Book review, movie criticism

Saturday, May 21, 2016

Elchin Musaoglu, Nabat




  Εξαιρετική η ταινία του Elchin Musaoglou, από το Αζερμπαϊτζάν.
  Η Ναμπάτ ζει κοντά σε ένα χωριό που βρίσκεται στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όταν μαίνεται η σύγκρουση ανάμεσα στους αρμένιους και τους αζερμπαϊτζανούς, γύρω στο 1992 (άκουσα ότι αναζωπυρώθηκαν πρόσφατα οι συγκρούσεις). Το χωριό κάποια στιγμή εκκενώνεται μπροστά στην προοπτική να το καταλάβουν οι αρμένιοι και να υπάρξουν θύματα ανάμεσα στους κατοίκους. Κάποιοι γέροι όμως δεν έχουν διάθεση να μετακινηθούν, και οι δικοί τους δεν μπορούν να τους εγκαταλείψουν. Ο διοικητής δίνει εντολή. Θα απομακρυνθούν με τη βία.
Η Ναμπάτ που πηγαίνει καθημερινά στο χωριό και πουλάει το γάλα από την αγελάδα της, ένα πρωί το βρίσκει εγκαταλειμμένο. Ακόμη και εκείνος στον οποίο πουλούσε το γάλα έχει φύγει. Περιφέρεται στα σπίτια. Σε κάποια φαίνονται τα ίχνη μιας βιαστικής αναχώρησης. Ανάβει τις λάμπες. Το βράδυ, από μακριά, με τις λάμπες αναμμένες, το χωριό φαίνεται κατοικημένο.
Κάπου στο τέλος της ταινίας ο αζερμπαϊτζανός διοικητής αναρωτιέται πώς και δεν καταλήφθηκε. Μάλλον οι αρμένιοι δεν ήθελαν να ρισκάρουν, βλέποντας το χωριό φωτισμένο. Καθώς φαίνεται να έχει αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων στην περιοχή, επιστρέφουν οι στρατιώτες. Η πρώτη κίνηση που κάνουν είναι να στυλώσουν το πεσμένο τηλεγραφόξυλο.  
Ο άντρας της είναι κατάκοιτος. Τον περιποιείται. Σε λίγο θα πεθάνει. Μεγάλος έρωτας, την είχε κλέψει. –Έτσι νομίζεις, του λέει. Είναι γνωστό ότι η γυναίκα κάνει πάντα το δικό της, αφήνοντας τον άντρα να πιστέψει ότι το κάνει αυτός.
Και ένα συγκινητικό επεισόδιο.
Ακούει ουρλιαχτό λύκου. Ψάχνει. Ένας λύκος έχει πέσει μέσα σε ένα λάκκο-παγίδα. Πηγαίνει σπίτι και παίρνει το τουφέκι. Σκοπεύει. Μετανιώνει. Ρίχνει μια σανίδα. Στην τρίτη απόπειρα ο λύκος, ή μάλλον η λύκαινα, βγαίνει. Είναι λύκαινα, γιατί σε λίγο την βλέπουμε να πηγαίνει στα μικρά της.
Από μακριά παρακολουθεί συχνά τη Ναμπάτ, λες και θέλει να της εκφράσει την ευγνωμοσύνη της που την έσωσε. Κάποια στιγμή η Ναμπάτ της μιλάει, τη ρωτάει γιατί δεν φεύγει.
Ο γιος της σκοτώθηκε στον πόλεμο, στρατιώτης, και τη μοναδική φωτογραφία που είχαν την έχασε ο φωτογράφος που του την είχαν δώσει για μεγέθυνση. Μετά το θάνατο του άντρα της η θλίψη την έχει καταβάλει. Σε κάποια σκηνή στο τέλος τη βλέπουμε ακουμπισμένη στην ταφόπλακα στο μνήμα του γιου της, όπου πριν λίγες μέρες είχε σκάψει και είχε θάψει και τον άντρα της. Στην τελευταία σκηνή τη βλέπουμε καθισμένη σε ένα κορμό δένδρου που στηριγμένος σε δυο κούτσουρα λειτουργεί σαν πάγκος. Όσο την πλησιάζει η κάμερα τόσο επιβεβαιώνεται αυτό που υποπτευόμασταν: είναι νεκρή. Αρχίζει να πέφτει χιόνι. Και η κάμερα απομακρύνεται, δείχνοντας τις νιφάδες να πέφτουν όλο και πιο πυκνές.
Όσο δεν μου αρέσει η ποίηση, άλλο τόσο μου αρέσει ο ποιητικός κινηματογράφος, εφόσον ο λυρισμός της εικόνας υπηρετεί την αφήγηση. Ήξερα από την πρώτη σκηνή ότι αυτό που επρόκειτο να δω θα μου άρεσε. Ένα σπιτάκι πέρα στη βουνοπλαγιά, και ένας δρόμος που καταλήγει στην κάμερα. Μετά από λίγο βλέπουμε μια φιγούρα να πλησιάζει. Είναι η Ναμπάτ, που κρατάει δυο μπουκάλες με γάλα.
Αργοί η ρυθμοί της ταινίας, ο Μουσάογλου δεν βιάζεται να πει την ιστορία του, και ο λόγος περιορισμένος στο ελάχιστο. Αζερμπαϊτζανός Αγγελόπουλος.
Εξαιρετική στο ρόλο της η ιρανή Fatemeh Motamed-Arya, την οποία έχω δει σε πάρα πολλά ιρανικά έργα.
Post a Comment