Book review, movie criticism

Monday, May 23, 2016

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.



Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ., Γαβριηλίδης 2016, σελ. 307

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Πρωτότυπη αφηγηματικά στο πρώτο της μυθιστόρημα η συγγραφέας

  Μετά τη συλλογή διηγημάτων της «Το δόντι του λύκου» η Χρύσα Φάντη (σπούδασε παιδαγωγικά και νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας) μας δίνει ένα μυθιστόρημα, την «Ιστορία της Σ.», παραπέμποντας διακειμενικά στην «Ιστορία της Ο.».
  Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά το αριστοτελικό «πράξη σπουδαία». Και η «Ιστορία της Σ.» είναι «σπουδαία», με τη σημασία ότι δεν είναι μια συνηθισμένη ιστορία, καθώς συνηθισμένη δεν είναι η αιμομιξία, η σεξουαλική κακοποίηση παιδιού και η απόπειρα αυτοκτονίας, όπως και ο φόνος φυσικά. Όμως και κάτι ακόμη: οι «αποκλίνοντες» ήρωες, οι ήρωες που κουβαλάνε μια τραυματική ιστορία που έχει καθορίσει ανεπανόρθωτα τον ψυχισμό τους, είναι αφηγηματικά πιο ενδιαφέροντες. Πιστεύω ότι εκεί οφείλεται αυτό που ονόμασα «παριολατρία» στη λογοτεχνία μας, τουλάχιστον των προτελευταίων δεκαετιών για την οποία έχω καλύτερη εικόνα. Η Σ. βέβαια δεν είναι ακριβώς παρίας, όμως δεν είναι και ένα συνηθισμένο παιδί. Κουβαλάει ψυχικά τραύματα.
  Ενώ ο τριτοπρόσωπος αφηγητής συνήθως ως παντογνώστης αφηγείται με διαύγεια, εδώ, εστιάζοντας στην ηρωίδα, αφηγείται ως πρωτοπρόσωπος σε ένα περίπου εσωτερικό μονόλογο με «ύφος μοντέρνου μπαρόκ, γλώσσα ασθμαίνουσα», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο. Αυτό δίνει μια ποιητική διάσταση στη γραφή της Φάντη, που τονίζεται με τις κενές γραμμές που χωρίζουν τις παραγράφους σαν να επρόκειτο για ποιήματα. Να σημειώσουμε όμως ότι κάποια στιγμή είδαμε τον αφηγητή να εμφανίζεται ως ενδοδιηγητικός, με το να απευθύνεται σε έναν αποδέκτη της αφήγησης:
  «Μήνα Ιούλιο κάτω από την κληματαριά της αυλής της αφηγείσαι τα πάντα» (σελ. 132) και πιο κάτω: «Καλοκαίρι του ’69, μετά από την αποφοίτησή της η Σ. μετακομίζει στο σπίτι σας» (σελ. 202).
  Μια πρωτοτυπία στην αφήγηση είναι οι εκδοχές. Κάποια επεισόδια ο αφηγητής το αφηγείται σε διάφορες εκδοχές που παρατίθενται αριθμητικά. Για παράδειγμα σε κάποια «Εκδοχή νο 2» καταλήγει: «Στην προκυμαία κόσμος πολύς, φορτηγάκια πολλά, σαματάς. Είδε γύφτους πολλούς, κι άλλους που είχανε μαζευτεί γύρω από ένα κοπάδι γίδες. Ζωέμπορους, χασάπηδες. Ήταν και μερικοί με στολή.

Χωροφύλακες;» (σελ. 158).
  Όμως η «Εκδοχή νο 3» ξεκινάει ως εξής:
  «Η Σ. δεν θυμάται. Ούτε χωροφύλακες ούτε γύφτους. Θυμάται άνδρες ξυπόλυτους, κοκαλιάρηδες, κουρελήδες» (σελ. 158).
  Μου άρεσαν πολύ οι εκδοχές γιατί τις χρησιμοποίησα κι εγώ σε κάποια από τα διηγήματά μου («Το Φραγκιό», ΑΛΔΕ 2011). Και μου ήλθαν βέβαια στο μυαλό και οι «Εκδοχές της Πηνελόπης» της Αγγέλας Καστρινάκη, καθώς και η ταινία «Απρόσμενος έρωτας» του Peter HowitSliding doors» ο αγγλικός τίτλος), όπου υπάρχουν δυο εκδοχές στην πλοκή.  
  Κανένα κεφάλαιο δεν τιτλοφορείται, ούτε καν χαρακτηρίζεται αριθμητικά, όμως ξεκινάει με αποσπάσματα από διάφορους συγγραφείς με τους οποίους «συνομιλεί» η Φάντη γράφοντας το μυθιστόρημά της. Ο Ηλίας Βενέζης, η Μαργαρίτα Καραπάνου αλλά και ο Dante είναι κάποιοι απ’ αυτούς.
  «Το σίδερο λύγισε, ξύπνησε, ερεθίστηκε. Και βγήκε πάλι απ’ το αγρίμι μια κραυγή που τα σκέπασε όλα» (Απόσπασμα από το Νούμερο 31328 του Βενέζη, σελ. 114). Μάλιστα στις αρχικές σελίδες του μυθιστορήματος κάποια αποσπάσματα τα ενσωματώνει στην κυρίως αφήγηση.
  Ένα υφολογικό σχήμα που συναντήσαμε δυο φορές είναι το εφέ της επανάληψης σε συνδυασμό με το εφέ της απαρίθμησης. Τη δεύτερη φορά μάλιστα μαζί με το εφέ της παράφρασης σε λειτουργία παρωδίας: «Έρως αδίστακτος, έρως της σάρκας, έρως ως μαλακόν παξιμάδι δια τους μη έχοντας δόντια» (σελ. 196). Με τη λέξη «έρως» ξεκινάνε πέντε σύντομοι παράγραφοι, στο εσωτερικό των οποίων επίσης επαναλαμβάνεται η λέξη «έρως» δυο τρεις φορές.
  Η οιονεί ποιητική γραφή όμως της Φάντη εκφράζεται και με άλλο τρόπο. Διαπιστώσαμε φράσεις, ακόμη και ολόκληρες περιόδους, σε ανάπαιστο, δάχτυλο αλλά και αμφίβραχυ. Από παλιά είχα εθιστεί να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους (στην αντίληψή μου έπεσαν μόνο δύο «Πάρε καλέ μου κύριε, πάρτε κι εσείς κυράδες» (σελ. 44) και «Σταφιδιασμένα μάγουλα, σύννεφα σαπουνάδας, σελ. 16) όμως τώρα, ξεκινώντας από την «Πολυφίλητη» του Νίκου Ψιλάκη, αρχίζω να εθίζομαι και στην ανίχνευση άλλων μέτρων. Τα μέτρα που ανέφερα τα βρήκα σε πάρα πολύ μεγάλη πυκνότητα στο έργο της Φάντη. Έχω κάνει πάρα πολλές υπογραμμίσεις, αλλά θα παραθέσω δειγματικά τις παρακάτω:
  Σε ανάπαιστο:
  «Ραβασάκια σε σχήμα σαΐτας» (σελ. 302).
  «Με τις ώρες στο στόμα το σίχαμα;» (σελ. 287, σημειώνουμε και τις παρηχήσεις του σ και του τ).
  «Τα ρουθούνια της τρύπιες φυσούνες» (σελ. 247).
  «Υγρασία παλιού ντουβαριού διαδέχεται εκείνην του δρόμου» (σελ. 205).
  Σε δάχτυλο:
  «Μένει κλεισμένος στο σπίτι» (σελ. 218).
  «Ήχοι παράσιτα, θόρυβοι ρύποι» (σελ. 191).
  «Αν τελικά κοιμηθεί; Θα μπορέσει μετά να ξυπνήσει; (σελ. 186).
  Σε αμφίβραχυ:
  «Το φως στο δωμάτιο σβήνει» (σελ. 243, πρόταση-παράγραφος, που χωρίζεται με κενό   
από την προηγούμενη και την επόμενη παράγραφο. Υπάρχουν κι άλλες τέτοιες προτάσεις).
  «Τις πταίει πρωτίστως για τούτη την κόντρα;» (σελ. 244. Να σημειώσουμε και τη μεγάλη πυκνότητα με την οποία απαντώνται τα ερωτηματικά).
  «Στην όχθη του βάλτου ακούς τα βατράχια να ρεύονται» (σελ. 136).
  Έκανα και μια ακόμη παρατήρηση. Καθώς τα μέτρα αυτά τις περισσότερες φορές δεν εκτείνονται σε όλη την περίοδο (εγώ επέλεξα κυρίως τα αποσπάσματα όπου εκτείνονται) δημιουργείται κάποιες φορές το ερώτημα αν το μέτρο είναι αμφίβραχυ ή δάχτυλος. Για παράδειγμα έχουμε την πρόταση «Χαμογελά σε ρόλο κρυφής ερωμένης» (σελ. 189). Αν αγνοήσουμε το «χαμογελά» το μέτρο είναι αμφίβραχυ. Αν όμως αγνοήσουμε και το «σε», τότε έχουμε δάχτυλο. Συνάντησα και άλλες τέτοιες περιπτώσεις.
  Διαβάζουμε:
  «Στην Κεντρική Αφρική προτιμώνται ως σύζυγοι κορίτσια που διακρίθηκαν για τους πολλούς εραστές» (σελ. 245).
  Υποθέτω δεν θα υπάρχει καμιά ισλαμική χώρα εκεί. Και ούτε θα γίνεται εκεί κλειτοριδεκτομή, που στόχο έχει την αποθάρρυνση της σεξουαλικότητας της γυναίκας.
  Διαβάζουμε:
  «Και τελικά; Τι έκρυβε το χάρτινο αεροπλανάκι; Τι έγραφε η ξαδερφούλα στο ραβασάκι; “Το φεγγάρι οι Άγγλοι το λένε μουν;” Και μετά, δήθεν, σε ρώταγε για το φεγγαράκι. –Λοιπόν; Και το φεγγαράκι;» (σελ. 134).
  Και θυμήθηκα κι εγώ τα μαθητικά μου χρόνια, που ρωτάγαμε: -Πώς λένε στα αγγλικά «Ο κρεοπώλης πάει στη σελήνη;».
  Πολύ ωραίο το μυθιστόρημα της Χρύσας Φάντη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment