Book review, movie criticism

Wednesday, June 13, 2012

Μάρω Βαμβουνάκη, Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη


Μάρω Βαμβουνάκη, Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη, Ψυχογιός 2012, σελ. 321

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα βιβλίο για τον έρωτα, αλλά και τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος στη ζωή του

  Επαναλαμβάνομαι ξαναγράφοντας ότι επαναλαμβάνομαι γράφοντας για κάθε νέο βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη, αφού έχω γράψει για όλα της τα βιβλία. Επαναλαμβάνομαι επίσης λέγοντας πως, σχεδόν σε όλους τους συγγραφείς, κάθε νέο τους βιβλίο είναι και μια παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα, ή στα ίδια θέματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Βαμβουνάκη. Και εγώ με τη σειρά μου θα προσπαθήσω να είναι το ίδιο και η βιβλιοκριτική μου, παραλλαγή και όχι επανάληψη.
  Και ποια, είπαμε, είναι τα θέματα της Βαμβουνάκη;
  Παλιά ήταν μόνο ο έρωτας. Μετά τις σπουδές της στην ψυχανάλυση μπήκε σαν θέμα και η διερεύνηση της ψυχής, τόσο στις λειτουργίες της όσο και στις δυσλειτουργίες της. Και, εδώ και αρκετά χρόνια, ξεκινώντας θα έλεγα με το βιβλίο της «Ο Ντάνκαν αναζητεί το θεό», όλα αυτά είναι ιδωμένα μέσα από το βλέμμα μιας χριστιανικής ορθοδοξίας, εξωθεσμικής και μυστικιστικής. 
  Το μυστικό της επιτυχίας της Βαμβουνάκη είναι πως αν και πραγματεύεται τον έρωτα τόσα χρόνια, σε τόσα βιβλία, όμως τον πραγματεύεται κάθε φορά με ένα τόσο ολόδροσο τρόπο που, αν και είμαι σίγουρος ότι πολλά από αυτά που γράφει τα έχει ξαναπεί, τα διαβάζω με την αίσθηση, όπως φαντάζομαι και κάθε αναγνώστης, ότι τα λέει για πρώτη φορά. Το καινούριο στα τελευταία της βιβλία, αυτά των εκδόσεων Ψυχογιός, είναι πως ξεφορτώνεται πια τις προσχηματικές πλοκές των μυθιστορημάτων της για να δοκιμιογραφήσει απ’ ευθείας (ο «Ερωτευμένος Πολωνός» αποτελεί μια εξαίρεση). Το καινούριο της βιβλίο, «Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη», αποτελείται από δοκίμια πάνω στον έρωτα και πάνω στην ψυχολογία του ανθρώπου. Η πρακτική της ως ψυχοθεραπεύτρια της προσφέρει πλούσιο υλικό. Αυτό όμως που κάνει ιδιαίτερα ελκυστικό και αυτό το βιβλίο της είναι πως δεν διστάζει να μιλήσει και για τον εαυτό της, για δικά της ψυχολογικά προβλήματα. Έτσι αρκετά από τα δοκίμια αυτού του βιβλίου έχουν και έναν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Το προτελευταίο δοκίμιο, «Όσα ζούμε ολομόναχοι», είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αυτοβιογραφικό, ενώ το τελευταίο, «Μάλερ και Λουκάς», παρά το ότι η Μάρω κρύβεται πίσω από την περσόνα ενός άντρα, δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι αφηγείται ένα προσωπικό περιστατικό, που χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο είναι η ακρόαση από το ραδιόφωνο μια συγκλονιστικής ερμηνείας της πέμπτης συμφωνίας του Μάλερ, και το δεύτερο, στη συνέχεια, αλλάζοντας σταθμό, μια εκπομπή αφιερωμένη στον Ρώσο ιερωμένο και γιατρό, τον Λουκά ή Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι.
  Θα συνεχίσουμε, κατά το συνήθειό μας, σχολιάζοντας κάποια αποσπάσματα. 
  «Εκτός από τη δικτατορία των λίγων ή του ενός, υπάρχει-πιο ύπουλη και πλανερή ως καλοκρυμμένη μέσα στο αντίθετό της-η δικτατορία της πλειοψηφίας. Εκείνη απ΄την οποία μαστίζονται οι δημοκρατίες ώστε καταντούν να μην έχουν σχέση καμιά με ό,τι ονειρεύτηκαν οι θυσιασμένοι ήρωές τους κάποτε. Πλειοψηφίες της αγέλης αντί για κοινότητες και εκκλησίες προσώπων είναι οι νέοι δικτάτορες…» (σελ. 98).
  Όχι, αυτό το απόσπασμα δεν θα το σχολιάσω, θα γράψω απλά ότι προσυπογράφω.
  «Υπάρχουν χαρακτήρες-χωρίς χαρακτήρα-που απ’ τη στιγμή που τους ερωτεύεται το πρόσωπο που ποθούν χάνουν το ενδιαφέρον τους για παραπέρα. Και το χάνουν γιατί αισθάνονται πως, για να ερωτευτεί τελικά αυτούς, είναι ένα πρόσωπο που δεν αξίζει όσο νόμισαν» (σελ. 103). Είναι άτομα χωρίς αυτοεκτίμηση, έχει γράψει πιο πριν.
  Εδώ θα διαφωνήσω. Μπορεί αυτό να ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις, όχι όμως σε όλες. Μπορεί για παράδειγμα το άτομο αυτό να νομίζει, επειδή του έδειξε ο άλλος/η τόση αγάπη, ότι αξίζει για κάτι καλύτερο, και παύει να ενδιαφέρεται. Λένε ότι στον έρωτα ποτέ δεν πρέπει να τα δίνεις όλα, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο.
  Αντιγράφω ένα δημοτικό τραγούδι από τη Ρόδο που παραθέτει η Βαμβουνάκη.
  Ο κάτω κόσμος ειν’ κακός γιατί δεν ξημερώνει,
  γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαδεί τ’ αηδόνι.
  Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δεν φορούσι,
  μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι. (σελ. 113).
  Το παραθέτω επειδή έκανα πρόσφατα κάπου αλλού το σχόλιο ότι η αρχαιοελληνική μας παράδοση, που έχει περάσει στη λαϊκή, μιλάει για τον Άδη (ο Ιωάννης Πικατόρος, πριν από την Κρητική Αναγέννηση, έγραψε την «Ρίμα παρηγορητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδη) σε αντίθεση με τη χριστιανική παράδοση που μιλάει για δυο μεταθανάτιους τόπους, τον Παράδεισο στον ουρανό και την Κόλαση κάτω από τη γη.
  Ένας ψυχίατρος ανταλλάσσει το διαμέρισμά του με μια κοπέλα, για διακοπές. Ένας ασθενής, χωρίς να ξέρει για την ανταλλαγή, την επισκέπτεται. Αυτή συνομιλεί μαζί του. «Ήταν τόσο γλυκός και συμπονετικός ο τρόπος της, τόσο ανυπόκριτο το ενδιαφέρον της για τις αγωνίες του, έτσι καλοσυνάτο το βλέμμα της, ώστε εκείνος αισθάνθηκε πρωτόγνωρη ανακούφιση μιλώντας της. Φεύγοντας τη θερμοπαρακάλεσε να ξανάρθει, γιατί τον βοηθούσε πάρα πολύ. Εκείνη δεν μπόρεσε να του αρνηθεί. Το ίδιο συνέβη και με άλλους δυο πελάτες του γιατρού που εμφανίστηκαν στην πόρτα ξαφνικά, μη γνωρίζοντας ότι ο γιατρός λείπει ταξίδι» (σελ. 172).
  Το διάβασα πολύ παλιά, σε μια κριτική της ψυχανάλυσης: ίσως η θεραπευτική επίδραση των συνεδριών να οφείλεται όχι στο τι λέγεται ανάμεσα στον γιατρό και στον ασθενή, αλλά στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Η σχέση με ένα καλό φίλο ή ένα χαρισματικό ιερωμένο στον οποίο εκμυστηρευόμαστε τα προβλήματά μας μπορεί να έχει τα ίδια ευεργετικά αποτελέσματα. Δεν γενικεύω, αλλά πιστεύω ότι αυτό πράγματι μπορεί να ισχύει σε πάρα πολλές περιπτώσεις.
  Διαβάζω για «Το ιερό πάντα» στο οποίο αναφέρεται συχνά η Βαμβουνάκη. Αποτελεί μάλιστα και ένα υποκεφάλαιο στο «Γιατί τελειώνει ο έρωτας». Οι ερωτευμένοι ορκίζονται αιώνια αγάπη, που όμως δεν κρατάει αιώνια. Και θυμήθηκα τα Catuli carmina του Καρλ Ορφ, μια πολύ αγαπημένη μου σύνθεση. Τα είχα μάλιστα μεταφράσει τότε που ήμουν φοιτητής και δεν είχα ξεχάσει ακόμη τα λατινικά μου. Οι ερωτευμένοι τραγουδούν: eis aiona, tui sum. Στον αιώνα, θα είμαι δικός σου. Ακολουθεί ο χορός των γερόντων που έχουν την εμπειρία, σαρκάζοντας: eis aiona, ha ha ha ha, για να τραγουδήσουν στη συνέχεια Nihil durare potest tempore perpetuo, cum bene sol nituit, redditur oceano, decrescit Phoebe quae modo plena fuit, venerum feritas saepe fit aura levis, και να συνεχίσουν σε ρετσιτατίβο: omnia perfida sunt, o vos brutos, vos stupidos, vos stolidos. Τίποτα δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, αφού λάμψει για καλά ο ήλιος βουτάει στον ωκεανό, λιγοστεύει η Φοίβη (η σελήνη), που ήταν γεμάτη, η αγριάδα της Αφροδίτης μεταμορφώνεται σε λεπτή αύρα. Αγροίκοι, ανόητοι, βλάκες.
  Και ένα ακόμη μικρό απόσπασμα:
  «Μας εξήγησε… ότι η κοπέλα τού φέρεται τόσο «καλά» που έχει καταντήσει ανυπόφορη» (σελ. 262). Και θυμήθηκα την έκπληξη που ένοιωσα, πριν χρόνια, όταν μια φίλη μου είπε για το φίλο της ότι «είναι καλός μέχρι αηδίας». Η Μάρω εξηγεί στη συνέχεια τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που οδηγούν σ’ αυτό το φαινόμενο.  
  «Διάβασα πως σε μια χώρα, σε μια γλώσσα, δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ σε ποια, στην ερωτική ορολογία δεν υπάρχει το σ’ αγαπώ. Στη θέση του οι εραστές λένε και ξαναλένε: «σε θέλω». Θα πρόκειται για λαό τουλάχιστον ειλικρινή και θαρραλέο» (σελ. 276).
  Ούτε εγώ ξέρω ποια είναι αυτή η χώρα, πάντως στην Ισπανία δίπλα στο te amo έχουν και το te quiero, που στην κυριολεξία σημαίνει «σε θέλω». Τα λεξικά μεταφράζουν το «σ’ αγαπώ» και με τις δυο λέξεις.
  Και θυμήθηκα την ελληνική εκδοχή του τραγουδιού του Rocky Roberts, Stasera mi butto, «Απόψε σε θέλω». Απόψε, για αύριο βλέπουμε.
  Και θα τελειώσω την παρουσίαση αυτού του εξαιρετικού βιβλίου της Μάρως Βαμβουνάκη με ένα απόσπασμα που με έκανε να γελάσω πολύ:
  «Θυμάμαι ένα βράδυ σε κινηματογράφο κάποιον άντρα δίπλα να κάνει με θυμό στη γυναίκα του, δείχνοντάς της με το πειραγμένο του πιγούνι την οθόνη: -Δες αυτή πόσο ερωτευμένη είναι μαζί του! Ενώ εσύ!... –Μα είναι ο Τζέιμς Μποντ, του απάντησε» (σελ. 278).

  Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment