Book review, movie criticism

Wednesday, October 6, 2021

Sabiha Sumar, Συνάντηση με τους Καλάς (2019)

Sabiha Sumar, Συνάντηση με τους Καλάς (2019)

 


  Ένα ακόμη ντοκιμαντέρ για τους Καλάς που έλκουν την καταγωγή τους από τους στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μιας πακιστανής σκηνοθέτιδας αυτή τη φορά.

  Στον σύνδεσμο που παραθέτω υπάρχει αρκετό από το πληροφοριακό υλικό που βρήκα στην ταινία, και πρόσθετο. Όμως όχι όλο. Δεν αναφέρεται για παράδειγμα το Bashali, ένα μέρος που πηγαίνουν οι γυναίκες που έχουν περίοδο και αυτές που είναι έγκυες, οι πρώτες μέχρι να τελειώσει η περίοδός τους και οι δεύτερες για ένα μήνα αφού γεννήσουν. Μήπως επειδή θεωρούνται μη καθαρές; Ή μήπως είναι για να απαλλαχθούν από τις οικογενειακές εργασίες; Πάντως οι γυναίκες των Καλάς, σε αντίθεση με τις μουσουλμάνες, μπορούν να επιλέξουν οι ίδιες τον άντρα τους και επίσης να χωρίσουν.  

  Η πίεση που ασκείται από τους μουσουλμάνους είναι μεγάλη. Παλιά υπήρχαν εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί, αλλά, διαβάζω, συμβαίνουν ακόμη και τώρα. Το κράτος αναγνωρίζει την εθνοθρησκευτική μειονότητά τους (είναι πολυθεϊστές), χρηματοδοτεί και το δημοτικό σχολείο όπου τα μικρά παιδιά διδάσκονται τη γλώσσα και τις παραδόσεις τους, αλλά για να συνεχίσουν πρέπει να πάνε αναγκαστικά σε μουσουλμανικό γυμνάσιο. Υπάρχουν και οι οικονομικές πιέσεις, για ένα καλύτερο μέλλον πρέπει να ψάξουν αλλού, όχι στην περιοχή των Καλάς. Ο τουρισμός που εισβάλλει όλο και περισσότερο στην περιοχή τους απειλεί την κουλτούρα τους, όμως ταυτόχρονα είναι και μια σημαντική πηγή εισοδήματος.

  Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

  Και αντίστροφα βέβαια.

  Οι γυναίκες είναι αυτές που διατηρούν τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, με πιο χαρακτηριστικό την ενδυμασία. Οι άνδρες ντύνονται όπως οι μουσουλμάνοι δίπλα τους.

  Υπάρχει μια βιβλιοθήκη και ένα μουσείο που στήθηκαν με τη βοήθεια μιας ελληνικής ΜΚΟ. Το ξέρουμε ότι οι έλληνες προσπαθούν να στηρίξουν όσο μπορούν τους Κάλας. Είδα σε ένα άλλο ντοκιμαντέρ έναν Κάλας που ήλθε εδώ στην Ελλάδα να σπουδάσει, και είπε ότι τους επισκέφτηκαν οι σλαβομακεδόνες αλλά αυτοί τους έδιωξαν. Ξέρουμε, τους είπαν, ποια είναι η καταγωγή μας.

 

Tuesday, October 5, 2021

Στρατής Τσίρκας: Η Νυχτερίδα

 

Στρατής Τσίρκας: Η Νυχτερίδα, Κέδρος 1965, σελ. 504

 


  Και με το μυθιστόρημα «Η Νυχτερίδα» ολοκληρώνουμε την τριλογία του Στρατή Τσίρκα «Ακυβέρνητες πολιτείες». Τα άλλα δυο μυθιστορήματα ήταν «Η λέσχη» και η «Αριάγνη».

  Εδώ το πολιτικό εισβάλει περισσότερο από ό,τι στα μυθιστορήματα αυτά. Το μεγαλύτερο επεισόδιο βρίσκεται στο τέλος, με την ανταρσία του ναυτικού και την καταστολή του από τους Άγγλους. Ο τόπος που διαδραματίζεται η δράση είναι η Αλεξάνδρεια, ο χρόνος το 1944.

  Στην ανάρτησή μου για τη «Λέσχη» έγραψα για τον ανολοκλήρωτο έρωτα του Μάνου και της Έμμης που τους στοιχειώνει.

  Βιάστηκα.

  Δεν ξέρω αν στοίχειωσε την Έμμη, ελάχιστες αναφορές θα γίνουν γι’ αυτήν στην «Αριάγνη» και στη «Νυχτερίδα», όμως σίγουρα δεν στοίχειωσε τον Μάνο. Και ενώ στην «Αριάγνη» θα έχουμε απλώς τη σεξουαλική σχέση του Μάνου με την Αλέγρα, η σχέση  του με τη Νάνσυ στη «Νυχτερίδα» είναι έρωτας. Μάλιστα στον επίλογο που θα δούμε τις τύχες των ηρώων μετά τον εμφύλιο, θα τους βρούμε παντρεμένους. Για την Έμμη την κακομοίρα γίνεται μόνο μια αναφορά, αν δεν κάνω λάθος.

  «Με ρώτησε αν εξακολουθώ ν’ αγαπώ την Έμμη. Της είπα πως όχι ακριβώς, αλλά τούτο πραγματικά μ’ ενοχλούσε να το κουβεντιάσω. Έγειρε πάλι και με φίλησε».

  Ποια ήταν αυτή;

  Μα η Νάνσυ.

  Οι νυν έχουν πάντα μια περιέργεια για τις πρώην.

 Εδώ ο Τσίρκας γίνεται πιο καταγγελτικός, όχι μόνο για τις αποφάσεις της καθοδήγησης αλλά και για τις ιδιοτέλειες κάποιων στελεχών, βασικά του Ανθρωπάκι, τον οποίο κατακεραυνώνει. Έτσι κι αλλιώς ο Τσίρκας μετά την έκδοση της «Λέσχης» διαγράφηκε από την οργάνωση των Ελλήνων Κομμουνιστών Αιγύπτου, οπότε δεν είχε κανένα ενδοιασμό να πει τα πράγματα έξω από τα δόντια.  

  Και η νυχτερίδα ποια είναι;

  Είναι μια γριά υπηρέτρια της πανσιόν όπου μένει η Νάνσυ και φιλοξενείται ο Μάνος. Αφηγείται στη Νάνσυ τη ζωή της.

  «Κάναμε ένα νούμερο με τον πατέρα μου και τη μητριά μου, εγώ ήμουν σχοινοβάτης και παράσταινα τη Νυχτερίδα. Φορούσα ένα μαύρο σφιχτό μαγιό από την κορυφή ως τα νύχια, κατάσαρκα, καταλαβαίνετε. Τότε οι άντρες για να δούνε γυμνό, δεν ήταν όπως σήμερα, που περπατούνε, να, κάτω απ’ τα μπαλκόνια, τσίτσιδες, και κανείς δεν τους δίνει σημασία. Φορούσα και μια χρυσή μάσκα στα μάτια κι επειδής είχα πρόωρη ανάπτυξη, άναβε και κόρωνε το Πολυθέαμα. Αλλά η μητριά μου με πρόσεχε, με βοηθούσε κιόλας, τους πολύ ζόρικους τους τραβούσε στο καμαρίνι της κι εκεί τους καλμάριζε».

  Στο «Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες από τις μέρες σας» (1989) του Αντρέι Ζουλάφσκι, η Σοφί Μαρσώ παρουσιάζεται σε ένα ανάλογο πολυθεάμα, στο οποίο ερεθίζει τους θεατές μένοντας στο τέλος ολόγυμνη. Είναι σε κατάσταση ύπνωσης. Εδώ δεν είναι η μητριά της αλλά η ίδια η μάνα της που την πιέζει να κάνει αυτό το νούμερο.

  Υφολογικά είναι ο Τσίρκας που είδαμε στα άλλα δυο μυθιστορήματα της τριλογίας, με την κλασική αφήγηση αλλά και τον μοντερνισμό με τη ροή συνείδησης και τον εσωτερικό μονόλογο, αλλά και με μια πρωτοτυπία: εδώ χρησιμοποιεί κάποιες φορές την πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε μια αποστροφή «εις εαυτόν», αντί να χρησιμοποιήσει την τριτοπρόσωπη αφήγηση. Παράδειγμα: «Διστάζεις, τα γόνατά σου δεν ακούν. Ως τώρα περπατούσατε σε φίλιο έδαφος, αλλά τούτος ο δρόμος είναι σα μια σφήνα του καθωσπρέπει κόσμου στα μυστικά της φτώχειας σας… Ύστερα από τη λεωφόρο ξαναβρίσκεις το γνωστό κόσμο… Σιμώνετε στη θάλασσα, τα περιβόλια και οι φράχτες λιγοστεύουν. Πασχίζεις ν’ αφουκραστείς το βουητό της όπως  το πρωί, μα δεν ακούεται τίποτα. Τα πόδια σας βουλιάζουν μαλακά μες στη ζεστή άμμο. Ο ήλιος καίει και πυρώνει το κουρεμένο κεφάλι σου. Το νιώθεις βαρύ σαν πεπόνι. Μπρος στο ξέφραγο οικόπεδο ο Τόνης στέκεται. Μια κατσίκα μασουλίζει…».

  Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα ακόμη.

  «Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ένας ήχος τρεμουλιαστός, σαν το κουδουνάκι κάποιων κινηματογράφων για ζευγαράκια, που σημαίνει διακριτικά πριν να ανάψουν τα φώτα της αίθουσας».

  Αναρωτιέμαι τι ταινίες να έδειχναν αυτοί οι κινηματογράφοι. Δεν πιστεύω τσόντες.

  «Μόλις τελείωσα, κατάλαβα πως αν ξανάρχιζα, θα το έπαιζα καλύτερα, την τρίτη φορά θα ήμουν τέλειος, την τέταρτη θα έφτανα τον Πεντερέβσκι (Πεντερέτσκι), την πέμπτη θα τους έκανα να με προσκυνήσουν, θα ήμουν θεός».

  Θυμήθηκα ένα ανέκδοτο στο αγγλικό αναγνωστικό, Dixon, που κάναμε στο «Ελληνοαμερικανικό Επιμορφωτικό Ινστιτούτο» του κυρίου Σταυρακάκη στην Ιεράπετρα. Το γράφω σύντομα, όπως το θυμάμαι.

  Ο Πεντερέτσκι είχε μια ταμπέλα στην πόρτα του διαμερίσματός του που έγραφε: Παραδίδονται μαθήματα πιάνου, 30 ευρώ η ώρα. Φανταστείτε την έκπληξή του όταν επισκέφτηκε έναν παλιό του μαθητή και είδε πάνω στην πόρτα του διαμερίσματός του μια ανάλογη ταμπέλα να γράφει: Μαθητής του Πεντερέτσκι, 50 ευρώ η ώρα.

  «… την Πακάρ την έχω πάντα έτοιμη. Θα βάλω μέσα την Κλοκλό, πίσω τη γυναίκα μου με τον εραστή της-απαραίτητος αυτός, γιατί ξέρει από αυτοκίνητα».

  Και στα τρία μυθιστορήματα σχεδόν όλοι και όλες γκομενίζουν, εν γνώσει τις περισσότερες φορές του ετέρου ήμισυ.

  «Ξαφνικά θυμήθηκε την απειλή της Τζούλιας: Ή μ’ αφήνεις με το Θανάση ή θα βγω στο δρόμο να μαζέψω τον πρώτο που θα βρω. Είναι ζήτημα υγείας, κατάλαβες; Αυτή λοιπόν ήταν η Μπατ [Νυχτερίδα], που το γέλιο της έσκιζε με χρυσές αστραπές τις νύχτες σου, είκοσι χρόνια!».

  Και για τους άντρες είναι ζήτημα υγείας, καλής υγείας του προστάτη.

  «Ως κι η Βικτώωωωρια/ είχε βλενόοοροια… Οι Γραικοί βαστούσαν τα παΐδια τους και οι Εγγλέζοι δεν καταλάβαιναν μπιτ».

  Ούτε και εγώ καταλάβαινα ότι το κομμάτι που έπαιζα στη φλογέρα μου ήταν ο εθνικός ύμνος της Αγγλίας. Μου το είπε μια οικογενειακή φίλη, Κύπρια, όταν με άκουσε να το παίζω.

  Αυτά με τον Τσίρκα. Τη «Χαμένη άνοιξη» τη διάβασα πριν χρόνια, δεν ξέρω αν θα έχω χρόνο να την ξαναδιαβάσω.

Στρατής Τσίρκας: Αριάγνη

Στρατής Τσίρκας: Αριάγνη, Κέδρος 1962, σελ. 408

 


  Στην «Αριάγνη» η πλοκή τοποθετείται στο Κάιρο. Αν στη «Λέσχη», σε πρώτο πλάνο, βρισκόταν ο έρωτας της Έμμη και του Μάνου, εδώ σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η Αριάγνη. Είναι μια γυναίκα γεμάτη αποφασιστικότητα. Πρότυπό της είχε ο Τσίρκας μια γειτόνισσά τους στην Αλεξάνδρεια, την Αριάγνη, αν και, όπως του επεσήμαναν (το διαβάζω στο «Ημερολόγιο στις Ακυβέρνητες Πολιτείες»), έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά της μητέρας του. μΗμ

  Και ο έρωτας;

  Όχι, δεν υπάρχει, ή μάλλον υπάρχει η ανάμνηση της Έμμης. Τη θέση της Έμμης έχει η Αλέγρα, όμως η σχέση του Μάνου μαζί της είναι καθαρά σεξουαλική.

  Το πολιτικό έχει περισσότερο μερίδιο θα έλεγα σ’ αυτό τον δεύτερο τόμο. Οι συσκέψεις των στελεχών και η πορεία προς τον Ευφράτη, σε μια προσπάθεια εξουδετέρωσης της δεύτερης ταξιαρχίας, είναι τα κεντρικά επεισόδια.

  Πολυπρόσωπο μυθιστόρημα όπως και η «Λέσχη», με πρόσωπα που θυμίζουν πασαρέλα σε καλλιστεία, καθώς αρκετά απ’ αυτά έχουν χαλαρή σχέση με την πλοκή. Και πού να θυμάται ο αναγνώστης ποιος είναι ο Κουρτ, όταν τη «Λέσχη» τη διάβασε πριν ένα χρόνο; (Εν τάξει, όχι όλοι, αλλά πιστεύω οι περισσότεροι).

  Υφολογικά είναι ο γνωστός Τσίρκας. Θα δούμε και εδώ τον εσωτερικό μονόλογο, ενώ δίνει το λόγο και στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Μάνου Σιμωνίδη (όπως είναι το πραγματικό επώνυμό του), υπερβαίνοντας τα όρια των δυνατοτήτων της τριτοπρόσωπης αφήγησης και αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα της πρωτοπρόσωπης. Ο αντιρατσισμός του Τσίρκα εκφράζεται στα επεισόδια με τον Γιούνες, που κι αυτός είναι πλασμένος από πραγματικό πρότυπο. Αυτός ο αράπης που ο Διονύσης, ο άντρας της Αριάγνης, δεν τον χωνεύει, όχι για άλλο λόγο παρά επειδή είναι αράπης, έσωσε την κόρη τους.

  Όταν ήμουν μικρός νόμιζα ότι αράπης είναι ο μαύρος. Τελικά είναι ο arab, ο Άραβας. Ο κυρ Γιώργος, ο πατέρας της κυρίας Πολυξένης, της αφεντικίνας μου στο φροντιστήριο αγγλικών στο οποίο δίδαξα τεταρτοετής φοιτητής αλλά και μετά που τέλειωσα το στρατιωτικό, αιγυπτιώτης, συχνά στην κουβέντα του ανέφερε τους αραπάδες, όχι με τις αρνητικές (ή τόσο αρνητικές τουλάχιστον) συνδηλώσεις οι οποίες συνόδευαν τη λέξη στη συνείδησή μου.

  Και τώρα κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.

  «-Φέρτε το κότσι, είπε ο Σεχ Σάλταμ με ύφος σκοτεινό.

Για να γλιτώσει τις ξυλιές, ο Ναμπουλιόν έπρεπε να βγει βεζίρης. Βγήκε ρεζίλης. Φέρανε τη βέργα και πήρανε σειρά. Ο στραβός τις κατέβαζε με άχτι, δεν αστοχούσε».

  Εμείς το λέγαμε μιντίρι.

  Αντιγράφω από το αυτοβιογραφικό κείμενο «Φίλοι και παιχνίδια».

  «Παίζαμε επίσης και μιντίρι. Το μιντίρι ήταν το κότσι από ένα πρόβατο ή ένα κατσίκι. Το τινάζαμε και έπεφτε με μια από τις τέσσερις επιφάνειες στην κορυφή. Οι δυο πιο μεγάλες ήταν ο ψωμάς και ο κλέφτης. Η πλευρά με ένα ελαφρύ εξόγκωμα ήταν ο ψωμάς, ουδέτερο, ενώ η πλευρά με ένα μικρό βαθούλωμα ήταν ο κλέφτης, που έτρωγε το ξύλο. Οι άλλες δυο μικρότερες πλευρές ήταν ο βεζύρης, με τη λεία επιφάνεια, που εκτελούσε, και ο βασιλιάς, με την επιφάνεια που είχε ένα μικρό βαθούλωμα, που διέτασσε.  Αν ήσουν βασιλιάς και ήταν φίλος σου ο κλέφτης διάταζες δέκα «της Ελένης». Τότε ο βεζίρης έσερνε τη βέργα σαν δοξάρι πάνω από την παλάμη του κλέφτη, σαν να ήταν λύρα ή βιολί. Αν δεν τον χώνευες, διέτασσες δέκα της βαράς φωτιάς, που ήταν όπως το ξύλο που μας έδιναν οι δάσκαλοι στο σχολείο. Υπήρχαν και «του κλέφτη», καρφωτές, που η βέργα μπηγόταν με την άκρη στην παλάμη του κλέφτη».

  «Οι άλλοι άρρωστοι του θαλάμου πετούσαν κουβέντες στα πολωνικά, θα ’ταν πειράγματα, γιατί την έβλεπα να ρουθουνίζει δύσθυμα και ν’ αποφεύγει να τους κοιτάξει. Κι εγώ δεν τους κοιτούσα. Δεν ήμασταν σε καλές σχέσεις. Από τη μέρα που μπόρεσα ν’ ανταλλάξω δυο κουβέντες μαζί τους και κατάλαβα πως όλοι τους ήταν αντισοβιετικοί, σαν ένας τοίχος από πάγο πυργώθηκε ανάμεσα στο κρεβάτι μου και τον υπόλοιπο θάλαμο».

  Καθόλου περίεργο. Οι Ρώσοι ήταν για τους Πολωνούς ότι οι Τούρκοι για μας. Για πολλά χρόνια τους είχαν υπό την κατοχή τους. Ο Σοπέν θρηνεί την κατοχή της πατρίδας του. Η σφαγή του Κάτιν έγινε πλατιά γνωστή χρόνια αργότερα.  

  «Κι ο Ρούμπυ θυμόταν ένα γράμμα του Όσκαρ Ουάιλντ: «Άνθρωποι πήγανε στον Παράδεισο για λιγότερο από τόσο». Τότε που τον φέραν απ’ τη φυλακή στο Δικαστήριο των Πτωχεύσεων, ανάμεσα σε δυο πολισμάνους. Ο Ρόμπερτ Ρος περίμενε στο μακρύ και σκυθρωπό διάδρομο, για να βγάλει σοβαρά το καπέλο του, καθώς περνούσε ο Ουάιλντ με τις χειροπέδες, σκύβοντας το κεφάλι».

  Όσκαρ Ουάιλντ είναι αυτός, δεν γινόταν να μην το καταγράψω.

  Μπορείτε να παρακολουθήσετε τη συζήτηση της Λέσχης Ανάγνωσης του Victoria Square Project την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου, στις 6 η ώρα, μπαίνοντας στην πλατφόρμα του zoom, όχι πριν τις 6 που ανοίγει.  https://us02web.zoom.us/j/88495274000