Book review, movie criticism

Saturday, June 2, 2012

Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης


Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, Καστανιώτης 2012, σελ. 296

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε και στο Λέξημα

Τη μοναχική διαδρομή ενός ανθρώπου σε μια πολυτάραχη περίοδο της νεότερης ιστορίας μας αφηγείται ο Ανδρέας Μήτσου στο τελευταίο του μυθιστόρημα.

  Ο «Κίτρινος στρατιώτης» είναι το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου, ο οποίος αρχίζει να απομακρύνεται από το διήγημα, με το οποίο καταξιώθηκε ως πεζογράφος, αν και είναι με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου», που κέρδισε το κρατικό βραβείο το 1996.
  Όλοι οι μυθιστορηματικοί ήρωες του Μήτσου είναι λίγο πολύ αποκλίνοντες από αυτόν που ο Γκέοργκ Λούκατς στο έργο του «Το ιστορικό μυθιστόρημα» ονομάζει «τυπικό εκπρόσωπο», όμως ο «κίτρινος στρατιώτης» εμπίπτει σε μια κατηγορία «τυπικών ηρώων» αλλά όχι «τυπικών εκπρόσωπων», τους οποίους ο Λούκατς ονομάζει «ήρωες που βρίσκονται στη μέση του δρόμου». Ο ήρωας του Μήτσου βρίσκεται ανάμεσα στους τυπικούς «αδελφοφάδες» του εμφύλιου. Όμως, σε αντίθεση με τους ήρωες αυτούς μέσω των οποίων ο μυθιστοριογράφος μπορεί να δώσει πιο ανάγλυφα την εικόνα μιας εποχής με τις αντιθέσεις και τις εντάσεις της, ο ήρωας του Μήτσου δεν εξυπηρετεί παρόμοιο στόχο. Μέσω του Γιάννου, του κίτρινου στρατιώτη, ο Μήτσου θέλει να τονίσει την υπαρξιακή συνθήκη του ανθρώπου που, σύμφωνα με πολλούς υπαρξιστές, και όχι μόνο, είναι η μοναξιά. Μια μοναξιά όμως που βιώνεται όχι ως κατάρα αλλά ως υπερηφάνεια. Ο ήρωας του Μήτσου δεν βουλιάζει στο απρόσωπο das Μan, «κάποιος», για να αναφερθούμε πάλι στους υπαρξιστές (Χαϊντέγκερ), στο οποίο εξωθείται ο μέσος άνθρωπος μέσω της «συμμόρφωσης», στην ένταξή του στον όχλο, τη μάζα. Ορθώνει το ανάστημά του, υπερασπίζεται την αρραβωνιαστικιά του, κόρη αριστερού αντάρτη, χωρίς να είναι αριστερός ο ίδιος. Αντίθετα είναι ένας παρασημοφορημένος ήρωας της ταξιαρχίας του Ρίμινι. Τον απορρίπτει η οικογένειά του, τον απορρίπτουν οι χωριανοί του, και τέλος του αρνούνται την αναπηρική σύνταξη που δικαιούται, γιατί αρνείται να την εγκαταλείψει.
  «Γιατί ετούτη είναι η αλήθεια. Για λίγο σ’ ανέχονται οι άλλοι διαφορετικό. Μετά πασχίζουν να γίνεις κι εσύ σαν κι αυτούς. Σε θέλουνε ν’ αλλάξεις το γρηγορότερο. Να νοθέψεις εκείνο που ήσουνα παλιά. Αυτό που είσαι. Να τους μοιάσεις. Ούτε ίχνος να μη μείνει από σένα, ούτε η μυρωδιά σου. Και μόνο τότε σε δέχονται» (σελ. 284).
  Ο Μήτσου θα μπορούσε να εγκαταλείψει τον ήρωά του στη δυστυχία του αλλά με την υπερηφάνειά του. Όμως δεν το κάνει. Τον βάζει να πληρώνει το τίμημα της μη συμμόρφωσης μέχρις εσχάτων. Δεν αρκείται στα δέκα χρόνια φυλάκισης με τα οποία τον βάζει να τιμωρηθεί όταν ανατινάζει με μια χειροβομβίδα την δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή η οποία επίσης του αρνείται την αναπηρική σύνταξη, αλλά επί πλέον τον βάζει να τελειώσει τη ζωή του στο Ίδρυμα Ψυχικών Παθήσεων της Λέρου. Όχι για να απαξιώσει την πράξη του, αλλά αντίθετα για να την αναδείξει. Είναι σαν να μας λέει: Αξίζει να υπερασπιζόμαστε την αξιοπρέπειά μας ως άνθρωποι, όσο ακριβό και αν είναι το τίμημα.
  Μετά τις τραγωδίες των προηγούμενων μυθιστορημάτων του ο Μήτσου καταφεύγει στο έπος. Μέσα από την ιστορία του Γιάννου ο Μήτσου παρουσιάζει την πιο «επική» περίοδο της νεότερης ιστορίας μας, την δεκαετία του ΄40. Πόλεμος, Μέση Ανατολή, Εμφύλιος, είναι η διαδρομή που ακολουθεί ο ήρωάς του. Τον απαλλάσσει από τον αλβανικό πόλεμο, βάζοντάς τον να φυλάει τα σύνορα με την Τουρκία. Στη συνέχεια τον παρακολουθεί στη Μέση Ανατολή, έπειτα στην Ιταλία με την ταξιαρχία του Ρίμινι, για να τον επαναφέρει στην πατρίδα του όπου θα βιώσει τις συνέπειες του εμφύλιου. Δεν είναι κομμουνιστής ούτε συνοδοιπόρος, αλλά αρνείται να συνοδοιπορήσει με τον φανατισμό των εθνικοφρόνων. Και, όπως είπαμε, το πληρώνει. Και βλέπουμε σ’ αυτό το τμήμα μια ομοιότητα με τον «Γυρισμό του ξενιτεμένου» του Σεφέρη. Ο ξενιτεμένος στρατιώτης, γυρνώντας στον τόπο του, δεν αναγνωρίζει τους ανθρώπους. Έχουν αλλάξει, και τον πιέζουν να αλλάξει και αυτός. Όμως δεν θα τους κάνει το χατίρι.
  Είπαμε ότι ο Μήτσου καταφεύγει στο έπος, με μια σημασία όμως όχι εντελώς μεταφορική. Το μισό βιβλίο, όλο το δεύτερο μέρος, αναφέρεται στη συμμετοχή του Γιάννου στις πολεμικές επιχειρήσεις. Θαυμάσαμε την ικανότητά του στην περιγραφή σκηνών μάχης, ιδιαίτερα στο Τομπρούκ και στο Ελ Αλαμέιν, που μας θύμισαν το βιβλίο του Κώστα Καλατζή «Η ασημόπετρα», που και εκείνος αφηγείται με θαυμαστό τρόπο το έπος της Μέσης Ανατολής.
  Θυμηθήκαμε επίσης και τρία θαυμάσια κινηματογραφικά έργα, «Το πράσινο μίλι», «Ο στρατιώτης Ράιαν» και «Λεπτή κόκκινη γραμμή». Όμως στο έργο του Μήτσου, σε αντίθεση μ’ αυτά, δεν υπάρχει ο μανιχαϊσμός των καλών από εδώ και των κακών από εκεί. Το καλό και το κακό βρίσκεται και στις δυο παρατάξεις. Χαρακτηριστικά είναι τα παρακάτω επεισόδια: Ένα πλοίο βυθίζεται, και τα υπόλοιπα δεν σταματάνε να παραλάβουν τους ναυαγούς. Αν ήταν στην αρχαία Αθήνα θα τους είχαν καταδικάσει σε θάνατο. Ένας αξιωματικός, που αργότερα βρίσκεται επί κεφαλής της υγειονομικής επιτροπής, μαζί με κάποιον άλλο προσπαθούν να βιάσουν δυο ιταλίδες. Τις σώζει ο Γιάννος. Τέλος, όταν προσπαθεί να σώσει έναν τραυματισμένο συνάδελφό του που βρίσκεται μέσα το πεδίο βολής του εχθρού, ο γερμανός στρατιώτης τον πυροβολεί σκόπιμα στον αγκώνα. Τραβάει με το άλλο χέρι τον συνάδελφό του για να τον απομακρύνει. Ο γερμανός θα μπορούσε και πάλι να τον πυροβολήσει και να τον σκοτώσει, όμως δεν το κάνει.
  Ο Μήτσου έχει μια προτίμηση στους αποκλίνοντες ήρωες, όπως στον «Σκύλο της Μαρί», το δεύτερό του μυθιστόρημα, και στη νουβέλα «Ο κύριος Επισκοπάκης», στην οποία μάλιστα βάζει ως υπότιτλο «Η εξομολόγηση ενός δειλού». Ο κίτρινος στρατιώτης παρουσιάζεται στα παιδικά του χρόνια και στην εφηβεία του ως ιδιόρρυθμο παιδί, περίπου σαλός. Κάπου προς το τέλος της αφήγησής του αυτοχαρακτηρίζεται ως «ένας παράταιρος άνθρωπος, σημαδιακός, ένα πολύχρωμο χαζό πουλί» (σελ. 283). Επίσης είναι πανέμορφος και, σαν άλλος Ντόριαν Γκρέι, καμαρώνει ναρκισσιστικά γι’ αυτό. Όμως το όμορφο αυτό πρόσωπο καταδικάστηκε να συνοδεύει ένα κουτσουρεμένο κορμί. Επιστρέφει με ένα χέρι, και με το ένα πόδι του σακατεμένο. Αν μπορούμε τελικά να νοιώθουμε περήφανοι για κάτι αυτό είναι ο εσωτερικός μας κόσμος, το ήθος μας, το μόνο που μπορεί να μείνει αλώβητο στη διαδρομή του βίου μας. Το σώμα όχι μόνο γερνάει, αλλά μπορεί και να κουτσουρευτεί ανεπανόρθωτα από διάφορα ατυχήματα στη ζωή.
  Αφηγηματικά ο Ανδρέας πρωτοτυπεί. Όχι για την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ήρωά του, αλλά για τις αφηγηματικές ανατροπές πάνω στην ίδια την αφήγηση. Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εφόσον δεν αναφέρεται ρητά κάποιος αποδέκτης, αποδεχόμαστε ότι αποδέχτης είναι ο οποιοσδήποτε, συμβατικά ο αναγνώστης. Όμως στις τελευταίες σελίδες βλέπουμε ότι υπάρχει ένας αποδέκτης. Είναι η Δήμητρα, η εξόριστη αρραβωνιαστικιά.
  Και η άλλη ανατροπή:
  Η αφήγηση είναι εγκιβωτισμένη, όμως αυτό το βλέπουμε στο τέλος. Στις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις, όσες τουλάχιστον έχω υπόψη μου, ο εγκιβωτισμός φαίνεται αμέσως από την αρχή, συνήθως με την επινόηση της εύρεσης χειρογράφων. Εδώ μας αποκαλύπτεται στο τέλος σε εφέ απροσδόκητου. Ο εγκιβωτίζων επίλογος γράφεται από έναν ανώνυμο νοσοκόμο που εργάζεται στο Ίδρυμα της Λέρου. Ο Γιάννος τον παρακάλεσε να παραδώσει το ημερολόγιό του στη Δήμητρα. Το είχε γράψει πριν χρόνια, «οκτώ χρόνια μετά» από την πολιορκία του Τομπρούκ, δηλαδή κάπου το 1949. Στη Λέρο, όπως μας λέει ο νοσοκόμος, απλά το επεξεργαζόταν.
  Υπάρχει και στον «Κίτρινο στρατιώτη» ένα πρωτότυπο εύρημα όπως στο «Ο αγαπημένος των μελισσών», το προηγούμενο μυθιστόρημά του. Εκεί  ταριχεύουν οι μέλισσες τον νεκρό ήρωά του με το κερί τους. Εδώ ο ήρωας βυθίζεται στο ηφαιστιακό υγρό ενός νερόλακκου και γίνεται κίτρινος.  
  Ο Μήτσου χρησιμοποιεί και σ’ αυτό το έργο το γνώριμο λιτό του ύφος, που σίγουρα είναι προϊόν επεξεργασίας. Αποφεύγοντας κάθε «περισσότητα» (redundancy) συμπυκνώνει τις παραγράφους του στο ελάχιστο. Ακόμη είναι κινηματογραφικά αγγελοπουλικός, περιορίζοντας τον λόγο των προσώπων στο ελάχιστο. Έχω την πεποίθηση ότι, όπως τα «Ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» έγιναν ένα πολύ ωραίο σήριαλ, έτσι και το συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα θα μπορούσε να γίνει μια υπέροχη ταινία.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment