Book review, movie criticism

Sunday, February 14, 2016

Μαρία Ζαβιανέλη, Θαλασσινοί κήποι



Μαρία Ζαβιανέλη, Θαλασσινοί κήποι, Χανιά 2016, Ραδάμανθυς, σελ. 58 

 Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Μαρίας Ζαβιανέλη "Οι θαλασσινοί κήποι" στον Πολυχώρο Αίτιον (Τζιραίων 8-10, Μακρυγιάννη) στις13 Φεβρουαρίου 2016.

  Μετά τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Κόκκινο του αιματίτη» της Μαρίας Ζαβιανέλη που παρουσιάσαμε πριν τρία χρόνια, σειρά έχει σήμερα η ποιητική συλλογή «Θαλασσινοί κήποι».
  Μπορούμε να ξεκινήσουμε ανορθόδοξα, λέγοντας ότι όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι θαυμάσια. Και δεν τα βρήκαμε μόνο εμείς θαυμάσια αλλά και τα μέλη επιτροπών ποιητικών διαγωνισμών που τα βράβευσαν. Σίγουρα δεν υποβλήθηκαν όλα, αλλά σε ένα κατάλογο που προτάσσεται της συλλογής βλέπουμε ότι έχουν βραβευθεί 24 ποιήματα, αριθμός τεράστιος.
  Η συλλογή χωρίζεται σε έξι ενότητες. Εγώ θα τη χώριζα σε πέντε: ποιήματα ταξιδιωτικά, ποιήματα για την πατρίδα, ποιήματα για τη σύγχρονη πραγματικότητα, ποιήματα για πρόσωπα και ποιήματα ερωτικά.
  Αυτός που έχει ξεχωρίσει ως συγγραφέας ταξιδιωτικών έργων είναι ο συμπατριώτης της Μαρίας, και συμπατριώτης μου, Νίκος Καζαντζάκης. Αλλά, όπως έχω γράψει και αλλού, το βίντεο έχει «κλέψει» το ψωμί των συγγραφέων που γράφουν ταξιδιωτικά. Άλλο να διαβάζεις για μια χώρα, για μια πόλη, και άλλο να τη βλέπεις πραγματικά στο γυαλί της τηλεόρασης, ακούγοντας και τα συνοδευτικά σχόλια. Έτσι το «ταξίδι» αποτελεί το πρόσχημα για ένα συγγραφέα όπως ο Γιώργος Βέης για να μιλήσει «ποιητικά» για τις χώρες στις οποίες έχει ταξιδέψει. Το «ποιητικά» το βάζω σε παρένθεση, γιατί ο λόγος του είναι πεζόμορφος, έχοντας όμως όλα τα χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου. Έτσι αυτό που θα προσλάβει ο αναγνώστης δεν είναι τόσο το πληροφοριακό υλικό, όσο την απόλαυση του ποιητικού του ύφους. Σημειωτέον ότι ο Γιώργος Βέης, που η επαγγελματική του ιδιότητα είναι πρέσβης και αυτή τη στιγμή είναι τοποθετημένος στην Ουνέσκο στο Παρίσι, είναι ποιητής.
  Η Ζαβιανέλη, πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα από το Βέη, κάνει καθαρή ποίηση, μιλάει για μέρη που επισκέφτηκε όχι με ένα «ποιητικό» πεζό λόγο αλλά καθαρά ποιητικά, με ποιήματα. Τέτοια είναι τα ποιήματα «Βόσπορος» και «Άνασσα Πόλη».
  Στην Κωνσταντινούπολη επιστρέφει και με ένα από τα τελευταία ποιήματα της συλλογής, το «Ό,τι έμεινε».
  Αλλά η Ζαβιανέλη δεν ταξιδεύει μόνο στις χαμένες πατρίδες. Με το «Ημερολόγιο γέφυρας» μας πηγαίνει στην Άπω Ανατολή. Όμως δεν μας μιλάει γι’ αυτήν αλλά, θυμίζοντας τον Καββαδία, μας μεταδίδει τη νοσταλγία για κάποια αθάνατη αγαπημένη.
  «Αφήσαμε τη Γιοκοχάμα, τραβήξαμε για Philip Strait.
Η μοναξιά πάνω στο κύμα με τη σιωπή μου συνυπάρχουν
στυφό τσιγάρο τώρα ανάβω, μέσα στις σκέψεις ταξιδεύω
γλαρόνι είναι η ψυχή μου θαλασσοπούλι που αρμενίζει
ανέμελα στο φως της μέρας!
Μάτωσε η δύση, μελάνι η νύχτα, μα εγώ νοστάλγησα εσένα
απάνεμο λιμάνι είσαι μα έχω πικρό καιρό στην πλώρη
κυματισμό που ήρθε απ’ τα βόρεια, για να με κάνει
να σε θέλω και με άγριο πόθο να ξυπνάω, να μάχομαι,
ν’ αντρειεύω σαν τον κουρσάρο που ορμά δίχως
να νοιάζεται αν χάσει δίχως να τρέμει αν θα σβήσει!
Τώρα σκυφτός πάνω στο χάρτη μια άλλη σκάντζα ετοιμάζω
μια μέρα έμεινε ακόμα, για το επόμενο λιμάνι
διψούν τα χέρια μου και τρέμουν, γιατί γυρεύουν τη δροσιά σου
μα εσύ δεν είσαι μια σταγόνα, πίδακας, χείμαρρος, ποτάμι
κυλάς μέσα στην ύπαρξη μου, πνίγομαι αλλά ανασταίνω,
όρθιος στέκω στο  κατάρτι, θαλασσομάχος καπετάνιος!
Φούντο τη δεξιά. Το πέντε στο νερό και αγάντα…
Στο καπνιστήριο, στη βαρδιόλα, στη γέφυρα σε αντικρύζω
μάχομαι τώρα  με το χρόνο, γέρνω τους ώμους, μα παλεύω!
Θολός ορίζοντας ομίχλη, νότια κινούμαι απ’ τη Φορμόζα.
Φώτα πορείας τώρα ανάβω μες στη θαλασσινή αντάρα,
ήλιος καυτός είναι η μορφή σου, γδέρνει την σάρκα μου ο νόστος
μα η αλμύρα δεν τη γένει…» (σελ. 31).
  Στα ποιήματα για την πατρίδα θα ξεχωρίσουμε το «Εδώ είναι ο τόπος μου».
  «Γωνιά αγαπημένη με αρχαία θραύσματα και βυζαντινά ξωκλήσια.
Θαύματα και μονοπάτια!
Βαθιά απλωμένες οι ρίζες μας
οσμίζονται και χαϊδεύουν το αίμα των προγόνων… (σελ. 14).
  Και βέβαια είναι και το «Για το νησί μου», αφιερωμένο στην Κύπρο.
  Σε κάποιο άλλο ποίημα βρήκαμε μια θαυμάσια μεταφορά για την Κρήτη:
  «Περήφανο πλεούμενο μ’ ανοιχτά πανιά
σε μια μπλάβη θάλασσα ταξιδεύει».
  Στο «Μυρωμένο χώμα» η Μαρία μιλάει για την πιο ιδιαίτερη πατρίδα της, τα Χανιά.
  Στην «Ομορφιά που χάνεται» διαβάζουμε:
«Μέσα στου κάστρου την αγκάλη
το πέλαγος αγναντεύει νωχελικά
λουσμένη μέσα στο χρυσό γέλιο της μέρας.
Είκοσι ερωτικοί Μάηδες περάσανε
μέσα στο λακκάκι του λαιμού της
αναστενάξανε από πόθο,
και ένα σημάδι της χαράξανε για να θυμάται
πάντα αυτό το πάθος …
Μα και ο Ζέφυρος στα λυτά μαύρα της μαλλιά χόρεψε,
έρωτας έγινε που με ένα σερμπέτι - φιλί την έρανε!
Δεν έμαθα το όνομα της
ίσως να την έλεγαν Μαρία, Ιόλη ή Λυδία».
  Μήπως την έλεγαν Μαρίνα;   
  «Είχε στο στόμα της γεύση μελιού», λέει η Ζαβιανέλη
  «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη», λέει ο Ελύτης στη «Μαρίνα των βράχων», ποίημα που μου ήλθε αυθόρμητα στο νου διαβάζοντας το ποίημα της Ζαβιανέλη, παρά το τριτοπρόσωπο και τον παρελθοντικό χρόνο που χρησιμοποιεί εκείνη στο δικό της ποίημα, για να συνειδητοποιήσω ταυτόχρονα ότι ο λυρισμός της φύσης που διακρίνει τα ποιήματά της βαίνει παράλληλος με αυτόν του Ελύτη.
  Όμως να συνεχίσουμε με το ποίημα.
  «Μα θαρρώ πως την είδα ξανά καθώς
μέσα στα στενά της πόλης…
Αμέριμνη βάδιζε και ο ουρανός
την μορφή της καθρέφτιζε παντού,
με εκείνο το φλογάτο γαλαζωπό του χρώμα.
Είχε στο στόμα της γεύση μελιού
από την ιερή γη της Αττικής
κι εκεί στην άκρη της γλώσσας της
άρωμα μελωμένου ροδάκινου
από την καρπερή γη της Μακεδονίας,
φλογερός κρόκος πολύτιμο χρυσάφι
από τις αμμούδες της Κεφαλονιάς τα μαλλιά της,
μέσα τους χορεύανε
τα πλοκάμια του ήλιου της Βεργίνας.
Κι εγώ που περιπλανιέμαι
μέσα στην τόση ασχήμια της ζωής
βλάσφημος γίνομαι και λέω πως τίποτα πια δεν υπάρχει.
Πως έσβησε η ομορφιά, σε άλλους τόπους πήγε.
Μα εκείνη πότε σαν αγριοτριανταφυλλιά
στην Ελληνική γη ανθίζει,
άλλοτε πάλι σαν άγγελος
χορευτής μέσα σε λευκό ξωκλήσι των Κυκλάδων,
άσπιλος και ανέμελος φτερουγίζει!
Όχι!
Δεν πρόδωσε τον τόπο μας μα είναι καλά κρυμμένη.
Αθώα να έχεις τη ψυχή,
καθάρια και άχραντη ματιά σαν θα την αντικρίσεις! (σελ. 25)
  Ανάμεσα στα πρόσωπα για τα οποία η Ζαβιανέλη έχει συνθέσει ποιήματα ξεχωρίζει η μορφή του Αλέξανδρου, εκείνου του μεγάλου, στο ποίημα «Ωραίος σαν έλληνας».
Όμως το πιο συγκινητικό είναι για τη «Μάνα».
  Ανάμεσα στα ποιήματα που έχει γράψει για τα σύγχρονα προβλήματα διαβάζουμε το «Με φωνάζουν Μίλαν» και έχει θέμα τον ρατσισμό.
  «Με φωνάζουν Μίλαν.
Είμαι λευκός.
Με λένε Χαλίλ.
Είμαι μελαχρινός.
Τα πρωινά ορμάει ο ήλιος  από το παράθυρο μου.
Φεγγοβόλος φίλος κι αδερφός.
Λιώνει σαν μέλι πάνω στο παιδικό κρεβάτι μου.
Με φωνάζουν Χαλίλ.
Είμαι μελαχρινός.
Τα βράδια προσευχή και ύμνο
έχω καυτά πάνω στα χείλια!
Βλήματα θανάτου ραίνουν με αίμα τη ζωή μου!
Σελήνη-ειρήνης φώτισε και τη δική μου γειτονιά μου
να ’ναι γαλήνιες οι νυχτιές
να μη μυρίζει αίμα και φόβο ο αγέρας.
Κάθε πρωί τριαντάφυλλα δαμασκηνά
ν’ ανθίζουν στο μπαλκόνι μας
και κάθε βράδυ αστέρια
ν’ ακουμπώ στα μαλλιά της μάνας μου» (σελ. 41).
  Το «Aisha ή Zahra» μας περιορίζει γεωγραφικά στην Παλαιστίνη.
  Το «Σάββατο απόγευμα» είναι αφιερωμένο σε όλους τους άστεγους του κόσμου.
  Το «Εις τον τύπο των ήλων» είναι γραμμένο σε ιαμβικό εννεασύλλαβο στίχο, το στίχο που χρησιμοποίησε ο Σεφέρης στον «Γυρισμό του ξενιτεμένου» τον οποίο μελοποίησε ο Μαρκόπουλος, και αποτελεί ένα από τα καλύτερα τραγούδια του. Το ποίημα της Ζαβιανέλη θα μπορούσαμε να τον τραγουδήσουμε με τη μουσική του Μαρκόπουλου.
 «Στο μελιχρό φως του Οκτώβρη
σταθήκανε κι οι δυο αντίκρυ.
Τέσσερα χρόνια χωρισμένοι
σε ξένες αγκαλιές χαμένοι... (μέχρι εδώ το τραγούδησα, και συνέχισα με απαγγελία).
Πρώτα αντίκρισε τη λύπη
μέσα στα πράσινα της μάτια
και ύστερα έστρεψε το βλέμμα
πάνω στην πορφυρή πληγή της.
Που σαν αστέρι μυροβόλο
έλαμπε πάνω στο λαιμό της.
Μα εκείνος πια τι να πιστέψει
ο ψεύτης πάντα αμφιβάλλει
έσκυψε κι έβαλε το χέρι
στο άλικο αίμα της πληγής.
Ποτάμι κόκκινο φλογάτο
κύλισε με ορμή περίσσια 
και στην ματιά της μέσα είδε
άδολη αγάπη και αλήθεια...» (σελ. 49)
  Το «Η ερωτευμένη θάλασσα» είναι και αυτό σε ιαμβικό εννεασύλλαβο στίχο. Και σε άλλα ποιήματα θα συναντήσουμε, αν και όχι αμιγώς, τον ιαμβικό εννεασύλλαβο. Και βέβαια θα συναντήσουμε πολλούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, όπως στο ποίημα «Ο πρώτος στίχος» και στο «Μέρες ξανθές».
  Στην ενότητα που η Ζαβιανέλη τιτλοφορεί «Κοράλλια» βρίσκονται τα «Ερωτικά», με ένδειξη Ι, ΙΙ και ΙΙΙ.  Και φυσικά υπάρχουν και άλλα ερωτικά, όπως το «Μνήμες θέρους».
  «Μια φεγγοβόλα καλοκαιριά ήταν εκείνη που τις μέρες της αγάπης μας
ράντισε σταγόνα-σταγόνα με την ανεμελιά και την γαλήνη της» (σελ. 12).
  Ξεκίνησα ανορθόδοξα και θα κλείσω κυκλικά, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπα στην αρχή: όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι θαυμάσια.
  (σημείωση: τα περισσότερα από τα ποιήματα στα οποία αναφερθήκαμε απαγγέλθηκαν από την Μαρία, τη Γιώτα και την Ναταλί).
Post a Comment