Book review, movie criticism

Wednesday, February 3, 2016

Henry Fielding, Tom Jones



Henry Fielding, Tom Jones (μετ. Έφη Καλλιφατίδη), Gutenberg 1993, 1ος τόμος σελ. 624, 2ος τόμος σελ. 609

Το καλοκαίρι που μας πέρασε διαβάσαμε τον «Tristram Shandy» του Laurence Sterne (1713-1766). Διαβάζοντας τον «Tom Jones» παρατηρήσαμε αρκετές ομοιότητες, τόσο ανάμεσα στα δυο έργα όσο και ανάμεσα στους συγγραφείς.
Κατ’ αρχάς, ανάμεσα στους συγγραφείς: είναι σύγχρονοι. Ο Henry Fielding (1707-1754) γεννήθηκε λίγο πριν και πέθανε επίσης λίγο πριν από τον Στερν, ο οποίος όμως πέθανε στα πενήντα τρία του χρόνια ενώ ο Φίλντινγκ στα σαράντα επτά του.
Στη βιβλιοκριτική μου για τον «Τρίστραμ Σάντυ» ξεκινάω ως εξής:
«Ας ξεκινήσουμε ανορθόδοξα, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από την εισαγωγή, την οποία υπογράφει η μεταφράστρια Έφη Καλλιφατίδη: «Τι μένει; Το γέλιο. Η χαρά της ζωής. Ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο, ο Sterne ανακηρύσσει το γέλιο πανάκεια απέναντι σ’ όλες τις συμφορές της ζωής».
Το ίδιο θα μπορούσε να γραφεί και για τον «Τομ Τζόουνς» τον οποίο ο Φίλντινγκ χαρακτηρίζει ως «μυθιστόρημα κωμικού είδους» (2ος τόμος, σελ. 280).
Και τα δυο έργα δέχτηκαν τα πυρά ενός κορυφαίου κριτικού της εποχής, του Σάμιουελ Τζόνσον.
Προφανώς δεν ήταν μόνο ο Τζόνσον που κατέκρινε τα έργα τους, όμως ο Τζόνσον ήταν ο κορυφαίος της εποχής και γι’ αυτό, ως πιο γνωστός, αναφέρεται. Σίγουρα και αρκετοί άλλοι κριτικοί θα απέρριψαν τα δυο έργα, γι’ αυτό και, υποθέτω, καταφέρονται άγρια ενάντια στους κριτικούς.
Μεγάλη η κουβέντα για την κριτική. Δεν είναι μόνο το «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα» που οδήγησε μεγάλους κριτικούς να απορρίψουν αριστουργήματα, είναι και η αμφισβητούμενη πολλές φορές αμεροληψία τους.
Υπάρχουν σεμινάρια δημιουργικής γραφής, στα οποία εκπαιδεύονται επίδοξοι συγγραφείς. Θα μπορούσαν να υπάρξουν και σεμινάρια δημιουργικής κριτικής, όπου ένα από τα μαθήματα θα ήταν, κατά το πρότυπο της αρχαίας ρητορικής, οι μαθητές να επαινούν και να κατακρίνουν διαδοχικά το ίδιο έργο.
Και οι δυο συγγραφείς σατιρίζουν τα της εποχής τους. Επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας ο Φίλντινγκ το πλήρωσε όταν σατίρισε τον sir Robert Walpole και την κυβέρνησή του, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα ένα νόμο περί λογοκρισίας των θεατρικών έργων, βάζοντας έτσι τέλος στην καριέρα του ως θεατρικού συγγραφέα και θεατρώνη. Ξεχωριστή σάτιρα επιφυλάσσει στη θρησκεία και τη φιλοσοφία, στο πρόσωπο των δασκάλων του Τζόουνς, που παρά τις διαφωνίες τους εκπέμπουν στο ίδιο μήκος κύματος.  
Ο «Τομ Τζόουνς» έχει θεατρική σύλληψη. Ίσως να τον συνέλαβε πραγματικά ο Φίλντινγκ ως θεατρικό έργο, πριν ο νόμος περί λογοκρισίας τον αναγκάσει να τον γράψει ως μυθιστόρημα.
Ο έρωτας βέβαια είναι κυρίαρχος, με το μοτίβο του Σταχτοπούτου. Η Σοφία είναι πάμπλουτη, όμως ο Τομ δεν μπορεί να ελπίζει. Είναι έκθετος και τον ανέθρεψε ο καλός κύριος Ολγουόρθι. Και, όπως και στον «Ερωτόκριτο», ο πατέρας ούτε να ακούσει για τον Τζόουνς, και την πιέζει να παντρευτεί τον Μπλάιφιλ, τον πλούσιο ανιψιό του Ολγουόρθι.
Και μια και αναφερθήκαμε στον «Ερωτόκριτο», οι εκτενείς παρομοιώσεις που συναντάμε κατά καιρούς μού τον έφεραν στη μνήμη, όπως π.χ.
«Όπως η όμορφη γάτα….. (μετά από έντεκα γραμμές) ίδια ακριβώς ήταν και η μανία της κυρίας Πάρτριτζ όταν όρμησε στο φτωχό παιδαγωγό» (σελ. 79).
Η ομοιότητα όμως με τον «Ερωτόκριτο» φτάνει μέχρι εδώ. Ο Τομ δεν κερδίζει την αγαπημένη του σώζοντας ένα βασίλειο παρά όταν αποκαλύπτεται ότι ο Μπλάιφιλ, ο πλούσιος ανιψιός, είναι παλιοχαρακτήρας και είχε συκοφαντήσει τον Τομ, και προπαντός όταν μαθαίνουμε ότι απέκρυψε την πληροφορία ότι ο Τομ είναι ετεροθαλής αδελφός του. Επίσης με την ιστορία του ο Φίλντινγκ καταφέρεται ενάντια της πρακτικής να παντρεύουν οι γονείς τα παιδιά τους με άτομα της αρεσκείας τους, πράγμα που συνηθίζεται και σήμερα, όπως και το να απορρίπτουν τα υποψήφια ταίρια τους όταν είναι «παρακατιανά», πράγμα ακόμη πιο συνηθισμένο.
Ο Φίλντινγκ προσωπογραφεί τέλεια τους ήρωές του. Όμως βλέπει με την αριστοκρατική ματιά του κωμωδιογράφου της εποχής τον απλό λαό, και οι πιο σπαρταριστές σελίδες στο έργο είναι εκείνες όπου εμπλέκονται απλοϊκοί τύποι, και προπαντός οι υπηρέτες και οι υπηρέτριες. Τους χωρίζει εξάλλου ένας αιώνας από τον Φίγκαρο που, αν και ισπανός, στην ουσία είναι γάλλος, θρεμμένος με τα νάματα του Διαφωτισμού.
Υπάρχουν άφθονες λατινικές φράσεις στο έργο, αλλά και αποσπάσματα από τους κορυφαίους κλασικούς συγγραφείς της αρχαιότητας, κυρίως Βιργίλιο και Οβίδιο, αλλά και από σύγχρονους.
Και μια καινοτομία στο μυθιστόρημα, που πολύ μου άρεσε. Όλα τα «βιβλία» του, 18 τον αριθμό, ξεκινάνε με ένα κεφάλαιο δοκιμιακό ή ωσεί-δοκιμιακό. Το πρώτο κεφάλαιο του 5ου βιβλίου είναι ένας λίβελος εναντίον των κριτικών.
Τέλος απευθύνεται συχνά πυκνά στον αναγνώστη αιτιολογώντας τις επιλογές της αφήγησής του, και κυρίως για τα επεισόδια που αφηγείται περιληπτικά. Αυτό βέβαια δίνει ένα εφέ οικειότητας και αμεσότητας, καθώς μάλιστα πρόκειται για μια αφήγηση εξωδιηγητική και ετεροδιηγητική, με την μηδενική εστίαση του τριτοπρόσωπου αφηγητή.  
Και μια κριτική παρατήρηση: ο Φίλντινγκ μέσα στο έργο του λέει ότι οι άνθρωποι δεν
είναι απόλυτα κακοί ούτε απόλυτα καλοί. Και πραγματικά βλέπουμε ανθρώπους με καλοσύνη αλλά και αδυναμίες μέσα στο έργο, με πρώτο και καλύτερο τον γαιοκτήμονα Γουέστερν, τον πατέρα της Σοφίας. Όμως υπάρχουν δυο χαρακτήρες απόλυτα κακοί. Αυτοί είναι ο Μπλάιφιλ και η Λαίδη Μπέλαστον, μια τεκνατζού, που έπλεξε μια ολόκληρη πλεκτάνη για τον Τζόουνς επειδή έδειξε να προτιμάει τη Σοφία του. Ο φουκαράς ο Τζόουνς, άφραγκος, λύγισε και έκανε για λίγο τον ζιγκολό.
 Και θα κλείσουμε με κάποια χιουμοριστικά αποσπάσματα.
«Έτσι εξηγούνται οι ποταμοί δακρύων που μερικές φορές κυλούν απ’ τα μάτια της χήρας πάνω απ’ τις στάχτες ενός συζύγου που μαζί του έζησε μια ζωή συνεχών καυγάδων και προστριβών και τον οποίο δεν μπορεί πια να ελπίζει ότι θα βασανίσει κι άλλο» (σελ. 100).
«Μα η αλήθεια είναι ότι οι επιστήθιοι φίλοι και οι οικείοι έχουν μια φυσική ροπή προς ορισμένα θηλυκά της οικογενείας ενός φίλου, δηλαδή προς τη γιαγιά, τη μητέρα, την αδελφή, την κόρη, τη θεία, την ανιψιά και την ξαδέλφη του – όταν είναι πλούσιες· και προς τη γυναίκα, την αδελφή, την κόρη, την ανιψιά, την ξαδέλφη, την ερωμένη ή την καμαριέρα του – όταν είναι όμορφες» (σελ. 137).
«…το τεράστιο χάσμα που η Καταγωγή ανοίγει ανάμεσα σ’ αυτούς που πρέπει και σ’ αυτούς που δεν πρέπει να τιμωρηθούν για τα σφάλματά τους» (σελ. 204).
«…γιατί το κοινό (αν υποθέσουμε ότι ταξιδεύει δωρεάν, σαν τους εκλογείς)…» (σελ. 227).
Περασμένα μεγαλεία για μας εδώ.
«…θα μπορούσε να εισπράξει την απάντηση που έδωσε πριν από πολλά χρόνια κάποιος Κλεόστρατος σ’ έναν ανόητο που τον ρώτησε αν δεν ντρεπόταν να ’ναι μεθυσμένος. –Κι εσύ, του είπε ο Κλεόστρατος, δεν ντρέπεσαι να συμβουλεύεις ένα μεθυσμένο;» (σελ. 288).
Το έχω ξαναγράψει, τύφλα να ’χουν οι ατάκες των επωνύμων μπροστά σε κάποιες των ανωνύμων, τύφλα να ’χει το επώνυμο τραγούδι μπροστά στο δημοτικό (έκανα καλαμπούρι πάνω σ’ αυτό στη γιορτή του Αντώνη), τύφλα να ’χουν και οι πιο εξαίρετοι στίχοι εξαίρετων ποιητών μπροστά σε μαντινάδες-διαμάντια, και τύφλα να ’χουν τα πιο χιουμοριστικά κομμάτια κωμωδιογράφων μπροστά σε κάποια σπαρταριστά ανέκδοτα.
Είναι ανώνυμου, αλλά το διέσωσε επώνυμος: ο Καζαντζάκης, στον «Καπετάν Μιχάλη».
-Βρε συ, δεν βαρέθηκες όλο να πίνεις, όλο να πίνεις, όλο να πίνεις…
Για να εισπράξει την απάντηση:
-Κι εσύ δεν βαρέθηκες όλο να μην πίνεις, όλο να μην πίνεις, όλο να μην πίνεις…
Μπορείτε να κάνετε τη σύγκριση.
«Μα νομίζω ότι κανένας άνθρωπος δε μπορεί να συμμετάσχει σ’ ευγενέστερο αγώνα απ’ αυτόν της θρησκείας και, απ’ τη λίγη Ιστορία που έτυχε να διαβάσω, ότι ποτέ στρατιώτες δεν πολέμησαν τόσο γενναία όσο αυτοί που εμπνέονται από θρησκευτικό ζήλο» (σελ. 437).
Στην εποχή μας δεν χρειάζεται να ξέρει κανείς ιστορία για να το διαπιστώσει, αρκεί να παρακολουθεί πότε πότε τις ειδήσεις. Θα ακούσει πολλά για την ISIS. Εδώ βέβαια ο θρησκευτικός ζήλος των μαχητών της ενισχύεται και από τις 72 παρθένες που τους περιμένουν στον ουρανό να τις πηδήξουν.
«Και για ποια υπόθεση διακινδυνεύω τη ζωή μου; Για την υπόθεση της τιμής μου. Και ποιο είναι αυτό το ανθρώπινο πλάσμα; Ένας αχρείος που με πρόσβαλε και με πλήγωσε, χωρίς να τον προκαλέσω. Μα η εκδίκηση δεν απαγορεύεται απ’ τον Ουρανό; Ναι, μα επιβάλλεται απ’ τον κόσμο. Θα υπακούσω λοιπόν στον κόσμο, παρά τις ρητές εντολές τ’ Ουρανού; Θα προτιμήσω να επισύρω τη Θεία δυσαρέσκεια, παρά να χαρακτηρισθώ – χα – δειλός και άναντρος;» (σελ. 455-456).
Πολλά χιουμοριστικά αποσπάσματα αναφέρονται στις αμφιταλαντεύσεις των ηρώων και τα επιχειρήματα που τους έρχονται στο μυαλό για τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενέργειας.
Τα κεφάλαια, στα οποία υπάρχει αρίθμηση όπως και στα «βιβλία», έχουν εκτενή τίτλο που διευκρινίζει το περιεχόμενο. Έτσι για παράδειγμα το 4ο κεφάλαιο του 8ου βιβλίου έχει τον παρακάτω τίτλο: «Όπου γνωρίζουμε έναν από τους πιο ευχάριστους μπαρμπέρηδες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία, μηδέ εξαιρουμένων του Μπαρμπέρη της Βαγδάτης ή του άλλου, στο Δον Κιχώτη» (σελ. 485).
Αναφερθήκαμε στον Φίγκαρο πιο πάνω, γνωστό και ως «Κουρέα της Σεβίλλης», πολύ πιο διάσημο από τους προηγούμενους αφού μάθαμε και για τους γάμους του, που όμως γεννήθηκε έναν αιώνα μετά. 
Και μια λατινική ατάκα που είπε ο μπαρμπέρης του εν λόγω κεφαλαίου: non omnia possunt omnes (σελ 486).
Η αντίστοιχη ελληνική είναι καλύτερη: Ου παντός πλειν ες Κόρινθον. Την προέλευσή της μας την είπε στο φιλολογικό του καφενείο ο Ιάσων Ευαγγέλου:
Δεν θυμάμαι ποιο ήταν το όνομα του Αθηναίου που κατά προτροπήν ενός φίλου του, που ούτε και αυτού θυμάμαι το όνομα, ξεκίνησε για την Κόρινθο να επισκεφθεί την διάσημη εταίρα της εποχής Λαΐδα. Χρέωνε όμως ακριβά και έτσι, αφού το ξανασκέφτηκε, αν και είχε διανύσει ήδη αρκετό δρόμο, γύρισε πίσω. Φυσικά είπε το λόγο στο φίλο του. Και αυτός του απάντησε με αυτή την περίφημη ατάκα «Ου παντός πλειν ες Κόρινθον», ατάκα που επαναλάμβανε συχνά ο καλός συνάδελφος Βαγγέλης Μαραγκουδάκης, όταν ήμασταν νεοδιορισμένοι, στην Κάσο (το «καλός» δεν το γράφω μόνο κατά μίμηση του Φίλντινγκ, που έτσι αναφέρεται πάντα στον Ολγουόρθι, αλλά γιατί ήταν πράγματι καλός, με φοβερή αίσθηση του χιούμορ, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται)· μεταφορική ατάκα, που το νόημά της είναι περίπου το λατινικό: Δεν τα μπορούν όλα όλοι.
«Οι σκιές που έριχναν τα ψηλά βουνά είχαν αρχίσει να μακραίνουν πια. Τα φτερωτά πλάσματα είχαν κουρνιάσει να ξεκουραστούν. Την ώρα αυτή η ανώτερη τάξη των θνητών καθόταν για δείπνο και η κατώτερη για φαΐ. Με λίγα λόγια, το ρολόι κτυπούσε πέντε, καθώς ο κύριος Τζόουνς αποχαιρετούσε το Γκλόστερ» (σελ. 513-514).
Στο παρακάτω είναι πιο σύντομος:
«Άνοιγε η Ηώς τα παράθυρά της – και στα καθ’ ημάς είχε αρχίζει να χαράζει» (σελ. 582).
Συναντούμε συχνά τέτοιες «ποιητικές» παρωδίες στο έργο.
«-Ποιος ξέρει, Πάρτριτζ, ίσως το πιο όμορφο πλάσμα της οικουμένης να ’χει τα μάτια του τώρα στυλωμένα πάνω στο ίδιο φεγγάρι που κοιτάω κι εγώ!
-Πολύ πιθανόν κύριε, απάντησε ο Πάρτριτζ, αμ’ αν τα δικά μου ήταν στυλωμένα πάνω σ’ ένα καλό κοψίδι βοδινό, ο διάβολος ας έπαιρνε και τη σελήνη και τα κέρατά της μαζί» (σελ. 516).
Συχνά το ζευγάρι Τζόουνς-Πάρτριτζ μας φέρνει στο μυαλό το ζευγάρι Δον Κιχώτης-Σάντσο Πάντσα. Ο Φίλντινγκ αναφέρεται συχνά στο έργο αυτό του Θερβάντες, θεωρώντας το από τα κορυφαία.
«…σε μια τέχνη που απαιτεί τόσο φλέγμα, όσο και η πιο αυστηρή φιλοσοφική σχολή» (σελ. 552).
Ποια είναι αυτή η τέχνη;
Του χαρτοκλέφτη.
 «…το να πούμε ότι ανακαλύψαμε την πραγματική ουσία δύο πραγμάτων χωρίς να διακρίνουμε τις διαφορές τους, μου φαίνεται αδιανόητο» (σελ. 578).
Γι’ αυτό κι εγώ προσπαθώ να κάνω πάντα συγκριτολογικές προσεγγίσεις.
«Στη διάρκεια αυτής της σύντομης συνομιλίας έκρυβε όσο καλύτερα μπορούσε τα λευκά της στήθη με τα μπράτσα της, αλλά ο Τζόουνς δεν μπόρεσε να μη ρίξει μια-δυο κλεφτές ματιές, μόλο που κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να μην την προσβάλει» (σελ. 588).
Κάτι τέτοια διάβασε στον «Τομ Τζόουνς» ο Σάμιουελ Τζόνσον και το χαρακτήρισε ως το «πιο διεφθαρμένο έργο» που ήξερε (στην πρώτη σελίδα της εισαγωγής).
«Και, σε παρακαλώ κύριε, λέει ο λοχίας, χωρίς να θέλω να σε προσβάλω, τι σόι άνθρωπος είναι ο διάβολος; Γιατί άκουσα μερικούς απ’ τους αξιωματικούς μας να λένε ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα κι ότι όλα τα σκαρφίστηκε το παπαδαριό για να μας φαλίρει· αφού, αν μαθευόταν πως δεν υπάρχει διάβολος, οι παπάδες θα ήταν όσο άχρηστοι είμαστε κι εμείς σε καιρό ειρήνης» (σελ. 610).
Σίγουρα διάβολος υπάρχει, αφού συχνά λέμε «να με πάρει ο διάβολος αν…» ή «Άμε στο διάβολο», κ.λπ. κ.λπ.
«Ποτέ η κακία δεν είχε, πιστεύω, πιο δουλοπρεπή σκλάβο· ποτέ η κοινωνία δεν γέννησε ένα πιο σιχαμερό παράσιτο· ούτε ο διάβολος θα ’χει επισκέπτη αντάξιό του ή πιο ευπρόσδεκτο από το συκοφάντη» (2ος τόμος, σελ. 60. Οι παραπομπές σε σελίδες στο εξής θα αναφέρονται στον 2ο τόμο).
Αυτός είναι ο «συκοφάντης βιβλίων», μας λέγει λίγο πιο κάτω. Και ακόμη πιο κάτω: «μπορούμε, πιστεύω, να υποψιαστούμε δικαιολογημένα ότι ο σκυθρωπός και γκρινιάρης κριτικός είναι κακός άνθρωπος» (σελ. 62-63). Αλλά για τους κριτικούς, όπως έγραψα πιο πάνω, αφιερώνει μια ολόκληρη εισαγωγή σε ένα «βιβλίο».
«διότι μπορεί να ήταν δικηγόρος, αλλά δεν είχε χάσει και την ανθρωπιά του» (σελ. 176).
Είπαμε, ο Φίλντινγκ σατιρίζει ανελέητα. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπως ο φίλος μου ο Θόδωρας, που ενδέχεται να διαβάσει αυτές τις γραμμές.
Στους γύφτους αναφέρεται σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο, καθόλου απαξιωτικά. Το κεφάλαιο καταλήγει: «Γιατί θα πρέπει ν’ αναλογιστούμε την ουσιαστική διαφορά τους απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους – και στην οποία ίσως οφείλεται αποκλειστικά η ευτυχία τους: δηλαδή ότι δεν υπάρχει πλαστή τιμή ανάμεσά τους· και ότι θεωρούν τη ντροπή ως την πιο σοβαρή τιμωρία του κόσμου» (σελ. 194).
Και θυμήθηκα το υπέροχο βιβλίο του E. R. Dodds, «Οι έλληνες και το παράλογο», στο οποίο αναφέρεται στους πολιτισμούς ντροπής και τους πολιτισμούς ενοχής. Ο δικός μας είναι πολιτισμός ενοχής.
Παραθέτουμε και μιαν ατάκα του βασιλιά τους. «Μποια είναι η ντιαφορά ανάμισά σας. Οι ντικοί μου κλέβουνε τους ντικούς σας, ενώ ντικοί σας κλέβονται αναμιταγκσύ τους» (σελ. 191).
«Θυμάμαι ένα σοφό γέρο κύριο που έλεγε, -Όταν τα παιδιά δεν ακούγονται, κάτι κακό μαγειρεύουν» (σελ. 337).
Αυτό στη δική μου εποχή. Στη σημερινή εποχή, απλά είναι προσηλωμένα στην οθόνη του  υπολογιστή.
«Αν ένας γάμος φτιάχνεται στον ουρανό, όλοι οι ειρηνοδίκες της γης δεν μπορούν να τον διαλύσουν» (σελ. 369).
Το πρωτοσυνάντησα σε στίχο ενός φίλου ποιητή, μετά άλλου ποιητή, του Τάσου Λειβαδίτη, μετά (απόσπασμα από κριτική μου για τα έργα του Σοκούρωφ), «Στο έργο ακούσαμε και την παρακάτω ατάκα: «Όταν δύο άτομα είναι ερωτευμένοι, ο γάμος τους έχει ήδη γίνει στον ουρανό». Σε μια βιβλιοκριτική μου για το «Χορό μεταμφιεσμένων» της Μάρως Βαμβουνάκη γράφω: «Γράφει η Μάρω κάπου ότι “Ο Τολστόι λέει πως οι γάμοι κανονίζονται από τον ουρανό”».
 Τώρα το βρίσκω και στον «Τομ Τζόοουνς που γράφηκε κάπου το 1750. Περιμένω να συναντήσω μια πιο παλιά μαρτυρία.
«Για να πούμε την αλήθεια, η τέλεια ομορφιά, και στα δυο φύλα, είναι πιο ακαταμάχητη απ’ όσο πιστεύεται. Γιατί παρόλο που πολλοί από μας βολευόμαστε με κάτι πιο συμπαθητικό και μαθαίνουμε παπαγαλία (σαν τα παιδιά που επαναλαμβάνουν κάτι για το οποίο δεν έχουν ιδέα) να καταφρονούμε την επιφάνεια και να εκτιμούμε πιο ουσιαστικά χαρίσματα, ωστόσο έχω παρατηρήσει ότι, μπροστά στη φθαρτή ομορφιά, αυτά τα πιο ουσιαστικά χαρίσματα έχουν τη λάμψη των αστεριών μετά την ανατολή του ήλιου» (σελ. 450).
Αυτό υποστήριξα κι εγώ σε σχόλιο στην ανάρτηση μιας φίλης στο facebook και με διέγραψε. Ίσως γιατί η πένα μου δεν ήταν τόσο γλαφυρή όσο του Φίλντινγκ.
Και ένα τελευταίο.
«Ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι όλ’ αυτά τα έργα θα είναι νεκρά πριν αυτή η σελίδα προσφερθεί στα μάτια σου. Εφόσον, όσο σύντομη κι αν είναι η ζωή των δικών μου έργων, πιθανότατα θα ζήσουν περισσότερο από τον ασθενικό δημιουργό τους και τ’ αρρωστιάρικα έργα των φαρμακερών συγχρόνων του» (σελ. 512).
Δεν διαψεύστηκε καθόλου στην πρόβλεψή του, τουλάχιστον όσον αφορά το έργο απ’ όπου παρατίθενται οι παραπάνω γραμμές. Όσο για μένα, το θεωρώ ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ.
Και δυο λόγια για τις ταινίες που είδαμε.
Και πρώτα πρώτα την εξάωρη μίνι σειρά, παραγωγή του BBC, σε σκηνοθεσία Simon Burke, το 1997. Πιστή και καλή μεταφορά του μυθιστορήματος, με τον πατέρα της Σόφι εξίσου σπαρταριστό όσο και στο μυθιστόρημα.
Στη συνέχεια είδαμε τον «Tom Jones» (1963) σε σκηνοθεσία Tony Richardson και σε σενάριο του θεατρικού συγγραφέα John Osborne («Οργισμένα νιάτα»), με τον Albert Finney και τη Susana York στους ρόλους του ζευγαριού. Ο Όσμπορν έκανε τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να χωρέσει όσο γίνεται περισσότερο από το πολυσέλιδο έργο στην δίωρη ταινία. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό. Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε στις προσαρμογές αυτές, αν και υπάρχουν και γενικές συνταγές, κάποιες από τις οποίες εντοπίσαμε στο «Έως πότε;», τη θεατρική διασκευή των «Κρητικών γάμων» του Σπύρου Ζαμπέλιου που έκανε ο Νίκος Καζαντζάκης.
Τέλος είδαμε την ταινία του Cliff Owen «The bawdy adventures of Tom Jones» (Οι αισχρές περιπέτειες του Τομ Τζόουνς), μια σεξοκωμωδία με στοιχεία musical, που σε γενικές γραμμές ακολουθεί την πλοκή του μυθιστορήματος, κατά τόπους ολότελα ξεκαρδιστική.
Post a Comment