Book review, movie criticism

Saturday, June 9, 2012

Klint Eastwood, Hereafter


Klint Eastwood, Hereafter (2010)

  Το έργο μου το σύστησε με επιμονή ο Γιώργος ο Ξηροτύρης, συγγραφέας επίσης των εκδόσεων ΑΛΔΕ. Μου έχει συστήσει και άλλα έργα που τα βρήκα εξαιρετικά. Και αυτό το βρήκα εξαιρετικό, συναρπαστικό, και το είδα απνευστί, χωρίς σχεδόν κανένα διάλειμμα.
  Ξεκινάει με τρεις διαφορετικές ιστορίες, στις οποίες συμμετέχουν διαφορετικοί άνθρωποι. Υποθέτω ότι πρόκειται για σπονδυλωτή ταινία. Όταν αρχίζουν οι ιστορίες τους να συμπλέκονται ξεκινάει το σασπένς, ένα σασπένς που διατηρείται αδιάπτωτο σε όλο το υπόλοιπο έργο. Και βέβαια με εντυπωσίασε η αρχή: Ένα τσουνάμι. Αναρωτιέμαι με ποιες τεχνικές το κατάφεραν.
  Πέρα όμως από τη συναρπαστική πλοκή βρήκα ενδιαφέρον το ίδιο το θέμα: hereafter, η μετά θάνατο ζωή.
  Οι βασικοί ήρωες του έργου είναι τρεις: μια γυναίκα που πνίγηκε στο τσουνάμι και, ενώ οι δυο άνδρες που προσπαθούσαν να την επαναφέρουν στη ζωή είχαν παραιτηθεί θεωρώντας τη νεκρή, αυτή «επέστρεψε» στη ζωή, ένας άντρας μέντιουμ που διαβάζει τις ψυχές και επικοινωνεί με τους νεκρούς, και ένας μικρός που έχασε τον δίδυμο αδελφό του σε τροχαίο και θέλει να έλθει σε επαφή μαζί του (οι τρεις ιστορίες).   
  Πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια, σε μια επίσκεψη στο σπίτι του πατέρα του Γιάννη Χαρούλη (ο Γιάννης ήταν ακόμη μαθητής, αλλά μας έπαιξε λίγο λύρα), στα Λακόνια, ένα χωριό έξω από τον άγιο Νικόλαο, συναντήσαμε ένα φίλο του που είχε αυτή την εμπειρία. Είχε πάθει ανακοπή. Μας την περιέγραψε: Διέσχιζε πετώντας μια φωτεινή σήραγγα, στο βάθος της οποίας έβλεπε μια μαγευτική φωτεινή πηγή. Ένοιωθε ταυτόχρονα να τον τραβούν από τα πόδια, να τον φέρουν πίσω, ενώ αυτός ήθελε να προχωρήσει προς αυτή την πηγή.
  Σχεδόν ίδια ήταν η εμπειρία όλων όσων «επέστρεψαν». Τη χρησιμοποίησα σε ένα από τα οικολογικά μου παραμύθια στο «Χορό της βροχής» που το έγραψα το 1990, και που βραβεύτηκε μάλιστα σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό. Και τώρα στο έργο του Κλιντ Ήστγουντ βλέπω μια παρόμοια εμπειρία. Όμως για αυτή την εμπειρία γράφω τα παρακάτω στο βιβλίο μου «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα» που το έγραψα το 1980 και εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο (εκδόσεις Θυμάρι):
  «Το πρόβλημα της μετεμψύχωσης συνδέεται στενά με το πρόβλημα της άλλης ζωής. Για να μπορεί ένα πνεύμα να μετεμψυχωθεί, πρέπει πρώτα να μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητα από την ύπαρξη του θνητού του σώματος, να μπορεί δηλαδή να επιβιώσει μετά θάνατον. Τι αποδεικνύει όμως τη μετά θάνατον ζωή; Τελευταία χρησιμοποιούνται σαν επιχείρημα οι επιθανάτιες εμπειρίες κάποιων ατόμων, που διέφυγαν την τελευταία στιγμή το θάνατο. Τα πρόσωπα αυτά, σύμφωνα με τις αφηγή­σεις τους, έζησαν συναρπαστικές εμπειρίες, γεγονότα από τη ζωή τους, φανταστικά ταξίδια στο υπερπέραν, συναντήσεις με γνωστούς και φίλους που είχαν πεθάνει από καιρό, κ.λπ. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των εμπειριών ήταν ένα υπέροχο αίσθημα ευφορίας1.
Κατά τη δική μας αντίληψη, οι σκηνές αυτές δεν είναι περισσότερο πραγματικές απ' ότι τα όνειρα του πρωτόγονου ανθρώπου. Ίσως το αίσθημα ευφορίας που τις συνοδεύει, να έχει σαν στόχο να ισχυροποιήσει και τις τελευταίες αμυντικές δυνάμεις του οργανισμού, ώστε να ξεφύγει από το αγκάλιασμα του  θανάτου,  ή να αποζημιώσει τον ετοιμοθάνατο για την
1. Ραίημον Μούντη «Τι είδα στον άλλο κόσμο». Εκδόσεις Μπουκου-μάνη.

141
επώδυνη πολλές φορές πορεία προς το θάνατο. (Είναι χαρακτη­ριστικό ότι τα περισσότερα άτομα που πέρασαν τέτοιες εμπει­ρίες, που οδηγήθηκαν στο χείλος του θανάτου ενώ βρίσκονταν σε ένα υψηλό σημείο ζωτικότητας, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ή με κάποιο άλλο βίαιο τρόπο). Μπορεί όμως και να πρόκειται για ένα καθαρά μηχανικό, ανακλαστικό φαινόμενο: σε τέτοιες στιγμές η οξυγόνωση του εγκεφάλου είναι ελλιπής, πράγμα που οδηγεί σε μια υπερλειτουργία του, ενισχύοντας μάλιστα και τις παραψυχικές του ικανότητες. Πολλοί συνδέουν τις τηλεπα­θητικές κ.ά. ικανότητες των Θιβετιανών μοναχών με την έλλειψη οξυγόνου που επικρατεί στο υψηλό υψόμετρο που ζουν. Μπορεί λοιπόν αυτές οι παραισθήσεις να οφείλονται σ' αυτή την ελλιπή οξυγόνωση του εγκεφάλου.
Τελικά υπάρχει άλλη ζωή;
Η απάντηση αποτέλεσε και θα αποτελεί για καιρό ακόμη ζήτημα προσωπικής πεποίθησης. Επιστημονική απόδειξη θα αργήσει να υπάρξει, αν υπάρξει.
Γιατί όμως γίνεται τόση φασαρία γι' αυτό το ζήτημα; Γιατί, απλούστατα, η πίστη στην άλλη ζωή έχει μεγάλη αξία επιβίωσης. Πώς θα μπορούσε να αντέξει ο φτωχός την κακομοιριά του, χωρίς την ελπίδα μιας ανταπόδοσης στην άλλη ζωή; Πώς θα μπορούσε ο πλούσιος να αντέξει το χωρισμό από τα αγαθά του, χωρίς την πεποίθηση ότι το «στρωμένο τραπέζι» τον περιμένει και στον άλλο κόσμο; Εξ άλλου, η «ανάγκη» για παραπέρα συνέχιση της ζωής μετά το θάνατο, δεν εκφράζει παρά την τάση για μακροβιότητα που χαρακτηρίζει κάθε ζωντανό οργανισμό, που στο επίπεδο της ανθρώπινης συνείδησης εκφράζεται με την πίστη (ή την ανάγκη της πίστης) σε μια άλλη ζωή. Η βάση αυτού του είδους των μεταφυσικών ερωτημάτων είναι καθαρά βιολογι­κή».
Στα τριάντα μου χρόνια ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρος για την ερμηνεία που πρότεινα. Τώρα, μετά από άλλα τριάντα, την θεωρώ απλά ως την πιο πιθανή. Αρχίζω να ασπάζομαι όλο και περισσότερο την καρτεσιανή ρήση, de omnibus dubitandum est, για όλα πρέπει να αμφιβάλουμε. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά.


    
Post a Comment