Book review, movie criticism

Tuesday, May 3, 2016

Νίκος Καζαντζάκης: Η πρώτη απόπειρα



Νίκος Καζαντζάκης: Η πρώτη απόπειρα

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Στον πρόλογο του βιβλίου μου «Ο δικός μου Νίκος Καζαντζάκης» (ΑΛΔΕ, 2015) γράφω:
  «Όνειρό μου ήταν να γίνω συγγραφέας. Όταν πρωτοδιάβασα Καζαντζάκη ενθουσιάστηκα τόσο, που θεωρούσα πια δεδομένο ότι το πρώτο βιβλίο που θα έγραφα θα ήταν γι’ αυτόν.
  Δεν ευδόκησε, άλλο θέμα είχε το πρώτο μου βιβλίο, όπως και όλα τα επόμενα. Όμως έγραψα για τον Καζαντζάκη. Το πρώτο ήταν ένα μικρό «μαρξιστικό» κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Κρητικά Επίκαιρα, γενικά για το έργο του…».
  Λάθος.
  Το επόμενο Πάσχα, ψάχνοντας στα χαρτιά μου στο πατρικό μου σπίτι στο χωριό για να βρω μια πανεπιστημιακή μου εργασία που είχε τίτλο «Ο μύθος της Ορέστειας στον Αισχύλο και στο Σαρτρ» έπεσα πάνω και σε κάποια άλλα χειρόγραφα, που είχαν σαν θέμα τον Καζαντζάκη.
  Τα είχα ξεχάσει.
  Αποφάσισα να τα αναρτήσω στο διαδίκτυο, σαν μαρτυρία της πρώτης απόπειράς μου να γράψω για το έργο του. Δεν είμαι ποιητής για να αποκηρύσσω τα πρωτόλειά μου, απεναντίας τα διαβάζω με μεγάλη συγκίνηση, παρά τις όποιες αδυναμίες τους. Και φυσικά, θεωρώντας τα σαν μαρτυρίες της πνευματικής μου ανάπτυξης εκείνης της εποχής, δεν έκανα παρά ελάχιστες επεμβάσεις, όπως άλλωστε και στην πανεπιστημιακή μου εργασία, κυρίως αλλάζοντας κάποιες λέξεις.
  Δεν είχα ξεχάσει μόνο τα χειρόγραφα, είχα ξεχάσει και άλλα πράγματα. Παραθέτω πάλι από το κείμενό μου για τον «Φτωχούλη του Θεού».
  «Ξέρω ότι ο περισσότερος κόσμος προτιμά άλλα έργα του Καζαντζάκη, και κυρίως την «Αναφορά στον Γκρέκο». Νομίζω ότι οι περισσότεροι θα έβαζαν τον «Φτωχούλη του Θεού» τελευταίο στη λίστα.
  Εγώ τον είχα πρώτο. Ήταν το βιβλίο που μου άρεσε περισσότερο από όλα τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη. Όμως, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια, θα εξακολουθούσε να μου αρέσει το ίδιο; Το ξεκίνησα έχοντας αυτό τον ενδοιασμό».
  Τι είχα ξεχάσει;
  Παραθέτω ένα κείμενο που έγραψα και το οποίο, όπως και τα υπόλοιπα που θα παραθέσω, γράφηκε ανάμεσα στα ύστερα μαθητικά μου χρόνια και τη χρονιά της αποφοίτησής μου από το Πανεπιστήμιο, το 1972.  Έχει τίτλο «Φτωχούλης του θεού» και υπότιτλο preface Νο 1.
  «Ο Φτωχούλης του θεού είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, και σαν τέτοιο κλείνει όλη τη φιλοσοφία του συγγραφέα που βρίσκεται στο τελικό στάδιο, το στάδιο της ωριμότητας. Αυτός νομίζω είναι ένας σημαντικός παράγοντας για να κάνει ένα βιβλίο αξιόλογο. Όμως, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχθηκε, το λιγότερο υπολογίσιμο έργο του είναι ο «Φτωχούλης του Θεού». Τι άραγε είναι εκείνο που κάνει αυτό το βιβλίο απρόσιτο στον αναγνώστη, που στέκεται τόσο αρνητικά απέναντί του, ώστε να αντισταθμίζει ένα τόσο θετικό παράγοντα όπως αυτός που αναφέραμε παραπάνω;
  Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στο βιβλίο του «Νίκος Καζαντζάκης, η αγωνία του και το έργο του» δίνει μια απάντηση σ’ αυτό. Το στοιχείο της βιογραφίας δεν προσφέρει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να κινηθεί ελεύθερα μέσα σ’ αυτή παρ’ όλο που, όπως γράφει ο Βρεττάκος, ο Καζαντζάκης δεν δεσμεύεται από τα ακριβή ιστορικά γεγονότα παρά τα μεταπλάθει, προσπαθώντας να δώσει μεγαλύτερη ουσία στην αλήθεια. Αυτό, κατά τη γνώμη πάντα του Βρεττάκου, προδιαθέτει άσχημα τον αναγνώστη, σε σημείο να μην κρίνει αμερόληπτα το βιβλίο. Αυτό όμως δεν νομίζω ότι ισχύει για το ευρύ κοινό παρά ίσως μόνο για μια ορισμένη μερίδα αναγνωστών.
  Δεν θα τολμούσα εδώ να υποθέσω τι κάνει το βιβλίο αυτό απρόσιτο στο ευρύ κοινό. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς μια υπόθεση. Θα γράψω όμως πώς προσέλαβα το βιβλίο αυτό σε μια αποφασιστική καμπή της ζωής μου.
  Διάβασα το βιβλίο αυτό κάπου πέντε φορές, ευρισκόμενος σε διαφορετικές ψυχολογικές καταστάσεις, και κάθε φορά, σημεία που παλιά ήταν για μένα σκοτεινά, ριχνόταν στα μάτια μου φωτισμένα με άπλετο φως.
  Όταν το πρωτοδιάβασα δεν μου άρεσε. Αιτία ήταν το ότι δεν μπορούσα να ανεχθώ, πολύ περισσότερο να καταλάβω, τη μέχρι τέλους θρησκευτική ορολογία του έργου, τότε ακριβώς που είχα αρχίσει να δυσπιστώ στη θρησκεία. Πώς μπορούσα να ανεχθώ τον Φραγκίσκο να μιλάει για θεό τη στιγμή που δυσπιστούσα για την ύπαρξή του; Πώς μπορούσα να τον ακούω να μιλάει για παράδεισο και κόλαση, για αγγέλους και δαιμόνους, τότε ακριβώς που είχα αρχίζει να περιπαίζω τα αντικείμενα αυτά της λαϊκής πρόληψης; Η αυθεντία του Καζαντζάκη όμως ήταν αναμφισβήτητη. Γι’ αυτό δίσταζα να τον απορρίψω.
  Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα (λιγότερο του ενός έτους) αυτός ο αντιθρησκευτικός φανατισμός μου καταλάγιασε. Αυτό βοήθησε στον να ανεχθώ τη χριστιανική ορολογία του βιβλίου. Η επαφή μου με τον Νίτσε με βοήθησε να την καταλάβω. Βασικές έννοιες της νιτσεϊκής θεωρίας συναντούνται στον Καζαντζάκη. Η επήρεια του Νίτσε είναι παντού καταφανής. Και ο Καζαντζάκης ονομάζει τον Νίτσε έναν από τους τέσσερις μεγάλους δασκάλους του. Από τότε καθένας τους αρχίζει να με βοηθάει στην κατανόηση του άλλου.
  Σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω αποσπασματικά τον «Φτωχούλη του θεού», ώστε αργότερα μπορούσα να προχωρήσω σε γενικεύσεις. Ώσπου κάποτε αυτό το τόσο αινιγματικό για μένα βιβλίο φωτίσθηκε με άπλετο φως. Όταν έφτασα στην τελική γενίκευση, όταν ανακάλυψα πού οδηγούσαν αυτοί οι αποσπασματικοί συλλογισμοί του Καζαντζάκη, ένοιωθα να με διατρέχει ένα ρίγος συγκίνησης. Τον είχα καταλάβει επί τέλους τον «Φτωχούλη του θεού». (Το «καταλαβαίνω» καθόλου κατηγορηματικό, «καταλαβαίνω» για μένα σημαίνει ότι κάτι παύει πια να είναι αίνιγμα για μένα. Και η λύση του αινίγματος είναι μόνο για μένα. Άλλοι ενδεχομένως καταλαβαίνουν διαφορετικά).
  Το δεύτερο πράγμα που με αποξένωσε από τον Καζαντζάκη είναι η αισθητική του βιβλίου του. Κάπως αλλόκοτη, που θυμίζει βέβαια πολύ τα άλλα βιβλία του Καζαντζάκη, αλλά που δεν είναι ακριβώς η ίδια. Στα άλλα του βιβλία ο Καζαντζάκης είναι πιο αναλυτικός, πιο πολυλογάς. Αρκεί να θυμηθούμε τις τόσο μεγάλες περιγραφές του Καπετάν Μιχάλη που τείνουν να ξεπεράσουν τον Ντοστογιέφσκι. Στον «Φτωχούλη του θεού» ο Καζαντζάκης βιάζεται. Το ύφος του είναι επικίνδυνα λιτό, μοιάζει πολλές φορές με αφήγηση εφημερίδας στολισμένο εδώ και κει με τα γνωστά της διακοσμητικής του. Πίσω όμως από την ασκητική ηρεμία του κειμένου ο έμπειρος αναγνώστης μπορεί να διακρίνει κάποια υπερένταση. Σε συνδυασμό με το λιτό ύφος, φαίνεται ότι ο Καζαντζάκης αγωνίσθηκε να δώσει τον «Φτωχούλη του θεού». Η πυκνή έμπνευση δεν του επέτρεπε να επιδίδεται σε λογοτεχνικά παιχνίδια και με την αισθητική διακόσμηση. Τρέχει φοβούμενος μη διακόψει τον ειρμό των σκέψεών του. Ίσως είναι το μόνο του μυθιστόρημα που η φιλοσοφική έμπνευση επισκιάζει τόσο τη λογοτεχνική, και το βιβλίο αυτό είναι τόσο αφρόντιστο όσο και βαθύ. Σε μια τέτοια καινοτομία ήμουν εντελώς ασυνήθιστος, και το ίδιο πιστεύω ότι συνέβη σε πολλούς αναγνώστες. Όμως ποτέ δεν περιφρονώ κάτι αμέσως μετά την πρώτη επαφή. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τόσο αυθεντία. Και μετά από πολλές αναγνώσεις μπόρεσα να συνηθίσω αυτή τη λιτότητα του βιβλίου, και ακόμη περισσότερο – να μου αρέσει· και ακόμη περισσότερο, να με ενθουσιάσει. Μπροστά σας είναι ο καρπός αυτού του ενθουσιασμού».
  Μετά από τρεις μέρες αποφάσισα να ανασκαλέψω τα δυο συρτάρια όπου είχα καταχωνιασμένα τα πάντα: γράμματα, κάρτες, φύλλα με σκέψεις α λα Νίτσε. Βρήκα φωτογραφίες που τις θεωρούσα χαμένες, τις σκάναρα και τις ανέβασα στο facebook. Βρήκα και 12 μπλοκάκια με αποσπάσματα από βιβλία του Καζαντζάκη, κυρίως από τα ταξιδιωτικά, ταξινομημένα θεματικά, μπροστά στην προοπτική να γράψω το βιβλίο που ονειρευόμουνα.
  Ανακάλυψα και μια έκθεση που μας είχε βάλει ο δάσκαλός μου στο φροντιστήριο αγγλικών, ο John Carter,  ένας νεαρός αμερικανός που είχε φύγει από την Αμερική για να γλιτώσει το Βιετνάμ. Θέμα της ήταν My favorite book and why. Εγώ γράφω για το «Gods pauper», τον «Φτωχούλη του θεού», που τον είχα διαβάσει και στα αγγλικά. Και ποιο ήταν το σχόλιο του δασκάλου μου;
  I have read it in English-and thought it boring, unimaginative, and full of tiring repetitions. For me-a wasteful book. Το διάβασα στα αγγλικά, και μου φάνηκε βαρετό, χωρίς φαντασία και γεμάτο από κουραστικές επαναλήψεις. Για μένα – ένα άχρηστο βιβλίο.
  Παρ’ όλα αυτά μου έβαλε 19.
  Να ξαναγράψω ακόμη μια φορά ότι περί ορέξεως κολοκυθόπιτα;
  Την έκθεση αυτή την καταθέτω σαν μαρτυρία terminus ante quem. Πριν από το σχολικό έτος 1967-1968 που τότε τέλειωνα το λύκειο, ο «Φτωχούλης του Θεού» ήταν ήδη το αγαπημένο μου βιβλίο του Καζαντζάκη.
  Σ’ αυτή τη δεύτερη εξερεύνηση ανακάλυψα και ένα ακόμη σύντομο κείμενό μου, μόλις μισής σελίδας, για τον «Φτωχούλη του Θεού», γραμμένο το 1966.  Το παραθέτω και αυτό.
  «Ο Φτωχούλης του Θεού είναι ένας ύμνος που συνθέτει ο Καζαντζάκης για τη ζωή των μεγάλων πνευμάτων. Ένας ύμνος γεμάτος από μελαγχολικό παράπονο για τη φρικτή μοίρα, την τόσο χαρακτηριστική, για τα μοναχικά πνεύματα.
  Κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση του να ζήσει τη ζωή που ζει. Είναι ζήτημα ιδιοσυγκρασίας το να ζει κανείς έτσι που ζει παρά λογικής. Μοιάζει ο ανώτερος άνθρωπος να σπαρταράει, μη μπορώντας να αποφύγει τον τρόπο ζωής του.
  Και η ζωή τους έχει τον ξεχωριστό της χαρακτήρα».
  Ένα τετρασέλιδο κείμενο που ακολουθεί έχει τίτλο «Η έκφραση στον Καζαντζάκη», όμως περισσότερο είναι σκέψεις πάνω στη φύση της τέχνης.  
  Το κείμενο που παρέθεσα στην αρχή είναι γραμμένο σε σελίδες σπιράλ, αποκομμένες από κάποιο τετράδιο. Χωρίς να υπάρχει αρίθμηση, ακολουθεί αμέσως μετά ένα άλλο κείμενο, που φέρει τον τίτλο Preface.
  «Προχώρησα σε δυο γενικεύσεις στην ανάλυση αυτού του βιβλίου. Η μια πιο γενική, η άλλη πιο αναλυτική. Στην τελική τους μορφή αυτές οι γενικεύσεις δεν αντιπροσωπεύουν παρά τα στάδια της ζωής του ανθρώπου, έτσι όπως τον φαντάστηκε και όπως τον πόθησε ο Καζαντζάκης, του ανθρώπου που κατορθώνει να τελειώσει τον κύκλο της ζωής του. Στην γενική γενίκευση χρησιμοποίησα την ορολογία του Δάντη, που τόσο φαίνεται να έχει επηρεάσει τον Καζαντζάκη, αν κρίνουμε από τις διάφορες μεταφράσεις κομματιών της «Θείας Κωμωδίας» που έκανε, καθώς και από το πόσο συχνά τον αναφέρει ή τον υπονοεί στα βιβλία του. Κόλαση, καθαρτήριο, παράδεισος, να τα στάδια της ζωής του ανθρώπου.
  Η κόλαση συμβολίζει τη ζωή χωρίς αναζητήσεις, χωρίς προβληματισμούς, που η προσωπικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα συνονθύλευμα εμπειριών, εμπειριών κοινών, που δεν χρειάζεται καμιά σπουδαία προσπάθεια για να τις δεχθείς. Σ’ αυτή ζει ο κοινός τύπος, πλασμένος στα μέτρα των ανθρώπων του περιβάλλοντός του, γιατί η επήρεια των άλλων ανταποκρίνεται στη θέλησή του για αφομοίωση, που αυτή η θέληση είναι δείγμα αδυναμίας, άνθρωπος που έχει περιέλθει στο man, για να μεταχειριστούμε την υπαρξιστική ορολογία. (Ας μην ακούμε τους υπερασπιστές της κοινής ηθικής. Είναι τόσο κατηγορηματικοί, τόσο λίγο βαθείς που μοιάζουν σαν να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους στο ίδια τους τα μάτια).
  Το δεύτερο στάδιο είναι το στάδιο του καθαρτηρίου. Περνάει η εξιδανίκευση του περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος αρχίζει να τρέπεται σε πνευματικές αναζητήσεις. Ζητάει ένα ιδανικό πρότυπο. Το συλλαμβάνει κάπως αχνά. Αυτός ο ιδανικός του κόσμος βρίσκεται σε αδιάκοπη αντίθεση με το περιβάλλον. Η αδυναμία συγκριτικής αξιολόγησης των δύο αυτών κόσμων, του πραγματικού και του οραματισμένου, αποτελούν το βαθύτερο αίτιο της αγωνίας μας. Και όταν ακόμη συνειδητοποιήσουμε ότι το όραμά μας έχει μεγαλύτερη αξία, δεν μπορούμε να το ακολουθήσουμε. Τα ένστικτά μας είναι βαθιά δεμένα με τη γη. Τότε δημιουργείται ένα χάσμα πνευματικής πίστεως και ιδιοσυγκρασίας. Ζητούμε τότε επιχειρήματα που μπορούν να δικαιολογήσουν το όραμά μας, ώστε να μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τον κόσμο.
  Το περισσότερο της ζωής του Καζαντζάκη ήταν σ’ αυτό το στάδιο. Ποτέ δεν μπόρεσε να φτάσει τον παράδεισο».
  Να σχολιάσω αυτό το τελευταίο. Θέλω – μάλλον – να πω ότι δεν μπόρεσε ποτέ να δοθεί ολόψυχα σε κάποιο ιδανικό. Είναι γνωστό πως από τον μαρξισμό πέρασε ξώφαλτσα.
  Τα δυο παραπάνω κείμενα ίσως να τα έγραψα μαθητής, αν και είναι πιο πιθανό να τα έγραψα φοιτητής. Το παρακάτω όμως κείμενο είμαι σίγουρος ότι το έγραψα μαθητής. Έχει θέμα τον Ζορμπά, και στο τέλος βλέπω την ημερομηνία συγγραφής: on 1st October, 1966. Ήμουν τότε 16 χρονών, μαθητής πρώτης λυκείου. Φιλόλογός μου ήταν ο Δημήτρης Λ. Παπαδάκης. Να τον ευχαριστήσω από αυτές τις γραμμές που, όπως και ο Νίκος Δερμιτζάκης για τον οποίο έχω γράψει αλλού, με ενθάρρυνε στα συγγραφικά μου πετάγματα.
  Είναι γραμμένο σε 4 φύλλα τετραδίου, κομμένα από κάποιο τετράδιο καθώς φέρουν αρίθμηση φύλλων, από 35 έως 38. Κρίμα που χάθηκε το τετράδιο, γιατί μάλλον χάθηκε. Φαίνεται θέλησα να κρατήσω ξεχωριστά ό,τι είχα γράψει για τον Καζαντζάκη.
  Αλέξης Ζορμπάς λοιπόν.
  «Ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη είναι το μυθιστόρημα που κλείνει τη φιλοσοφία του που φτάνει στην τελική της διαμόρφωση.
  Σαν λογοτεχνικό έργο υστερεί σε μερικά σημεία. Σαν φιλοσοφικό όμως είναι αρτιότατο.
  Σ’ αυτό το έργο παρελαύνει μια στρατιά από όλους τους κοινωνικούς τύπους. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο Ζορμπάς, που είναι και το ιδανικό πρότυπο ανθρώπου, όπως τον περιγράφει ο Καζαντζάκης. Η μαντάμ Ορτάνς είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, εννοώ ψυχολογικά, μ’ όλο που έχει μια πολυτάραχη ζωή. Ο μπάρμπα Αναγνώστης είναι ο συνηθισμένος τύπος του κρητικού χωρικού. Η χήρα έχει όλη τη φλογερή ιδιοσυγκρασία της Αφροδίτης. Και ο Μιμηθός είναι ό,τι και ο τρελός του Ληρ στον Σαίξπηρ, παρ’ όλο που βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο.
  Ας αναλύσουμε την ιδιοσυγκρασία του Ζορμπά. Η φιλοσοφία αυτού του τύπου είναι πολύ συγγενική με τη νιτσεϊκή. Μέσα απ’ τον προσωπικό μηδενισμό του Νίτσε ξεπηδάει ο υπεράνθρωπος, και από τον μηδενισμό του Καζαντζάκη ο Ζορμπάς. Αυτό έχει το λόγο του. Ο Καζαντζάκης δεν πιστεύει σε ιδανικά. Κανένα ιδανικό δεν έχει υπόσταση. Ο κόσμος είναι η πιο μακροχρόνια υπόσταση, για τούτο έχει κάποια ανάγκη εξιδανίκευσης. Ο Νίτσε είπε κάποτε ότι ο κόσμος μόνο σαν αισθητικό φαινόμενο μπορεί να δικαιολογηθεί. Και πραγματικά, ο κόσμος μόνο αισθητικά επιδρά στον άνθρωπο. Τη βαθύτερη όμως επίδραση ασκεί η κοινωνία. Και επειδή η κοινωνία δεν είναι πάντα και τόσο ιδανική, τουναντίον μάλιστα, οι επιδράσεις που ασκεί στα άτομα δεν είναι πάντοτε καλές. Η αισθητική όμως προσφέρει μια εξυγίανση. Και μια και ο κόσμος είναι το καλύτερο αισθητικό δημιούργημα, χρειάζεται κάποια παρθενιά, για να απομείνει ακέραιη η αισθητική επίδραση. Ο Ζορμπάς δακρύζει όταν αντικρίζει τη μπλάβη θάλασσα, «ορόσημο μιας αγνής δύναμης», τη φύση, «που συμβολίζει άρτιο καλλιτεχνικό πίνακα».
  Φυσικά στις επιδράσεις του κόσμου [φύσης] και της κοινωνίας ο άνθρωπος αντιδρά αναλόγως. Η αντίδραση αυτή δεν είναι παρά εκδήλωση ψυχικών καταστάσεων κατά την επήρεια. Η τέχνη είναι μια μορφή αντίδρασης, όποια τέχνη και αν είναι αυτή, λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, χορός, κ.λπ. Ο λόγος είναι ο πιο παλιός τρόπος έκφρασης, που υπέστη χίλιες επιδράσεις και αφομοιώσεις, και συνεπώς μπορεί να γίνει ένα μέσο αποκρύψεως και νοθεύσεως των αισθημάτων. Η πιο πειστική εκδήλωση για τον Καζαντζάκη είναι ο χορός, και μετά η μουσική. Γι’ αυτό ο Ζορμπάς και ο ρουμάνος για να συνεννοηθούν χορεύουν. Και η μουσική επίσης είναι μια πειστική εκδήλωση, αφού διαθέτει τέτοια επιρροή πάνω στα πλήθη. Πρόσφατο παράδειγμα είναι η γερμανική μουσική που έκανε τα πλήθη να παραληρούν από ενθουσιασμό καθώς παρήλαυνον κάτω από την καγκελαρία του Χίτλερ.
  Η κοινωνία είναι ο φοβερός εχθρός του Ζορμπά, χωρίς αυτό να είναι ειδική περίπτωση. Συμβαίνει σε κάθε ανώτερο τύπο. Είναι πολύ ευαίσθητος ώστε να μην αντέχει στις επιδράσεις των συνανθρώπων του και προτιμάει τη μοναξιά. Είναι δηλαδή ένας κύκλος, όπου αιτία και αποτέλεσμα είναι ο εαυτός του. Και δεν χρειάζεται να ζει κανείς μόνος του για να γίνει ο εαυτός του ένας τέτοιος κύκλος. Μπορεί να ζήσει μαζί με τους πολλούς, αλλά να είναι ανεξάρτητος από τους πολλούς. Γι’ αυτό ο Καζαντζάκης δίδαξε στον «Φτωχούλη του θεού» αυτή την υπέρτατη ταπεινοφροσύνη, αυτό τον απέραντο ζεμανφουτισμό, και που οδηγεί στην υπέρτατη απελευθέρωση».
  Περίεργο, βλέπω να εξισώνω την ταπεινοφροσύνη με τον ζεμανφουτισμό. Μάλλον πρέπει να εννοώ την απόλυτη αδιαφορία για τον Άλλο, ακόμη και όταν σε ταπεινώνει.
  Το τελευταίο κείμενο το έγραψα φοιτητής. Υπάρχει μια ενδοκειμενική ένδειξη ως terminus post quem: αναφέρομαι στο έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε «Έρως και πολιτισμός», που το διάβασα τριτοετής φοιτητής. Σχολιάζει τη φιλοσοφία του Καζαντζάκη, με βάση αποσπάσματα από την «Ασκητική» και τα ταξιδιωτικά του. Αποτελεί την πρώτη απόπειρα για τη συγγραφή μιας ευρύτερης μελέτης για τον Καζαντζάκη.  
  Το έχω σε δυο εκδοχές. Η πρώτη είναι σε φύλλα αναφοράς και η δεύτερη σε φύλλα ντοσιέ. Η δεύτερη είναι σχεδόν απλή αντιγραφή της πρώτης, όμως μόνο κατά το ήμισυ, μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Κατόπιν συνεχίζει ανεξάρτητα. Δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί η δεύτερη εκδοχή παρέλειψε ένα μεγάλο μέρος της πρώτης. Θα αντιγράψω πρώτα τη δεύτερη εκδοχή και θα συμπληρώσω με το επί πλέον που υπάρχει στην πρώτη.
  «Κατά τα τέλη του περασμένου αιώνα συνέβη ένα τρομακτικό γεγονός αποφασιστικής σημασίας για την όλη εξέλιξη του πνεύματος και της ιστορίας. Ο θάνατος του θεού, που η ανθρωπότητα άρχιζε να τον ζει ήδη από τον Διαφωτισμό, έγινε η εναγώνια κραυγή στο στόμα του Ζαρατούστρα του Νίτσε, φορτωμένη μ’ όλες τις δραματικές της συνέπειες: ο Θεός είναι νεκρός! Όλο το πνευματικό στερέωμα τραντάχτηκε απ’ τον πάταγο της πτώσης του. Ο σκελετός που πάνω του διαρθρωνόταν το κοινωνικό είναι συντρίφτηκε. Ο μύθος που συντηρούσε την κοινωνική συνοχή έσβησε με μιας, και έντρομος ο Ντοστογιέφσκι διαβλέπει μια περίοδο αναρχίας μετά το θάνατο του Θεού: Αν δεν υπάρχει Θεός, όλα επιτρέπονται («Δαιμονισμένοι»). Ο Σαρτρ πιο ύστερα βιώνει την αγωνία του ανθρώπου που έντρομος διαπιστώνει πως δεν υπάρχει πια υπέρτατο ον για να αξιολογήσει τις πράξεις του σ’ αυτό τον κόσμο και να τον δικαιώσει, πως δεν υπάρχει πια κανένας ηθικός κώδικας που να του υπαγορεύει τη συμπεριφορά του και αντιμετωπίζει μια τρομερή ευθύνη και μια οδυνηρή αμφιταλάντευση, μια και δεν υπάρχει πια καμιά αυθεντία να τον βοηθήσει στην εκλογή, ή τουλάχιστον να στηρίξει την εκλογή τού πώς να διαθέσει την ύπαρξή του.
  Ο Μαρξ, καθώς και όλοι οι μεταγενέστεροι διανοητές του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αγαλλίασε μπροστά στη συντριβή του μύθου, του τόσο παλιού, που γεννημένος μαζί με τον άνθρωπο, φάνηκε τόσο πραγματικός όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Απλοποιώντας την όλη λειτουργία του μύθου σε μια οντολογική ερμηνεία του σύμπαντος, βασικά εσφαλμένης, παραμέρισε τον πιο επικίνδυνο αντίπαλό του στη διαλεκτική ερμηνεία του κόσμου, ερμηνεία που την θεωρούσε σαν το πιο δυνατό όπλο χειραφέτησης του πνευματικά και υλικά αλλοτριωμένου προλεταριάτου.
  Μέσα σ’ αυτό το κλίμα που δημιούργησε ο θάνατος του θεού ασφυκτιά ο Καζαντζάκης και απεγνωσμένα στέλνει εναγώνιες προφητικές κραυγές σωτηρίας στον άνθρωπο, μοχθώντας απελπισμένα και για τη δική του σωτηρία. Η κραυγή του είναι η συγκλονιστική μαρτυρία μας «σαλευόμενης εποχής», μιας εποχής που ψηλαφητά, σκουντουφλώντας στα ερείπια των παλιών ιδανικών, αναζητά τα νέα ιδανικά της, της εποχής μας. Το να ξέρουμε λοιπόν τον Καζαντζάκη είναι σαν να ξέρουμε κάτι βασικό για την εποχή μας. Το να μελετήσουμε τη θέση που έλαβε απέναντι στην εποχή μας ένας μεγάλος διανοητής θα μας βοηθήσει να εντάξουμε ενσυνείδητα τον εαυτό μας μέσα στη σύγχρονη τάξη πραγμάτων, πράγμα που αποτελεί την προϋπόθεση του δικαιώματος αυτού του δίποδου άπτερου όντος να λέγεται άνθρωπος.
  Στο παρόν μας μελέτημα θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την κοσμοθεωρία του Καζαντζάκη, έτσι όπως την συλλαμβάνουμε να αναβλύζει μέσα από το έργο του. Ποια είναι η αντίληψή του για το ον; Ποια η αρχή και το τέλος του κόσμου τούτου; Ποια η θέση του ανθρώπου στη γης ετούτη, ποια η «μεταφυσική του κατάσταση»; Και ποια η απάντηση που δίνει στο αγωνιώδες ερώτημα: μετά την ανατροπή του μύθου, πώς θα επιδιώξει ο άνθρωπος τη σωτηρία του; Ποια η σημασία του πολιτισμού για τον άνθρωπο; Ποια η λειτουργία της τέχνης; Ποια πρέπει να είναι η θέση μας απέναντι στην κοινωνική πραχτική, την πολιτική; Πώς η ελευθερία, δεσπόζουσα έννοια στη σύγχρονη φιλοσοφία, εννοείται σαν συστατικό στοιχείο της λύτρωσης;
  Το υλικό το αντλήσαμε κυρίως απ’ τα ταξιδιωτικά του και την «Ασκητική», όπου η σαφήνεια της άμεσης δήλωσης δεν αφήνει καθόλου περιθώρια παρερμηνείας. Η «Ασκητική», «κράμα Ζαρατούστρα και Αγίας Γραφής» είναι μια συνοπτική παρουσίαση αρχών και πεποιθήσεων με τον μανδύα ενός μυστικού, με κορωνίδα το «Πιστεύω» του, ο πυρήνας απ’ όπου εκπορεύεται το πολύμορφο έργο του. Στα ταξιδιωτικά του, εντελώς αποσπασματικά και ασυστηματοποίητα, εκθέτει τις αντιλήψεις του που στην «Ασκητική» του προχώρησε μόνο σ’ ένα γενικό τους διάγραμμα.
  Τα μυθιστορήματα, τα θεατρικά του έργα καθώς και το σύγχρονο έπος της Οδύσσειας, πέρα από το να αποτελούν ένα απλό διανθισμό των ιδεών του, τις αποκαλύπτουν σε μια καινούρια διάσταση. Με το φως της αλήθειας πάνω τους, αν είναι αλήθεια πως η τέχνη ποτέ δεν υποκρίνεται, θα αποτελέσουν το οδηγό νήμα σε πολλά μέρη της έρευνάς μας.
  Δυο είναι οι βασικές λειτουργίες της φιλοσοφίας. Η μια είναι ερμηνευτική, η άλλη θεραπευτική. Η πρώτη λειτουργία συνίσταται στη γνώση και ερμηνεία του είναι και των επί μέρους όντων, καθώς και στη διακρίβωση των όρων κάτω από τους οποίους τελεί η ανθρώπινη ύπαρξη. Η δεύτερη ερευνά τους τρόπους καταξίωση του ανθρώπου πάνω στη γη και τη σχέση του με τη θεότητα. Η πρώτη λειτουργία της φιλοσοφίας επισκιάζεται από την επιστήμη όλο και περισσότερο. Η δεύτερη λειτουργία υποκαθιστά βαθμιαία τη θρησκεία. Η πρώτη λειτουργία ορίστηκε σαν μεταφυσική. Η δεύτερη σαν ηθική. Η ηθική αποτελεί σήμερα την χαρακτηριστική φυσιογνωμία της φιλοσοφίας. Η μεταφυσική είναι το απαραίτητο υπόβαθρό της, το οποίο στηρίζει και αιτιολογεί όλο το ηθικό οικοδόμημα. Γι’ αυτό, πριν ασχοληθούμε με την ηθική του Καζαντζάκη, θα πρέπει να πούμε δυο λόγια για τη μεταφυσική του.
  Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι unaccounted for, ένα δεδομένο για το οποίο δεν μπορούμε να δώσουμε καμιά εξήγηση. Μέχρι τώρα πιστεύαμε πως ο κόσμος είναι δημιούργημα ενός υπέρτατου όντος που θέλησε να προβληθεί μέσω αυτού του έργου του. Όμως ο μύθος κατέρρευσε και η ύλη μένει εκεί, αδημιούργητη, αιώνια, συνεχώς αναδιοργανωνόμενη, προχωρώντας όλο και σε πιο ανώτερες βαθμίδες οργάνωσης, από το πρωταρχικό χάος μέχρι τον ανθρώπινο νου, τείνοντας σε ακόμη υψηλότερες βαθμίδες οργάνωσης, μέχρις ότου λάβει την κατιούσα οδό της αποδιοργάνωσης, επιστρέφοντας ξανά στην πρώτη χαώδη της κατάσταση. Η φωτιά είναι η πρώτη και η τελευταία βαθμίδα της οργάνωσης της ύλης. Ο άνθρωπος βρίσκεται κάπου στη μέση της κλίμακας. «Η φωτιά είναι η πρώτη και η στερνή προσωπίδα του θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε («Ασκητική», σελ. 92).
  Το ότι ο Καζαντζάκης δεν πιστεύει στο θεό είναι γεγονός πέρα πάσης αμφιβολίας. «Και το ένα τούτο δεν υπάρχει» είναι η κατακλείδα του «Πιστεύω» του, αλλά και σε πολλά άλλα αποσπάσματα από το έργο του δείχνεται αρκετά σαφής.
  Η σύγχυση προέρχεται απ’ τη συχνότητα με την οποία συναντούμε στο έργο του τη λέξη Θεός. Όμως στον Καζαντζάκη η λέξη έχει χάσει το περιεχόμενο που της έχει προσδώσει η καθημερινή χρήση. Σπρώχνοντας την αφαίρεση στις εσχατιές της (ας μην ξεχνάμε ότι και σήμερα η λέξη Θεός είναι μια αφαίρεση των θεοτήτων χριστιανικός Θεός, Αλλάχ, Γεχωβά, κ.λπ. για μια σημαντική πλειοψηφία των ανθρώπων) δίνει στη λέξη Θεός τη σημασία ενός σημείου αναφοράς του ανθρώπου και τίποτα παραπάνω, που μπορεί δηλαδή να έχει οντολογική ύπαρξη ή απλώς να βρίσκεται μέσα στο μυαλό των ανθρώπων. Εν συνεχεία ταχυδακτυλουργικά κολλάει την ετικέτα Θεός στην προφανή ανοδική πορεία της ύλης, υποθέτοντας πώς κάποια δύναμη που κρύβεται μέσα της τη διέπει. Όμως μια τάση της ύλης απέχει πολύ από το να είναι Θεός όπως τον εννοούμε σήμερα, όπως γενικά το σύνολο των νόμων που διέπουν τον ανόργανο κόσμο μόνο ένας αφελής θα ονόμαζε Θεό. Τώρα γιατί ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί αυτή την ανορθόδοξη χρήση της λέξης θα το δούμε παρακάτω.
  Αλλά πέρα από την άμεση δήλωση, όπου ορθά κοφτά ομολογεί τον αθεϊσμό του, όλο το έργο του μαρτυρεί τον αθεϊσμό του γιατί ακριβώς στηρίζεται πάνω στην απουσία του Θεού. Αν ο Καζαντζάκης πίστευε στο Θεό δεν θα υπήρχε το έργο του, ή στο βαθμό που η μεγαλοφυΐα εκφράζεται πάντα, θα ήταν διαμετρικά αντίθετο απ’ αυτό που μας έδωσε.
  Ο Θεός βιώνεται από τον Καζαντζάκη σαν απουσία. Βαραίνει καταθλιπτικά πάνω στην ψυχή του με την απουσία του, δεν είναι το απόλυτο μηδέν. Μέσα σ’ αυτό το βίωμα σπαράζει ο Καζαντζάκης, και η όλη του προσπάθεια είναι να γεμίσει το κενό του απόντος Θεού.
  Αυτός του ο αθεϊσμός είναι αρκετά ιδιόμορφος. Ο μέχρι τώρα αθεϊσμός απωθούσε τον Θεό σαν περιττό. Με ελαφρά την καρδιά τον έχωνε στον τάφο του και ο ήλιος δεν φάνηκε να χλομιάζει καθόλου. Ο Βολταίρος και ο Ρενάν είχαν πάντα αμφιβολίες. Αμφέβαλλαν πότε για την ύπαρξή του, πότε για την ανυπαρξία του. Η αναγκαιότητά του δεν στάθηκε ποτέ πρόβλημα γι’ αυτούς. Με τον Καζαντζάκη επέρχεται μια βαθιά στροφή που προετοιμάζει το έδαφος του μεταγενέστερου υπαρξισμού. Ο Θεός είναι τελεσίδικα ανυπάρχων, γι’ αυτό ο Καζαντζάκης είναι εντελώς πεπεισμένος, ήδη από την εφηβική του ηλικία, όπως μαρτυρεί στην «Αναφορά» του. Και όμως είναι απών. Πώς μπορεί να είναι απών κάποιος που δεν υπάρχει; Μια λογική αντίφαση είναι παρ’ όλ’ αυτά ένα ιστορικό γεγονός. Ο Θεός είναι απών. Οι αιώνες μας συνήθισαν στην παρουσία του για να ανακαλύψουμε στο τέλος ότι πρόκειται για μια αυταπάτη. Η οντολογική απουσία σάρωσε όλη μας την πίστη κι όλη μας την ελπίδα. Το μόνο πράγμα από το οποίο αντλούσαμε την πίστη μας στη ζωή, ο πιο αξιόπιστος εγγυητής της ηθικής μας, ξεσκεπάστηκε σαν ανθρώπινος μύθος. Η υπόσχεση μιας αιώνιας ζωής, γεμάτης ευδαιμονία, αποδείχτηκε χίμαιρα. Ο Θεός ήταν τελικά αναγκαίος. Μπροστά σ’ αυτή την απουσία, που ο Σαρτρ βιώνει την ελευθερία του και ο Κυρίλωφ (στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι) νοιώθει να ανυψώνεται υπέρμετρα και να γίνεται ο ίδιος Θεός, ο Καζαντζάκης βιώνει την εγκατάλειψη του ανθρώπου και την ματαιότητα της ύπαρξής του, έρμαιο τον όρων κάτω από τους οποίους τελεί και που συνιστούν μια αναπόδραστη φυσική αναγκαιότητα. Ο Θεός, με την υπόσχεση της αιώνιας ζωής, συντελούσε στην άρση της αναγκαιότητας του θανάτου. Το γεγονός του θανάτου είναι καθαυτό μια άρνηση της ζωής, η κατ’ εξοχήν άρνησή της. Έτσι ο Νικητής του θανάτου στάθηκε πάντοτε η μεγάλη μας ελπίδα. Μέσα σ’ ένα κόσμο που βασιλεύει η αυθαιρεσία και η αδικία, ο Θεός ήταν πάντα η παρηγοριά του αδικημένου. Κρατάει Αυτός τεφτέρι και στην άλλη ζωή θα πληρώσει καθένα κατά τα έργα του, και ο αδικημένος θα ξαναβρεί το δίκιο του. Κάτω από το κράτος της σπανιότητας που βασιλεύει στη γη και που ένα άδικο κοινωνικό καθεστώς κάνει μια φούχτα ανθρώπους πλούσιους ενώ χιλιάδες άλλοι παραμένουν φτωχοί, ο πεινασμένος δεν πρέπει να παραπονιέται, γιατί στον άλλο κόσμο τον περιμένουν βουνά τα πιλάφια.
  Αυτή η καινούρια συνειδητοποίηση τι πρόκειται να φέρει;
  Για τον Μαρξ το πράγμα είναι απλό: ο άνθρωπος θα πάψει να προσδοκά το βασίλειο της ελευθερίας και της δικαιοσύνης στον ουρανό. Θα αρπάξει το όπλο και το δρεπάνι, να το δημιουργήσει εδώ στη γη. Για τον Καζαντζάκη όμως το πράγμα δεν είναι και τόσο απλό. Η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ισότητα, είναι οι χίμαιρες που συναρπάζουν το λαό. Η γαλλική επανάσταση δεν έφερε καμιά ελευθερία, δικαιοσύνη ή ισότητα στο προλεταριάτο. Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν το ίδιο και για την οχτωβριανή επανάσταση: η κομματική γραφειοκρατία αντικατέστησε την παλιά αστική τάξη στην εκμετάλλευση του ρώσου προλετάριου. Όσο για την ελευθερία, οι δυτικοί δεν παραλείπουν να μας θυμίζουν πάντα, είτε με το Νόμπελ είτε με τον τύπο, την κατατρεγμένη διανόηση της Σοβιετικής Ένωσης.  
  Πρωταρχική θέση στον προβληματισμό του Καζαντζάκη κατέχουν τα μεταφυσικά ερωτήματα. Η σκέψη του πετάει σε ψηλές, υπερβατικές σφαίρες και ξεχνάει συχνά να κατέβει στη γη. Έτσι όλο του το έργο έχει ένα μυστικιστικό χαρακτήρα. Τα αιώνια προβλήματα του φαρμακώνουν την καρδιά.
  «Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν οι δυνάμεις του Συμπάντου, να ανοίξω τα μάτια μου να τις δω. Άλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου. Για να φυτρώσει ένα λουλούδι, χρειάζεται ένας σπόρος. Ποιος έβαλε ένα τέτοιο σπόρο στα βρωμερά σπλάχνα μας; Και γιατί ο σπόρος αυτός να μην πετάει λουλούδι με την καλοσύνη και την τιμιότητα; Μα να θέλει αίμα και βρώμα;
  Κούνησα το κεφάλι.
  -Δεν ξέρω, είπα.
  -Ποιος ξέρει;
  -Κανένας.
  -Μα τότε λοιπόν, φώναξε ο Ζορμπάς απελπισμένος κι έριξε γύρα του άγρια ματιά, τι να τα κάμω εγώ τα βαπόρια και τις μηχανές και τα κολάρα;».
  Αυτό δεν είναι απλώς μια αμφισβήτηση του τεχνολογικού πολιτισμού μπροστά στην αδυναμία του να απαντήσει στα μεταφυσικά ερωτήματα, τα εγγενή σε κάθε άνθρωπο, δίνοντας έτσι ένα σωστό προσανατολισμό στη ζωή μας. Είναι ενδεικτικό της όλης στάσης, της όλης διάθεσης και του περιεχομένου της προβληματικής του Καζαντζάκη.
  Αλλά σ’ αυτά θα επανέλθουμε διεξοδικότερα αργότερα. Ας αρκεσθούμε προς το παρόν να σημειώσουμε ότι μπροστά στην κολοβή πραγματικότητα, την πραγματικότητα που η πτώση του Θεού τής στέρησε την υπερβατική της διάσταση όπου μπορούσε να κρύβεται η ουτοπία του ανθρώπου για μια ιδανική ζωή, ο Καζαντζάκης νοιώθει την αυταπάτη του μύθου τόσο αναγκαία, ώστε απεγνωσμένα ζητάει ένα υποκατάστατο του Θεού που θα τον αντικαταστήσει στη βαθμίδα της πίστης. Τι πιο φυσικό λοιπόν, να δώσει στο υποκατάστατο αυτό το όνομα Θεός;
  «Η φωτιά είναι η πρώτη και η στερνή προσωπίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε» («Ασκητική», σελ. 92).
  Αυτές οι γραμμές, αν είχαν γραφή πριν 200 ή 300 χρόνια θα αποτελούσαν μια ποιητική σύλληψη της κοσμογονίας. Αν είχαν γραφεί δυο τρεις χιλιετηρίδες πριν θα αποτελούσαν μια μυθολογική ερμηνεία της καταγωγής του σύμπαντος. Το 1923 όμως αυτές οι γραμμές δεν εκφράζουν παρά μια από τις επιστημονικές υποθέσεις, που στηριγμένες σε επιστημονικά δεδομένα είναι πιο ευλογοφανείς από την αυθαίρετη σύλληψη ενός μυθοπλάστη, αυτή που είχε κερδίσει τους περισσότερους οπαδούς και φαινόταν πιο πιθανή σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου. Η πρωταρχική ύλη, η Urstoff, ήταν μια διάπυρη μάζα, δια της βαθμιαίας ψύξεως της οποίας και δια της αποσπάσεως εξ αυτής εν συνεχεία πολλών όγκων δημιουργήθηκε ο αριθμός των πλανητών που βλέπουμε στο στερέωμα. Οι διάφοροι ήλιοι, δια της διασπάσεως των πυρήνων του υδρογόνου των θερμαίνονται όλο και περισσότερο, και σαν τελικό αποτέλεσμα θα επέλθει η ανάφλεξη των περιστρεφομένων πλανητών με τελική συνέπεια να καταλήξει ο κόσμος των πλανητών στην αρχική διάπυρη μάζα. Μέσα σ’ αυτά τα χρονικά όρια από τα οποία οροθετείται ο κόσμος μας δεν υπάρχουν περιθώρια για αθανασία. Η τελική φωτιά καταπίνει ό,τι ύμνησε και δόξασε ο άνθρωπος σ’ αυτή τη γη – τον έρωτα, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη – ό,τι πιο υψηλό μπόρεσε να δημιουργήσει, την τέχνη, και τελικά την ίδια του την ύπαρξη. Η διάρκεια, η πρωταρχική αξία που ύμνησαν οι αιώνες, που διασχίζει εγκάρσια όλες τις άλλες αξίες ενοποιώντας τις, που εγγυάται την ίδια τους την ύπαρξη, διακυβεύεται από το γεγονός της προσωρινότητας του κόσμου. Προς τι λοιπόν η ζωή, προς τι η τέχνη και η επιστήμη, τη στιγμή που το ίδιο χάος πρόκειται να τα καταβροχθίσει όλα, που η ίδια φωτιά θα τα κάνει όλα στάχτη; Όσο καιρό η διάρκεια παραμένει σαν αξία, το ίδιο το γεγονός της ζωής αναιρείται, το να ζούμε είναι αντιφατικό και η μόνη λύση αυτής της αντίφασης είναι ο θάνατος.  
  Πώς λοιπόν; Η αυτοκτονία είναι η μόνη μας πράξη με τη μεγαλύτερη συνέπεια;
  Μα δεν αυτοκτονούμε. Τι; Προτιμούμε τη ζωή; Και η αντίφαση; Γιατί λοιπόν αυτή η παράλογη λύση; Εμείς, οι ορθολογικοί; Γιατί; Μια βιταλιστική ορμή μας συγκρατεί αδιάκοπα στη ζωή (ας το λένε αυτοί που δεν ξέρουν φόβο του θανάτου) εκεί που η λογική μας μάς λέγει ότι ο θάνατος είναι η μόνη λύση. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο αυτή η ορμή, είναι μέσα στη δομή των ενστίκτων κάθε έμβιου όντος αυτή η τάση για αυτοσυντήρηση. Μήπως λοιπόν κάτι δεν πάει καλά με τη λογική μας; Μα με τη λογική μας δεν φτάσαμε εκεί που φτάσαμε; Ενώ όλα τα έμβια όντα έχουν σαν ειδοποιό διαφορά μεταξύ τους σωματικά στοιχεία (φύλλα ή σάρκα, πόδια ή φτερά) ο άνθρωπος δεν έχει σαν στοιχείο που τον διαφοροποιεί από όλο τον υπόλοιπο ζωικό κόσμο – όχι τα δυο του πόδια, και ο κόκορας έχει δυο πόδια, ούτε τα δυο του χέρια, και ο πίθηκος έχει δυο πόδια και δυο χέρια, αλλά –αυτή την ίδια τη λογική; Αν δεν φταίει λοιπόν η λογική μας για τους συλλογισμούς μας –πέρα για πέρα λογικούς συμπερασμούς – που φαίνονται να αντιφάσκουν με ένα αντικειμενικό γεγονός – την τάση μας για ζωή- μήπως φταίνε τα στοιχεία με τα οποία καταλήξαμε στο συλλογισμό; Μήπως βασισθήκαμε σε ψευδή στοιχεία; Και μια και πρόκειται για μια αξιολογική κρίση πρώτου βαθμού, όπως είναι το ζήτημα αν πρέπει να ζει κανείς η να μη ζει, μήπως οι αξίες πάνω στις οποίες στηρίξαμε την κρίση μας είναι κίβδηλες; Και ξαναγυρνώντας στην αρχή του συλλογισμού μας, μήπως η διάρκεια δεν είναι πράγματι αξία, τουλάχιστον του μεγέθους που μας συνήθισαν μέχρι τώρα οι θρησκείες; (αιώνια ζωή, αιώνια ευδαιμονία ή τιμωρία κ.λπ.). Και μια και η απόλυτη διάρκεια, η αιωνιότητα, δεν υπάρχει, και μια και η αιώνια ζωή, η αθανασία, δεν υπάρχει, αυτός δεν είναι άραγε επαρκής λόγος να αρνηθούμε τη ζωή με τη λίγη διάρκειά της, όπως και τη δημιουργική προσπάθεια, μια και κάθε μας έργο είναι πεπερασμένο μέσα στο χρόνο; Χθες ακόμη δεν νικήσαμε μια άλλη αξία, τη στατικότητα, που και σήμερα ακόμη αγωνιζόμαστε ενάντια στο φάντασμά της; Ό,τι αναλλοίωτο διήνυσε τους αιώνες, δεν θεωρήσαμε ότι μας παραδόθηκε απ’ τον ίδιο το Θεό; Δεν πολεμήσαμε με πάθος την αλλαγή σαν το μέγιστο αμάρτημα; Πόσες αγαπητές μας προλήψεις δεν στάθηκε ανίκανο να φωτίσει τις σάπιες ρίζες τους το φως της λογικής μας;
  Η γαλλική επανάσταση υπήρξε η μεγάλη συμβολή σ’ αυτή τη νίκη πάνω στην αξία της στατικότητας. Ο Hegel νομιμοποίησε το χαρακτήρα αυτής της νίκης, και νομιμοποιώντας την αλλαγή σαν ιστορική αναγκαιότητα επιτάχυνε τη φορά της μέσω της ανθρώπινης συνείδησης, μια πρόληψη εξουδετερώθηκε, και ακάθεκτη η ιστορία έφτασε στην άρνηση του αστικού καθεστώτος σε λιγότερο από ενάμιση αιώνα από τότε που πέτυχε τη νίκη του, επαναστατικά, δηλαδή με αυτοσυνείδηση.
  Κάθε τι το στατικά αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο δεν συνιστά αξία. Δικαιώνεται προς στιγμή ιστορικά, μετά καθίσταται αντιδραστικό. Η αιωνιότητα δεν συνιστά την υπέρτατη αξία, και κάθε τι που πάνω του φέρει τη σφραγίδα του τέλους δεν πρέπει να το απορρίπτουμε προκαταβολικά στο όνομα αυτής του της καταδίκης. Η χρονικότητα, το τέλος, είναι μια αναπόδραστη αναγκαιότητα, που πρέπει γαλήνια να αποδεχθούμε, αν δεν θέλουμε να περιπέσουμε στην απελπισία και στην αδράνεια. Θα πεθάνουμε, και μαζί μας τα παιδιά, τα εγγόνια μας και τα δισέγγονά μας. Το σπίτι μας θα γκρεμιστεί και η ταφόπετρα στο μνήμα μας θα σκεπαστεί με χώμα. Κανείς δεν θα θυμάται πια το όνομά μας. Δεν πα να λέει ο παπάς στις κηδείες «Αιωνία αυτού η μνήμη»;
  Αλλά κι αν ταυτίσουμε τη συνείδησή μας με την ύπαρξη όλου του ανθρώπινου γένους, ακόμα και όλου του έμβιου κόσμου, ας μη παραλύει τη θέλησή μας για δράση, ας μη λιγοστεύει την ορμή μας για ζωή, το γεγονός ότι όλα αυτά θα τα κάψει η φωτιά μια μέρα. Ούτε να λυπούμαστε, σαν τον εκατοχρονίτη γέρο του Καζαντζάκη, που εμείς θα ’μαστε νεκροί και τα κοριτσόπουλα θα αγκαλιάζονται με άλλους πάνω στον τάφο μας.
  Όλα θα τα κάψει η φωτιά μια μέρα.
  «Χωρίς μάταιες ανταρσίες να δεις και να δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπινου νου, και μέσα στ’ αυστηρά τούτα σύνορα αδιαμαρτύρητα, ακατάπαυτα να δουλεύεις, να ποιο είναι το πρώτο σου χρέος».
  Να συνειδητοποιήσουμε λοιπόν τα σύνορα του ανθρώπου, την ανθρώπινη κατάσταση, τη μεταφυσική μας κατάσταση. Η ζωή μας, τα έργα μας, η ζωή όλης της ανθρωπότητας, τα έργα όλης της ανθρωπότητας, ο κόσμος όλος, δεν είναι απεριόριστα στο χρόνο και στο χώρο. Οροθετούνται απ’ την άβυσσο, το κοσμικό κενό και την έσχατη εκμηδένιση. Και η συμβουλή του Καζαντζάκη είναι «Κοίταζε κατάματα την άβυσσο, κάθε στιγμή, χωρίς φαντασία, αναίδεια και φόβο» («Ασκητική», σελ. 42).
  Να κοιτάζουμε την άβυσσο χωρίς να τη στολίζουμε με τους κόσμους ενός υπερπέραν, χωρίς να φοβούμαστε τον ίλιγγο του κενού. Να τη δεχόμαστε σαν σύνορο, όπως ο ναυαγός τη θάλασσα που περιτριγυρίζει το μικρό νησάκι του».
  Αντιγράφω από το πρώτο κείμενο, μετά από το παρακάτω απόσπασμα του δεύτερου: Ο Θεός βιώνεται από τον Καζαντζάκη σαν απουσία. Βαραίνει καταθλιπτικά πάνω στην ψυχή του με την απουσία του, δεν είναι το απόλυτο μηδέν. Μέσα σ’ αυτό το βίωμα σπαράζει ο Καζαντζάκης, και η όλη του προσπάθεια είναι να γεμίσει το κενό του απόντος Θεού.
  «Το μόνο πράγμα από το οποίο αντλούσαμε πίστη στη ζωή, ο πιο αξιόπιστος εγγυητής της ηθικής μας, ξεσκεπάστηκε σαν ανθρώπινος μύθος. Η υπόσχεση μιας αιώνιας ζωής, γεμάτης ευδαιμονία, αποδείχτηκε χίμαιρα. Μπροστά σ’ αυτή την απουσία, που ο Σαρτρ βιώνει την ανθρώπινη ελευθερία και με βάση αυτή προσπαθεί να ανασυστήσει την ανθρώπινη ευθύνη, υψώνοντας άπειρα το status του ανθρώπου, όπως είχε προβλέψει ο Κυρίλωφ στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι, ο Καζαντζάκης βιώνει την εγκατάλειψη του ανθρώπου και την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τις οποίες προσπαθεί να εκμηδενίσει με μια εσωτερική κατάφαση γεμάτη τραγικότητα της ανθρώπινης κατάστασης, που τόσο απότομα του αποκαλύφθηκε πέφτοντας το πέπλο της αυταπάτης που την κάλυπτε τόσες χιλιετηρίδες τώρα. Η όψη της πραγματικότητας είναι τόσο οδυνηρή, η αυταπάτη του Μύθου τόσο αναγκαία, ώστε απεγνωσμένα ζητάει ένα υποκατάστατο του Θεού που θα τον αντικαταστήσει στη βαθμίδα της πίστης.
  Δυο ρεύματα φαίνονται να διακατέχουν την ύλη και να καθορίζουν τους τρόπους διάταξής της: «α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία και β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο» («Ασκητική», σελ. 9). Οπωσδήποτε αυτή η σχηματοποίηση δεν είναι καθόλου παρατραβηγμένη, αφού και ο Χέρμπερτ Μαρκούζε την υιοθετεί στο έργο του «Έρως και πολιτισμός». Υπάρχει το ανηφορικό ρεύμα, το ρεύμα της ζωής και της σύνθεσης, που του δίνει μάλιστα το όνομα «έρως», και το κατηφορικό ρεύμα, η τάση προς αποδιοργάνωση της ζωής και την περιστολή της στη στατικότητα της άψυχης ύλης. Όμως, παρ’ όλο που το ανηφορικό ρεύμα πρέπει να τραβήξει την προτίμησή μας, ο Καζαντζάκης λέγει πως «και τα δυο αντίδρομα ρεύματα είναι άγια («Ασκητική», σελ. 10). Αυτά τα δυο ρεύματα βρίσκουν τα σύμβολά τους στο πρόσωπο του άνδρα και της γυναίκας. «Είναι (το σώμα της γυναίκας) όργανο υποταχτικό μιας άλλης δύναμης, πιο μεγάλης, που κανένας δεν μπορεί – θα ’ταν ιεροσυλία – να της αντισταθεί: της παγκόσμιας δύναμης που μας σπρώχνει προς τα κάτω» («Ιαπωνία-Κίνα», σελ. 195).  «Η ηδονή είναι ανήλεος αγώνας, ακαταπόνητο μίσος των δύο φύλων, δυο εχτρικές κοσμικές δυνάμεις που πλάθουνε τον κόσμο: αυτή που ανεβαίνει και αυτή που κατεβαίνει. Ο άντρας που θέλει να σηκώσει το κεφάλι του κατά τον ουρανό, κι η γυναίκα που τον αδράχνει σουρίζοντας, νιαουρίζοντας, και τον κατεβάζει στη γης» («Βραχόκηπος», σελ. 138).
  Πέρα απ’ αυτά τα σύμβολα ο Καζαντζάκης τους δίνει κι άλλα ονόματα. Το ανηφορικό ρεύμα είναι ο Θεός. «Θα μπορούσαμε να του δώσουμε ό,τι άλλο όνομα θέλαμε», λέγει, «Άβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο Σκοτάδι, Απόλυτο φως, Ύλη, Πνέμα, Τελευταία Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία, Σιωπή» («Ασκητική, σελ. 63). Το κατηφορικό ρεύμα δεν το ονοματίζει, αλλά θα μπορούσε εύκολα να του δώσει το όνομα «κακό» ή «διάβολος».
  Με μια πανθεϊστική αντίληψη πιστεύει ότι κάθε τι στον κόσμο είναι έκφραση του Θεού. Η άψυχη ύλη, τα φυτά, τα ζώα, ο άνθρωπος, είναι βαθμίδες οργάνωσης της ύλης και οργανωτής είναι ο Θεός, που βιάζει την ύλη να φτάσει σε ακόμη υψηλότερης ποιότητας οργάνωση. Ο άνθρωπος είναι προς το παρόν το τελευταίο σκαλοπάτι αυτής της κλίμακας, μα είναι μοιραίο να ξεπεραστεί. Ο Νίτσε οραματιζόταν τον διάδοχο του ανθρώπου στην κορφή της πυραμίδας, τον υπεράνθρωπο. Ο Καζαντζάκης οραματίζεται τον δημιουργό αυτής της πυραμίδας που σαν πύργος της Βαβέλ ανυψώνεται ακατάπαυτα προς τον ουρανό. Αυτός ο δημιουργός, που τον ονομάζει και Μεγάλη Πνοή ή σκέτα Πνοή, αποτελεί την ουσία του ανθρώπου. «Πιστεύω ακλόνητα στην ευγένεια και στη δύναμη μιας Πνοής που διαπερνάει φυτά, ζα, ανθρώπους, και τώρα μάχεται συνειδητά μέσα μου και θέλει να με ξεπεράσει, να λευτερωθεί από την ανάξια φύση μου, να γλιτώσει από μένα. Την Πνοή αυτή μάχομαι να υπηρετώ, γιατί ξέρω πως αυτή κι όχι το σακί αυτό τα κόκαλα, το κρέας το μυαλό και τα πάθη που κουβαλώ, είναι η ουσία της ψυχής μου» (? σελ. 222).
  Έχουμε μήπως το δικαίωμα αυτή την Πνοή, αυτό το Πνέμα, αυτό τον Αόρατο, όπως λέγει αλλού, να τον θεωρήσουμε ταυτόσημο με το Θεό; Πρέπει να αφεθούμε να μας εξαπατήσει η μυστική γλώσσα του Καζαντζάκη και να θεωρήσουμε ένα απλό υποκατάστατο του Θεού στη βαθμίδα της πίστης σαν πραγματικό Θεό, παρ’ όλο που ελάχιστα χαρακτηριστικά του Θεού, όπως τον εννοεί ο λαός, διαθέτει, και να ισχυρισθούμε ότι πιστεύει στο Θεό, ή έστω σε Θεό; Ο ίδιος ο Καζαντζάκης κόβει τη φόρα σ’ όσους έχουν τέτοια διάθεση.
  «Κι όταν λέω Αόρατος δεν εννοώ κανένα παπαδίστικο Θεό, μήτε καμιά μεταφυσική Συνείδηση ή κανένα ποιητικό αντικαθρεφτισμό της επιθυμίας· εννοώ την κοσμογονική Δύναμη που μεταχειρίζεται εμάς τους ανθρώπους – και πριν από μας τα ζώα, τα φυτά και την ύλη-φορείς της, υποζύγιά της, και βιάζεται σα να ’χε ένα Σκοπό και ν’ ακολουθούσε ένα δρόμο («Ταξιδεύοντας: Ρουσία», σελ. 10).
  Όποιος και μετά απ’ αυτό το απόσπασμα, νομίζει ότι ο Καζαντζάκης πιστεύει σε Θεό, θα πρέπει να παραδεχθεί ότι και ο Μαρξ πιστεύει σε Θεό, μόνο που τον ονομάζει Διαλεκτικό Υλισμό.
  Όμως πώς συντελείται αυτή η πορεία του Αόρατου;
  «Η ουσία του Θεού μας είναι ο Αγώνας. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγονται και δουλεύουν αιώνια, ο πόνος η χαρά και η ελπίδα. Το ανηφόρισμα, ο πόλεμος με το αντίδρομο ρέμα, γεννάει τον πόνο. Μα ο πόνος δεν είναι ο απόλυτος μονάρχης. Η κάθε νίκη, η κάθε προσωρινή ισορρόπηση στο ανηφόρισμα γιομώνει χαρά το κάθε ζωντανό που αναπνέει, θρέφεται, ερωτεύεται και γεννάει. Μα μέσα απ’ τη χαρά κι από τον πόνο αναπηδάει αιώνια η ελπίδα να ξεφύγουμε από τον πόνο, να πλατύνουμε τη χαρά. Κι αρχίζει πάλι το ανηφόρισμα – ο πόνος – και ξαναγεννιέται η χαρά και ξαναπηδάει η νέα ελπίδα. Ποτέ δεν κλείνει ο κύκλος. Δεν είναι κύκλος, είναι ένας στρόβιλος που αιώνια ανεβαίνει, πλαταίνοντας, τυλίγοντας ξετυλίγοντας, τον τρισυπόστατον αγώνα. Ποιος είναι ο σκοπός του αγώνα τούτου; Έτσι ρωτάει ο κακομοίρης, συφεροντολόγος πάντα, νους του ανθρώπου, ξεχνώντας πως η Μεγάλη Πνοή δε δουλεύει μέσα σε ανθρώπινο καιρό, τόπο και αιτιότητα. Η Μεγάλη Πνοή είναι ανώτερη από τ’ ανθρώπινα τούτα ρωτήματα. Έχει πλούσιες, πολυπλάνητες ορμές, που για το λιγόπνοο νου μας φαντάζουν αντίφασες· μα μέσα στην ουσία της θεότητας αδελφώνονται και πολεμούν όλες μαζί, πιστές παραστάτισσες («Ασκητική», σελ. 56-57).
  Αυτή η θεωρία έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τον διαλεκτικό υλισμό και τον Σπινόζα. Η ιδέα της ανέλιξης, της μετάβασης μιας κατάστασης σε ανώτερο επίπεδο είναι κοινή στον μαρξισμό. Όμως μεταφράζεται στον Καζαντζάκη με όρους ανθρώπινων αισθημάτων. Το ανηφόρισμα, η επαναστατική τάση, είναι μια επώδυνη πορεία, μα που δεν μπορούμε να της ξεφύγουμε. Δεν είναι στη θέλησή μας να της ξεφύγουμε. «Φυτά, ζώα, άνθρωποι, είναι τα σκαλοπάτια που δημιουργεί ο Θεός για να πατήσει και ν’ ανέβει» («Ασκητική», σελ. 58). Και το σκαλοπάτι δεν μπορεί ποτέ να ξεφύγει από το ανθρώπινο πόδι. Όμως όταν έλθει η καινούρια ισορρόπηση, πόσο πλαταίνει η χαρά μας, πόσο φαίνεται πως άξιζε το τίμημα! Όμως προς τι όλο τούτο τ’ ανηφόρισμα; Η ουσία του Θεού είναι ασύλληπτη για τον άνθρωπο. Ό,τι φαντάζει αντίφαση στον άνθρωπο σοφιλιάζεται οργανικά μέσα στους κόλπους της θεότητας. Έτσι είναι περιττό να ρωτάμε.
  Αυτή είναι η οντολογία του Καζαντζάκη. Δυο φωτιές είναι η αρχή και το τέλος του σύμπαντος, δυο φωτιές οροθετούν την κλίμακα της οργανωμένης ύλης. Ο άνθρωπος κατέχει μια θέση σ’ αυτή την κλίμακα, καθόλου ξεχωριστή. Ο μύθος ότι ο άνθρωπος αποτελεί την πεμπτουσία της δημιουργίας έχει συντριβεί. Είναι η προς το παρόν υψηλότερη βαθμίδα της κλίμακας και η ιστορία δείχνει πως δεν πρόκειται καθόλου να είναι η τελευταία· όπως δεν ήταν ούτε τα φυτά ούτε τα ζώα, ούτε ο προγονός μας ο πίθηκος, όντα που απετέλεσαν διαδοχικές βαθμίδες στην ανέλιξη της ύλης. Ο Νίτσε προσανατολίστηκε στην επόμενη βαθμίδα, τον Υπεράνθρωπο. Ο Καζαντζάκης αγκαλιάζει με το βλέμμα του όλη την κλίμακα των όντων, και προσπαθεί να εξακριβώσει την εσώτερή τους ουσία. Την ανελικτική τάση της ύλης, την τάση της προς υψηλότερη ποιοτικά οργάνωσή της την θεοποιεί, την καθιστά «ουσία της ψυχής του». Απ’ τη μια γεμίζει άκρατη υπερηφάνεια. Ο άνθρωπος είναι σήμερα η εμπροσθοφυλακή αυτής της δύναμης, στους ώμους του έχει πέσει το επώδυνο καθήκον ν’ ανεβάσει το Θεό στην επόμενη βαθμίδα. Απ’ την άλλη νοιώθει απελπισία που δεν είναι μοναδικός. Η συνειδητοποίηση είναι πολύ πρόσφατη, και νιώθει να λυγίζει κάτω από το βάρος της. Προσπαθεί να το πάρει πια απόφαση «Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει και χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της». Το «ναι» που προτάσσει, εκφράζει την απελπισία του μπροστά σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση».  
  Σε ένα κείμενο στη σελίδα τέσσερα του τετραδίου με τη δεύτερη εκδοχή, γράφω με μολύβι στο τέλος «Ίσως καλό ως επίλογος». Είναι το παρακάτω.
  «Ο Νίτσε έλεγε για τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, ότι με τη βοήθεια τριών ανεκδότων μπορεί κανείς να ανασυστήσει το πορτραίτο ενός ανθρώπου. Ποια να είναι τάχα αυτά τα τρία ανέκδοτα που αν σωζόταν μόνο αυτά απ’ όλο το έργο του Καζαντζάκη θα βοηθούσαν τον οξυδερκή μελετητή του μέλλοντος να ανασυστήσει το πνευματικό του πορτραίτο χωρίς να προδώσει το πολυδιάστατο πνεύμα του; Νομίζω πως τα τρία ανέκδοτα, που μόνα τους θα αρκούσαν, είναι το «Πιστεύω» του στο τέλος της «Ασκητικής», η φράση «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος» που γράφηκε στο σταυρό του πάνω στον τάφο του και η φράση «Δεν πιστεύω στον άνθρωπο αλλά στη δύναμη που υπάρχει μέσα του». Αυτά τα τρία ανέκδοτα κλείνουν όλη την κοσμοθεωρία του: Το μεταφυσικό πιστεύω του, η στάση του απέναντι στη ζωή και η αντίληψή του για τον άνθρωπο».  


  Και θυμήθηκα.
  Τη ρήση του Νίτσε που αναφέρω σ’ αυτό τον επίλογο τη βρήκα στο βιβλίο του «La naissance de la philosophie à lépoque de la tragédie grecque» (Η γέννηση της φιλοσοφίας στον αιώνα της ελληνικής τραγωδίας), γαλλική μετάφραση που, μαζί με το «Questions de méthode» του Σαρτρ μετάφρασα στα ελληνικά, τριτοετής φοιτητής, για να εξασκήσω τα γαλλικά μου. Άρα η δεύτερη γραφή έγινε μετά το 1969. Μάλιστα, θυμήθηκα πάλι, ήμουν αποφασισμένος να γράψω αυτό το βιβλίο το καλοκαίρι του 1971. Όμως έπρεπε να δουλέψω για τον επιούσιο. Δούλευα πέντε ώρες την ημέρα, και τρεις το Σάββατο, στο φροντιστήριο αγγλικών του κ. Σταυρακάκη, στο φροντιστήριο στο οποίο πριν τρία χρόνια ήμουν μαθητής. Είχα πάρει το proficiency του Michigan, επάρκεια και άδεια διδασκαλίας. Την τελευταία τη βρήκα στα χαρτιά μου.


Post a Comment