Book review, movie criticism

Sunday, November 2, 2008

Διαλεκτικές εκφράσεις στην Κρήτη

Ο νονός
Μόλις μέθυσα.
Χθες στη βάφτιση ήπια στο μερδικό μου περίπου μια μποτίλια κρασί. Τώρα μόλις ήπια τις δυο μισές μποτίλιες που περίσσεψαν μετά την επίσκεψη της φίλης μου, έτσι, για να ξεκινήσω απερίσπαστος αύριο τη δίαιτά μου. Είπα, αφού ήπια χθες γιατί να μην πιω και σήμερα την ίδια ποσότητα; Και γιατί διάβολε πρέπει να γράφω κάθε φορά νηφάλιος τις βιβλιοπαρουσιάσεις μου και ό, τι άλλο έρχεται στο μυαλό μου; Φτιάχτηκα και με τον Deconstructing Harry. Ξέχασα να το προγραμματίσω στο dvd-recorder μου, αλλά κάνοντας ζάπιν καθώς έπινα έπεσα πάνω στο τέλος.
Α, ναι, μόλις είδα τον Κύριο Επισκοπάκη του φίλου μου του Ανδρέα Μήτσου, στον πολυχώρο του Καστανιώτη, (νομίζω έτσι το λένε τώρα, να ρωτήσω το Χρήστο αν έβαλε το λήμμα στο λεξικό, η μάλλον να δω αν το έβαλε, κι αν δεν το έβαλε να το βάλω μόνος μου αύριο). «Πολύ καλό κείμενο», ένα σχόλιο από πίσω μου. «Καλή, πολύ καλή παράσταση», από μια γκόμενα στο φίλο της καθώς πήγαινα να πάρω τη μηχανή μου. Το φοβήθηκα το έργο, καθώς έχω γίνει κλειστοφοβικός τελευταία, και με τα χάπια για την υπέρταση έχω συχνουρία, στο dvd πατάω pause και πάω να κατουρήσω, στο σινεμά ή στο θέατρο τι κάνουμε;
Να ξαναγράψω κάτι που έχω πει πολλές φορές, μόνο τον Woody Allen αντέχω σε αγγλοσαξωνικό σινεμά. Παραπάνω, μόνο αν έχω το γιο μου δίπλα. Γι αυτό κάθισα και είδα το Deconstructing Harry, έστω και από τη μέση.
Κανονικά θα έπρεπε να μην κάνω άλλη ανάρτηση, να αφήσω να περάσει κάποιος χρόνος μήπως διαβαστεί από κανένα δυο ακόμη η προηγούμενη ανάρτηση, αλλά είπα δεν βαριέσαι, και τι έγινε, αφού έχω κάτι άλλο να γράψω γιατί να το αφήσω να περιμένει.
Έγραψα σαν εισαγωγή αυτά τα μεθυσμένα λόγια σε κάτι άλλο που ήθελα να γράψω.
Χθες στη βάφτιση της κόρης του Δημήτρη Χατζηφωτεινού και της Άννας Αραβανή (κουμπάρος ο ανηψιός μου ο Γιώργης ο Χαλκιαδάκης, φέρελπις διδάκτωρ, όχι σαν τον θείο του) κάτι ειπώθηκε, και θυμήθηκα κάτι άλλο, που θα το πω μετά.
Ήθελα από καιρό να γράψω κάποιες εκφράσεις που λεγόντουσαν στην Κρήτη και τώρα δεν λέγονται πια, ή τουλάχιστον δεν τις ακούω εγώ. Και σκέφτηκα: γιατί θα πρέπει σώνει και καλά να μαζεύουμε υλικό για να φτιάξουμε ένα άρθρο; Δεν μπορούμε τάχα, τώρα που έχουμε τα blogs, να καταθέτουμε το υλικό μας για τον αυριανό ερευνητή, να αφήσουμε το κλαδάκι που θα στολίσει μεθαύριο το στεφάνι του;
Ο λόγος στο τραπέζι ήταν για το τι παιδί θέλουμε, αγόρι ή κορίτσι. –Γερός να ’ναι κι ό, τι να ’ναι, το γνωστό ευφυολόγημα, δεν ειπώθηκε. Εγώ όμως θυμήθηκα κάτι που το είχα εντελώς ξεχασμένο. Το άλλο βέβαια το θυμόμουνα, και το αναφέρω στο βιβλίο μου για την Κρητική λογοτεχνία: Η μάνα μου, όταν τη στενοχωρούσα, συνήθιζε να λέει την παρακάτω μαντινιάδα που συνάντησα αργότερα στον Ερωτόκριτο: "Ας ήταξα η άτυχη πως δε σ’ είχα ποτέ μου/ κι ένα κεράκι αυτούμενο εκράτου κι ήσβησέ μου". Δεν έλεγε όμως μόνο αυτό, έλεγε και κάτι άλλο, που για να το θυμηθώ χρειάστηκε να πιω μια μπουκάλα κρασί. «Είχα γιο κι είχα χαρά». Με αυτό υπονοούσε ότι διαψεύστηκε οικτρά στις προσδοκίες της.
Να γράψω και το άλλο, που δεν το έχω ξεχάσει, και είναι μια τραυματική εμπειρία της παιδικής μου ηλικίας. Συχνά, όταν στενοχωρούσα τη μάνα μου με διάφορες διαολιές, μου έλεγε ότι δεν με αντέχει πια και θα πέσει στο πηγάδι να πνιγεί. Μετά από μια διαολιά, και όταν δεν την έβρισκα στο σπίτι, θυμάμαι που γεμάτος αγωνία κοίταζα μέσα στο πηγάδι, μήπως είχε πραγματοποιήσει την απειλή της. Το ότι δεν την έβλεπα να επιπλέει στο νερό δεν με καθησύχαζε: Και αν είχε γεμίσει τις τσέπες της με πέτρες; Αγωνιζόμουν να διακρίνω κάτω από τη σκοτεινή επιφάνεια. Το ότι δεν έβλεπα τίποτε μεγάλωνε την αγωνία μου. Και φυσικά η ανακούφισή μου δεν λεγότανε όταν την έβλεπα να γυρνάει, συχνά κρατώντας μου και το γλυκό που τη φίλεψε η γειτόνισσα.
Συχνά αναρωτιέμαι τι ψυχολογικό κουσούρι μπορεί να μου άφησε αυτή η ιστορία. Ή μάλλον, αν τα ψυχολογικά κουσούρια που έχω οφείλονται και σε αυτή την ιστορία. Ελπίζω να μην το μάθω ποτέ. Δηλαδή να μη χρειαστεί να τα σκάσω σε κανένα ψυχολόγο. Εκτός αν "ψαρέψω", σε φιλική κουβεντούλα, την Εύα Στάμου, όταν την πετύχω κανένα σάββατο στην "Άγκυρα".
Να γράψω και κάποιες άλλες εκφράσεις που θυμάμαι.
Από τη μάνα μου: «Ε το χάζι ήτανε εδά». Που σημαίνει: Δεν είναι δυνατόν, αστειεύεσαι, δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο, ή δεν είναι δυνατό να κάνουμε κάτι τέτοιο. «Δεν του φήνεις (αφήνεις) φλούδι», μου έλεγε, για να δείξεις πως ήμουν όμοιος με τον πατέρα μου στα ελαττώματα. Λέγοντας αυτή τη φράση έβαζε ταυτόχρονα τον αντίχειρα το δεξιού της χεριού στο στόμα της, κάτω από ένα δόντι τής επάνω μασέλας, σε μια κίνηση σα να ήθελε να το σπρώξει προς τα έξω.
Συμπληρώνω αργότερα (26-1-2010) Η μητέρα μου δεν έλεγε, "κακομοίρη", σε κλητική προσφώνηση, αλλά "κα-κακομοίρη", τονίζοντας το πρώτο "κα". Φαντάζομαι ήταν τρόπος έμφασης.
Ο πατέρας μου: «Βρε ξυλιάσει»: Παράδειγμα: "Θα το κάνεις αυτό βρε ξυλιάσει". Αργότερα κατάλαβα ότι δεν ήταν βρε ξυλιάσει, αλλά βρέξει λιάσει, δηλαδή είτε βρέξει είτε κάνει καλό καιρό, δηλαδή οπωσδήποτε.
«Άλλα μπίρι», κύριος οίδε. Τούρκικη φράση που δεν ακούγεται πια. Ο πατέρας μου την έλεγε συχνά.
Το άκουσα από τη θεια μου, τη γιαγιά του νονού: «Αυτός είναι ντουχιμάνης». Ντουσμάν, μια από τις ταινίες του Γιλμάζ Γκιουνέι, Εχθρός.
Ο πατέρας μου ήταν άρρωστος και έπαιρνε αντιβίωση. Μετά από τρεις τέσσερις μέρες κατέβηκα για διακοπές από την Αθήνα. Τον ρώτησα τι δόση παίρνει. -Ένα κουταλάκι πρωί βράδυ. –Γιατί τόση λίγη; -Γιατί δεν βατζέρνει. Μου ήλθε το αίμα στο κεφάλι. Έπινε μικρή δόση για να κρατήσει περισσότερο το μπουκάλι.
Σε αυτή την ανάρτηση θα προσθέτω σταδιακά και ό, τι άλλο μου έρχεται στο μυαλό. Ίσως κάποιος τα χρειαστεί για μια μελέτη, για μια ανακοίνωση, και όχι για μεθυσμένα λόγια σε ένα blog.
Από τον Κωστή, τον άνδρα της Μαρίκας της ξαδέλφης μου: "Τα δε αύριο". Ιωνικά: Την δε αύριον. Την επομένη. Στην Τήνο που πήγα πριν 15 χρόνια, είδα τη Χάρτα του Ρήγα. Την περιοχή της Ιεράπετρας την ονομάζει "Δωρίδα". Ως γνωστό, το ιωνικό η στην δωρική γίνεται α.
Άλλο: Εκουζουλάθηκες ωρέ ή γιάντα πολεμάς.
Post a Comment