Book review, movie criticism

Saturday, November 22, 2008

Στέλλα Αρκάδη, Των παιδιών

Στέλλα Αρκάδη, Των παιδιών, Αθήνα 2007, Εριφύλη

Δημοσιεύτηκε στα Κρητικά Επίκαιρα, Οκτώβρης 2008


Η Στέλλα Αρκάδη είναι μια ποιήτρια που παρακολουθώ εδώ και χρόνια, από την πρώτη της κιόλας ποιητική συλλογή με τίτλο «Χωρίς Εισαγωγικά» που εκδόθηκε το 1991 από το «Εργαστήριο Τέχνης και Λόγου». Την παρουσιάσαμε στα Κρητικά Επίκαιρα, όπως και όλο το επόμενο έργο της, μιας και είναι ιδιαίτερα αξιόλογο. Σήμερα θα παρουσιάσουμε την ένατη ποιητική της συλλογή με τίτλο Των παιδιών, τίτλος που με τη γενική του μας παραπέμπει στην προηγούμενη ποιητική της συλλογή, Των αγαπημένων, με την οποία συνιστά έτσι μια άτυπη ενότητα.
Τα παιδιά εκλύουν πάντα αισθήματα αγάπης και τρυφερότητας. Στον τριτοκοσμικό κινηματογράφο, ιδιαίτερα στον ιρανικό του οποίου είμαι φαν, τα βλέπω να πρωταγωνιστούν αρκετές φορές. Έτσι διαβάζω με συγκίνηση την τελευταία αυτή ποιητική συλλογή της Αρκάδη.
Τα παιδιά λοιπόν είναι το θέμα. Στα περισσότερα απ’ αυτά είναι η αφηγηματική φωνή, ενώ σε ένα είναι ο αποδέκτης της αφήγησης: «Έι, συ μικρό. /Έλα να καθίσεις δίπλα μου, αλλά να μην αρθρώσεις/ να μην προβλέψεις, και να μη φοβηθείς» (σελ. 22). «Κι αν βγει αληθινό, μαμά;» (σελ. 16), αναρωτιέται το παιδί ακούγοντας το παραμύθι για την «Αρκούδα» στο ομότιτλο ποίημα. Και στο πρώτο νανούρισμα (για την ακρίβεια «Νανούρισμα πρώτο») λέει το παιδί με παράπονο, σε μια ειρωνική αντιστροφή: «Νάνι, νάνι μαμά. Βιαστική μαμά». Στη «Συνομιλία» αναφέρει η αφηγηματική φωνή: «Έτσι αρχίζω να συνομιλώ με τα νεκρά παιδιά».
Σε κάθε καταστροφή τα παιδιά είναι τα πρώτα θύματα. Οι φωτογραφίες που συνόδευαν τα ρεπορτάζ από τον εμφύλιο της Μπιάφρα ήταν συνήθως εικόνες πεινασμένων παιδιών.
Στο ποίημα «Τα τελώνια» η Αρκάδη εκφράζει τη διαμαρτυρία της: Γιατί η λαϊκή παράδοση θέλει τα αβάφτιστα παιδιά να γίνονται τελώνια; Είναι τόσο συγκινητικό το ποίημα αυτό, που το παραθέτω ολόκληρο.
Τ’ αβάφτιστα, τα θάβουν στον περίβολο
Της Αγίας Κυριακής.
Λένε πώς κλαίνε τις νύχτες.
Δεν έχουν μέρος να πάνε.
Οι Ορθόδοξοι δεν έχουν Limbo γι αυτά).
Περιμένω να νυχτώσει για να τ’ ακούσω.
Τα πόδια μου στο νερό της Πηγής
ανάμεσα στο κάρδαμο και τ’ αγριοσέλινο
μια ευτυχία κατακαλόκαιρο θεόσταλτη.
Να, μέρος ωραίο για τα τελώνια τ’ αβάφτιστα.
Τι τον θέλουν τον ουρανό.
Διαβάζοντας το στίχο «Ο κύριος Τσαϊκόφσκι στέλνει την ωραία του ντάμα…» (διακειμενική αναφορά στην όπερά του «Ντάμα Πίκα») μου έρχεται συνειρμικά στο μυαλό ένας άλλος μουσικός, ο Γκούσταβ Μάλερ, και συγκεκριμένα ένα κομμάτι του που είχα να το ακούσω χρόνια, το Kindertotenlieder, Τα τραγούδια των νεκρών παιδιών.
Στην αφήγηση διαβάζουμε: «Τα παιδιά τα σκοτώνουν./ Όλοι οι δαιμόνοι σκοτώνουν τα παιδιά».
Και θυμάμαι πάλι μια εκπομπή του Κούλογλου για τη Ρουάντα, όπου ο «Δαίμονας» της γενοκτονίας των Τούτσι, ο Χούτου πρόεδρος της χώρας ο οποίος δικάστηκε αργότερα στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης, φείσθηκε της ζωής των παιδιών ενός ορφανοτροφείου που οι άνδρες του ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν, μετά από παράκληση δυτικού δημοσιογράφου.
Όμως να παραθέσουμε ακόμη το συγκινητικό τετράστιχο με το οποίο τελειώνουν τα «Ξένα φτερά».
Τα φτερά είναι του πεθαμένου παιδιού
Κόλλησαν στο κορμί μου.
Για να πετάξουν˙ για να πεθάνω.
Και να τους κάνω παρέα. (σελ. 19).
Κι ακόμη:
Κι ο ερωτευμένος θάνατος
Θάλλει στα μάγουλα του νεκρού κοριτσιού (σελ. 26, από το «Ο ερωτευμένος θάνατος».
Η σύγχρονη ποίηση είναι ολιγόστιχη και όχι προγραμματική. Ο ποιητής γράφει σε στιγμές έμπνευσης, πράγμα που δύσκολα μπορούμε να το φανταστούμε για τον Κορνάρο όταν έγραφε τον Ερωτόκριτο, αλλά και για ποιητές όπως ο Παλαμάς όταν έγραφε τον Δωδεκάλογο του γύφτου και τη Φλογέρα του βασιλιά. Το θέμα μπορεί να επηρεάζει την έμπνευση, αλλά όχι πάντα. Έτσι συνήθως στις ποιητικές συλλογές τον τίτλο τον δίνει μια θεματική ενότητα στην οποία υπάγονται τα περισσότερα ίσως ποιήματα, όμως υπάρχουν και άλλα που η έμπνευση της στιγμής αψήφησε την θεματική πρόθεση. Αυτά τα ποιήματα τα αφήνει για το δεύτερο μέρος της συλλογής της η Αρκάδη, σε δυο ενότητες, η πρώτη με τον σεμνό τίτλο «Επιλογικά», όπου τα παιδιά εμφανίζονται και πάλι άλλα όχι πρωταγωνιστικά, και η δεύτερη με τον ακόμη πιο σεμνό «Μικρά ανεπίδοτα άτιτλα». Η ίδια λυρική ευαισθησία με την ευφάνταστη εικονοπλασία της χαρακτηρίζει και αυτά τα ποιήματα, όπως και εκείνα που δίνουν τον τίτλο στη συλλογή.
Θα κλείσουμε την παρουσίαση αυτή με ένα δίστιχο, αλλά πιο πριν θα ήθελα να κάνω μια εισαγωγή για να το κάνουν πιο κατανοητό. Ο μεγάλος γερμανός ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς μιλάει για την έννοια της νεοτονίας.
Τι είναι αυτή.
Ο άνθρωπος, ο μόνος από όλα τα ζώα, διατηρεί χαρακτηριστικά της παιδικότητάς του σε όλη την ώριμη ζωή του. Αναφέρει σαν παράδειγμα μια τελετή σε ένα πανεπιστήμιο με τους καθηγητές να πορεύονται σε πορεία, φορώντας τις καθηγητικές στολές τους. Ξαφνικά ένας απ’ αυτούς δίνει μια κλωτσιά στον μπροστινό του. Ο Λόρεντς δεν το θεώρησε απρέπεια, αλλά απλά μια παιδική σκανταλιά.
Και το δίστιχο:
Όταν δεν θα ’μαι παιδί
θα είμαι ένα τίποτα.
Post a Comment