι μιλούν μια διεθνή γλώσσα). Του δίνει μια κούκλα, αυτό τίποτα, θέλει το νινί. Είδε κι έπαθε να τους ξεφορτωθεί.
Υπάρχει ένα εφέ απροσδόκητου στην ταινία. Νόμισαν –και μαζί τους κι εμείς- ότι η baby-sitter τους το παρέδωσε νεκρό. Όμως όχι, το διαπιστώνουν αργότερα. Ο άντρας ψάχνει στο διαδίκτυο. Εκεί βρίσκει πληροφορίες για το σύνδρομο του «αιφνίδιου βρεφικού θανάτου». Υπάρχουν διάφορες αιτίες, και κάποιες καταστάσεις που τον κάνουν πιο πιθανό, όπως το κάπνισμα στο δωμάτιο του μωρού, αλλά και το να το αποθέσεις μπρούμυτα.
Έτσι το απόθεσε η Σάρα, για να μην πέσει από το κρεβάτι.
Ο Αμίρ προσπαθεί να την παρηγορήσει. Δεν πεθαίνει κάθε μωρό που το αποθέτουν μπρούμυτα, υπάρχουν αρκετές άλλες αιτίες πιο σοβαρές.
Η «αποκατάσταση» έρχεται στο τέλος της ταινίας: θα το ξεφορτωθούν με τον τρόπο που νόμισαν αρχικά ότι το ξεφορτώθηκε η baby-sitter: θα παρακαλέσουν μια ηλικιωμένη γειτόνισσα στο παραδίπλα διαμέρισμα μέχρι να έλθει η μητέρα του. Στην τελευταία σκηνή τους βλέπουμε μέσα στο ταξί με το οποίο πηγαίνουν στο αεροδρόμιο. Κατηφείς και οι δυο. Σε λίγο βλέπουμε την Σάρα με δάκρυα στα μάτια, ενώ ο Αμίρ κλαίει κανονικά, καλύπτοντας το πρόσωπό του με την παλάμη του.
Post a Comment