Book review, movie criticism

Sunday, November 16, 2008

Γιώργος Ιωάννου, Επιτάφιος Θρήνος

Γιώργος Ιωάννου, Επιτάφιος Θρήνος

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε, ανάμεσα στα άλλα: «Το ομώνυμο πεζογράφημα που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο είναι ένα κείμενο που αγαπήθηκε πολύ – ένα πεζογράφημα που περιέχει το ύφος, το ήθος και την εξέλιξη της γραφής του Ιωάννου».
Όντως υπάρχει μια εξέλιξη στη γραφή και στη θεματολογία του Ιωάννου, και αυτή θα συζητήσουμε τώρα.
Ο Καβάφης χώρισε τα ποιήματά του σε ιστορικά, φιλοσοφικά και ηδονικά. Θα μπορούσαμε κι εμείς να κάνουμε ένα ανάλογο διαχωρισμό στα διηγήματα του Ιωάννου: Τα αυτοβιογραφικά (Η μόνη κληρονομιά, Το δικό μας αίμα, Πολλαπλά κατάγματα), τα φανταστικά (με πεποιημένη πλοκή) και τα ηδονικά. Ο Επιτάφιος Θρήνος ανήκει στα τελευταία. Το «ηδονικό» στοιχείο κυριαρχεί, λίγο πολύ, σε όλα τα διηγήματα. Είτε με την αμεσότητα της πλοκής είτε με τον υπαινικτικό λόγο της αφήγησης, όπως π.χ. «Είμαι σίγουρος πώς θα ’πε καλά λόγια για μένα στην αρραβωνιαστικιά του. Ευτυχισμένη κοπελίτσα, συλλογιόμουνα. Και ήξερα πολύ καλά τι έλεγα» (σελ. 84).
Ας μη μείνουμε και πολύ σ’ αυτό – για μένα θα ήταν και επικίνδυνο – και ας πάμε παρακάτω.
Στην πλοκή τριών τουλάχιστον από τα διηγήματά του υπάρχει μια σύγκριση. Στον «Επιτάφιο θρήνο», το πρώτο διήγημα της συλλογής, έχουμε το σώμα του Χριστού που κείτεται στον Επιτάφιο και το σώμα ενός ωραίου υπαξιωματικού. Στο τέλος έχουμε και μια μεταφορά, της Ανάστασης ως την ερωτική συνεύρεση ενός ζευγαριού: «Όμως το πρωινό, την ώρα που πυκνώνουν στην εκκλησιά οι υπαινιγμοί για την Ανάσταση… μας ξύπνησαν οι δονήσεις του υπαξιωματικού, που ολόλαμπρος σαν ήλιος νέος και αήττητος, μας φώναζε να δούμε και του ζεύγους την ανάσταση (κρυφοκοίταζαν από τρύπα του δωματίου του ξενοδοχείου τους), που σ’ ένα όλο ευλυγισία σύμπλεγμα σφάδαζε πάνω στο σουσταλίδικο κρεβάτι του» (σελ. 20-21). Και λίγο πιο κάτω: «Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον Ερυθρό και στον Ξύλινο Σταυρό;» (σελ. 21). Κατά διαστήματα υπάρχουν εδάφια από την αγία Γραφή, όπως «στους ουρανούς ούτε γαμούσιν ούτε εκγαμίζονται αλλά εισιν ως άγγελοι Θεού» (σελ. 21), που είναι από κάποιο κατά Μάρκου ευαγγέλιο, δεν μας λέει ποιο. Στους μουσουλμανικούς ουρανούς, αντίθετα, υπάρχει σεξ, αλλά μόνο για τους άνδρες. Για τις γυναίκες απ’ όσο ξέρω δεν υπάρχει πρόβλεψη.
Στο «Τραπέζι της εκκλησίας» μας μιλάει για ένα τραπέζι που, κατά περίπτωση, το χρησιμοποιούσαν για δεξιώσεις, για να αποθέτουν τους νεκρούς και για ερωτική συνεύρεση.
Στην «Ολική έκλειψη» έχουμε πάλι τη σύγκριση: «Ο ήλιος είναι ο άνδρας» είπαμε εμείς, το λέει και τα’ όνομά του». «Πού ξέρετε εσείς απ’ αυτά;», είπε με ύφος (σελ. 79).
Πιο κάτω η έκλειψη παρομοιάζεται με τη συνουσία: «Την είχαν πέντε νταγκλαράδες όλη μέρα στη ρεματιά. Της παίζανε την έκλειψη» (σελ. 79).
Ο Ιωάννου καταφεύγει στην μοντερνιστική ανοικείωση για να δώσει λογοτεχνικότητα στα διηγήματά του. Έτσι χρησιμοποιεί το εφέ της μακροπεριόδου, προσπαθώντας να δώσει ένα ασθματικό και εξομολογητικό τόνο στη γραφή του, που όμως κουράζει τον αναγνώστη που θα ήθελε να διαβάσει ένα διήγημά του πριν τον πάρει ο ύπνος. Στο διήγημα «Το τραπέζι της εκκλησίας» οδηγείται ολότελα στην υπερβολή. Σε ένα διήγημα δέκα σελίδων έχουμε 10 περιόδους (αν εξαιρέσουμε πέντε μικρά αποσπάσματα από την Αγία Γραφή) με πιο μικρή την τελευταία, 4 γραμμών. Στην τρίτη περίοδο διαβάζεις δυο σελίδες μέχρι να συναντήσεις τελεία.
Τα διηγήματα που μας άρεσαν περισσότερο ήταν το προτελευταίο, «Η δασκάλα», και το τελευταίο, «Η κυρία Μινωταύρου».
Το τελευταίο έχει την αρετή ενός καλού αφηγήματος: Σασπένς. Πού εξαφανίζεται ο μαθητής της δασκάλας τον οποίο φιλοξενεί, με τον οποίο κοιμάται μαζί χωρίς να κάνουν σεξ, όχι γιατί δεν θέλει αυτή αλλά γιατί δεν θέλει αυτός;
Θα το ανακαλύψουμε στο τέλος μαζί της: στην ταράτσα της πολυκατοικίας της, όπου κάνει μπανιστήρι απέναντι. Είναι ηδονοβλεψίας.
Και το τελευταίο;
Εδώ ο Ιωάννου επιστρέφει στο χιούμορ της Μόνης κληρονομιάς. Αναφέρεται στις περιπέτειες δυο τραβεστί, με σπαρταριστό τρόπο, χρησιμοποιώντας διάφορα εφέ, όπως το εφέ της παρονομασίας: «-Άρια, Άριά μου, πες μου μια άρια από την τραβιάτα του Μπερντέ. – Εγώ μονάχα απ’ την τραβιόλα μπορώ να πω άριες» (σελ. 154, μαζί με εφέ ομωνυμίας), «…εκείνη ακριβώς τη στιγμή έμπαινε ο Βησσάρης στη Βεσσαραβία του» (σελ. 153), «…κάτι σαν βασίλισσα του Σαββά, μια και ήταν ερωμένη του Σάββα του ποδοσφαιριστή» (σελ. 150), εφέ της υπερβολής: «…απύθμενο μίσος της για οτιδήποτε, έστω και ελάχιστα αριστερό, ακόμα και αριστερό πόδι» (σελ. 156), εφέ της κυριολεξίας: «χαλκέντερος είμαι εγώ, είπε με καυχησιά η Αριάδνη (η τραβεστί). Και δεν φοβάσαι μήπως τους κάνεις καμιά ζημιά;» (εννοείται στο πέος των φίλων της, από τα χάλκινα έντερα σελ. 161), εφέ αντίθεσης με οιονεί νεολογισμό: «…ήταν στις μαύρες της εκείνη τη μέρα. Η αλήθεια είναι ότι σπάνια βρισκόταν στις άσπρες της» (σελ. 149), κ.λπ.
Αυτά για τον Επιτάφιο Θρήνο. Η συνέχεια στο επόμενο, με τα Πολλαπλά κατάγματα.
Post a Comment