Book review, movie criticism

Monday, January 14, 2008

Τζ. M. Κουτσί (Koetzee)

Και μια δημοσίευση:
Τζ. Μ. Κουτσί, Ξένα ακρογιάλια, Λέξημα 13-1-2008.

Τζ. Μ. Κουτσί, Ξένα ακρογιάλια, Μεταίχμιο 2007, σελ. 365.

Ένας λογοτέχνης μιλάει για ομοτέχνους του σε κριτικά κείμενα που συναρπάζουν με την οξύτητα της παρατήρησης και τη γλαφυρότητα του ύφους.

Συνήθως είναι διακριτοί οι ρόλοι, από τη μια ο λογοτέχνης και ο ποιητής, από την άλλη ο βιβλιοκριτικός και ο θεωρητικός της λογοτεχνίας. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπου θεωρητικοί της λογοτεχνίας γράφουν λογοτεχνία (π.χ. David Lodge), και λογοτέχνες που γράφουν για τη λογοτεχνία (π.χ. T.S. Eliot). Ο Τζ. Μ. Κουτσί (Koetzee, σε περίπτωση που θέλετε να τον αναζητήσετε στο διαδίκτυο) είναι πανεπιστημιακός, καθηγητής λογοτεχνίας στο Cape Town, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος, και μάλιστα τόσο αξιόλογος, ώστε να τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2003.
Σ’ αυτό το βιβλιοκριτικό μας σημείωμα θα ασχοληθούμε με μια συλλογή (για την ακρίβεια επιλογή) κριτικών δοκιμίων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Ξένα ακρογιάλια» και υπότιτλο «Κριτικά δοκίμια» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου και με πρόλογο του επιμελητή Άρη Μπερλή. Τα δοκίμια έχουν επιλεγεί με κριτήριο το ενδιαφέρον που πιθανόν να έχουν για τον Έλληνα αναγνώστη. Να σημειώσουμε ακόμη ότι προλογίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας για την ελληνική έκδοση.
Η κριτική ματιά ενός ομότεχνου έχει ειδικό ενδιαφέρον, ίσως μάλιστα μεγαλύτερο από την ματιά του κριτικού της λογοτεχνίας, μια και είναι πιο σπάνια. Και ακόμη περισσότερο, όταν η κριτική αυτή ματιά είναι ιδιαίτερα διαπεραστική.
Το πρώτο κείμενο της συλλογής έχει θέμα (και τίτλο) «Τι είναι κλασικό». Κριτικάροντας τις αντιλήψεις του Έλιοτ όπως τις εκθέτει σε ομότιτλη διάλεξη, ο Κουτσί συνεχίζει με μια προσωπική του εμπειρία, ένα άκουσμα του Μπαχ, για να ξεδιπλώσει τις προσωπικές του σκέψεις για το τι είναι κλασικό. Η διαχρονική αξία ενός έργου κλασικού συχνά είναι αντικείμενο μεθοδεύσεων.
Τα υπόλοιπα κείμενα είναι δοκίμια πάνω σε συγκεκριμένους συγγραφείς. Ο Κουτσί δεν ξεκινάει προγραμματικά να μιλήσει για κάποιον συγγραφέα. Το κριτικό του δοκίμιο αποτελεί απάντηση σε ένα ερέθισμα, που συνήθως είναι η μετάφραση του έργου ενός συγγραφέα, που μόλις κυκλοφόρησε. Η καλή του γνώση της γερμανικής του επιτρέπει να υποβάλει σε εξονυχιστικό έλεγχο μεταφράσεις έργων του Ρίλκε, του Μούσιλ και του Κάφκα.
Ο Κουτσί, κρίνοντας τις μεταφράσεις, κρίνει και τους συγγραφείς. Συχνά είναι ιδιαίτερα καυστικός, όπως για παράδειγμα με τον Τουργκένιεφ. Μειώνονται μήπως γι αυτό το λόγο οι συγγραφείς αυτοί στα μάτια μας; Ο Νίτσε νομίζω είπε, ότι αν ήταν να χαθεί το έργο του θα προτιμούσε να μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών από τα επικριτικά σχόλια ευφυών συγγραφέων παρά από τα επαινετικά λόγια μετριοτήτων.
Ο Κουτσί, κρίνοντας μεταφράσεις, παραθέτει αναγκαστικά και από το πρωτότυπο. Θα περιμέναμε από τον μεταφραστή να παραθέτει και την αγγλική μετάφραση, για να μπορούμε να υποβάλουμε την κριτική του Κούτσι στη δική μας κρίση. Για παράδειγμα το κείμενο για τον Μπόρχες καταλήγει: «Στο The circular ruins [Τα κυκλικά ερείπια], ένα αφήγημα για την ανδρική αναπαραγωγικότητα και τη γέννηση αρσενικών παιδιών, ο Μπόρχες γράφει: «a todo padre le interesan los hijos que ha procreado [Κάθε πατέρας ανησυχεί για τους γιους που γέννησε]. Ο Χάρλεϋ μεταφράζει: Κάθε γονιός ανησυχεί για τα παιδιά που γέννησε». Ο Χάρλεϋ μεταφράζει στα αγγλικά, και θα θέλαμε και την αγγλική μετάφραση, και όχι μόνο τη μετάφρασή του στα ελληνικά.
Είχα τους ενδοιασμούς μου. Κάθε πατέρας ανησυχεί για τα παιδιά που γέννησε και όχι μόνο για τους γιους, αυτό είναι μια κοινή εμπειρία, τουλάχιστον στη Δύση, αλλά και στην Ανατολή, όπου η βρεφοκτονία των κοριτσιών ανήκει πια στο παρελθόν. (hijos στα ισπανικά σημαίνει γιοι, αλλά και παιδιά γενικά). Μήπως όμως στο αφήγημά του ο Μπόρχες εννοεί πράγματι γιους; Αυτό αφήνει να εννοηθεί ο Κουτσί, χαρακτηρίζοντας το αφήγημα του Μπόρχες ως «ένα αφήγημα για την ανδρική αναπαραγωγικότητα και τη γέννηση αρσενικών παιδιών». Έπρεπε να το επιβεβαιώσω. Ευτυχώς είχα πρόσφατα διαβάσει τις «Μυθοπλασίες» από τη σειρά του Βήματος, όπου ο Δημήτρης Καλοκύρης μεταφράζει: «Κάθε πατέρας νοιάζεται για τα παιδιά που γέννησε». Τελικά δεν ξέρω πώς ο Κουτσί έβγαλε το παραπάνω συμπέρασμα για το πού αναφέρεται το αφήγημα. Γιατί το αφήγημα είναι εντελώς ξεκάθαρο. Ο γιος του ήρωα δεν είναι παρά μια υλοποίηση της φαντασίας του, ένα είδωλο: «Να μην είσαι άνθρωπος, αλλά προβολή του ονείρου άλλου ανθρώπου». Αυτό είναι το θέμα, και σε ένα εντυπωσιακό εφέ έκπληξης, που είναι ταυτόχρονα και εφέ τέλους, διαβάζουμε: «Αλαφρωμένος (ο πατέρας), έντρομος, ταπεινός, κατάλαβε ότι κι ο ίδιος ήταν όνειρο που κάποιος άλλος ονειρευόταν». Αυτή η ολοκληρωτική παρανόηση ως προς το θέμα του αφηγήματος ενισχύει την αντίληψή μου ότι τα δοκίμια πρέπει να τα διαβάζουμε περισσότερο για τη λογοτεχνικότητά τους – για μένα η κεντρική αυτή έννοια των Ρώσων φορμαλιστών δεν θα παλιώσει ποτέ, όπως και η Ποιητική του Αριστοτέλη - και λιγότερο για τη γνώση που μπορεί να προσφέρουν, γιατί η γνώση αυτή μπορεί πολλές φορές να είναι ψεύτικη. Και ομολογουμένως τα δοκίμια του Κουτσί διακρίνονται για τη μεγάλη λογοτεχνικότητά τους.
Και, μια και ο Κουτσί κρίνει μεταφράσεις, ας κάνουμε και εμείς κάποια σχόλια για την παρούσα μετάφραση. Δεν έχουμε το αγγλικό κείμενο, αλλά η λέξη «παραβιαστότητα» (ως ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται τη βία και την παραβιαστότητα, σελ. 65) μας είναι άγνωστη, όχι όμως και η παραβατικότητα. Για την πρώτη το google δεν μου έδωσε κανένα αποτέλεσμα, ενώ για τη δεύτερη έβγαλε δέκα σελίδες.
Διαβάζουμε: «Τα Θαυμαστά χρόνια έχουν και τις longuers τους» (σελ. 213). Δεν μπορούν να ξέρουν όλοι οι αναγνώστες γαλλικά, μια υποσημείωση δεν θα έβλαπτε, αν και μπορεί να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για πλατειασμούς, αλλιώς «κοιλιές». Αν πέφτω έξω, αυτό ενισχύει την άποψή μου για την ανάγκη υποσημείωσης. Κατά τα άλλα η μετάφραση είναι αρκετά καλή.
Θα τελειώσω με δυο σκέψεις, από τις οποίες η πρώτη είναι συγκριτολογικού χαρακτήρα. Από όσο ξέρω, μόνο ο Γιάλομ βάζει πρόσωπα από τον κόσμο του πνεύματος να πρωταγωνιστήσουν σε έργα που δεν είναι μυθιστορηματικές βιογραφίες: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ». Από τον πρόλογο του επιμελητή μαθαίνω ότι και ο Κουτσί έγραψε ένα μυθιστόρημα, το The master of Petersburg (1994), όπου πρωταγωνιστής είναι ο Ντοστογιέφσκι. Από τον κινηματογράφο θυμάμαι τον «Ταχυδρόμο» (Il postino, 1994, του Michael Radford) όπου ένας από τους ήρωες είναι ο Νερούντα.
Και η δεύτερη σκέψη:
Θαυμάζουμε τους δυο μεγάλους, τον Ντοστογιέφσκι και τον Τολστόι. Όμως οποία διαφορά στις ζωές τους! Ο ένας κόμης, έζησε μέσα σε ανέσεις, αν και από χόμπυ παρίστανε κάπου κάπου το χωρικό, και δούλευε μάλιστα σαν χωρικός. Ο άλλος άρρωστος, επιληπτικός, ήταν μια ζωή βουτηγμένος στα χρέη. Αν ζούσα τον 18ο αιώνα και ήταν να διαλέξω σε ποιον από τους δυο να μετεμψυχωθώ, θα προτιμούσα τον Τολστόι.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment